Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

''Alone again or''

Το βράδυ σε συνεπήρε μέσα από τα άρρητα μυστικά του.Το ανυποχώρητο γιατί πάντα εκεί. Όταν όλα είναι στραβά, σκορπούν εκδίκηση μέσα από ακατανόητα σατανικά κόλπα και συνταγές εγγυημένης παράνοιας, βιώνεις την απουσία καθώς διεισδύει στην μοναξιά σου, την καμωμένη από όλο καημό γιατί.Ζευγάρια απορημένων αποριών αιωρούνται στο ερμητικά κλειστό δωμάτιο.Δεν είναι που δεν βγάζει τίποτα νόημα, είναι που εσύ δεν είσαι σε θέση να το διακρίνεις.Τα παιχνίδια με το χρόνο στέκονται ξεχαρβαλωμένα στην πόρτα, η μοναξιά με νεύματα αδιαπραγμάτευτα,έρχεται σαν ένας χείμαρρος από μεθυστικές σταγόνες να σε αφυπνίσει, σαν άγρυπνη δύναμη, να σε κοιμίσει. Την έμαθες για τα καλά την αντίφαση της μοναξιάς. Σε συναντά χαμένο και ξεχνά να σου πει αντίο.Τη συνηθίζεις, αναπόσπαστη έτσι όπως γίνεται από το χαμό σου, χάνεται μαζί σου, αφομοιώνεται, συγχωνεύεται με τα αλλόκοτα θελήματα σου.Μπορεί και να είναι εκεί στις στρεβλώσεις, να χτυπά καμπάνες, να κάνει κρότο, να σιωπά, να εξαγνίζει.Ποτέ δεν είναι διακριτική, ποτέ δε στραγγίζει την οδύνη σου, ουδέποτε απαλύνει την αίσθηση απώλειας, τη ρήξη ανάμεσα στον εαυτό που ήξερες και σε αυτόν που μαθαίνεις να μην αναγνωρίζεις.Πάντα θα διδάσκει την επίταση του αδιεξόδου.Βλέπεις χωρίς δράμα η ζωή θα ήταν απίστευτα μονοσήμαντη!

Είναι φορές που θα σου ψιθυρίσει κουβέντες ξάστερες, ακριβώς στο σημείο που όλα θα έχουν μπολιαστεί με αμφιβολία και μια οχληρή ομίχλη θα ξαποσταίνει στο γαλαξία σου.Τότε που θα είσαι βέβαιος πως την χαλιναγωγείς θα σε κάνει ανεξέλεγκτο.Θα υπογραμμίσει τις αλήθειες με τρόπο αβάσταχτο.Σαν βαθιά εκδορά σε ταλαιπωρημένο δέρμα, σαν κραυγή στο κατανυκτικό σκοτάδι, σαν αγκύλωση σε  αέναη κίνηση.Παράλυση και πείσμα θα ακουμπούν επιτακτικά πάνω σου αντιμαχόμενα, τι πιο δειλό από την άρνηση της αλήθειας που έχεις εσωτερικεύσει;

Έρχεται η ώρα που δε βλέπεις .Καίνε τα μάτια σου, μια φλόγα παραδέρνει στο λευκό των ματιών σου, έτοιμη να σβήσει, ξέπνοη, τρεμάμενη μπροστά στο ενδεχόμενο της αναζωπύρωσης.Δεν είναι εποχή για φωτιές, ψελλίζει μέσα στη σήψη ο εαυτός σου.Και επαναπαύεται στην χωρισμένη ύπαρξη, χώνεται μέσα στο αδιέξοδο της διχοτόμησης, δε χρειάζεται να διακινδυνεύσει να είναι αυθεντικός.Δεν είναι εποχή για να κουβαλάς μια ιδιότυπη ταυτότητα, μουρμουρίζει και ντρέπεται για τα παράδοξα συστατικά του στοιχεία.Απόκρυφα θα τα κρατήσει , μέσα στη ζάλη βεβιασμένων πρωινών και στην ηδονική λήθη της νύχτας, θα τα απελευθερώσει σε εκείνα τα όνειρα τα μαβιά που ξεχνάει την πάλη και γίνεται περιστασιακά αλήθεια.Έναν κόσμο  δομημένο από ψέμα δεν τον κερνάς αλήθεια, αποφάνθηκε, και την κράτησε επτασφράγιστο μυστικό.

Τι κι αν την είδες να διασχίζει εκείνον τον δρόμο μέσα στην καταιγίδα, με το βλέμμα να διακτινίζεται σε ζώνες εξωτικές και αλλόκοσμες; Tι κι αν η βελούδινη φωνή της σμιλεύει τις πιο ενοχικές απάτες που σιγοτραγουδούν στα όνειρά σου;Η μοναξιά ξετυλίγεται όλο θέρμη για να καλωσορίσει τον τελευταίο μήνα του χρόνου.Φραγμός στα καλέσματα, ανοσία στα ερεθίσματα.Δεν ξέρεις αν ήρθε αργά ή νωρίς.Ξέρεις πως δεν ήρθε την κατάλληλη στιγμή.

Το μόνο που γυρεύει η ψυχή σου είναι να βγει στον έξω κόσμο μόνη της.Πιο αληθινή από όσο θα μπορούσε ακόμα να φανταστεί, πιο γενναία τρωτή από ποτέ, άφοβα μόνη , φοβερά μοναχική.Το επικίνδυνο στοιχείο της μοναξιάς είναι ότι μετατρέπει το φόβο γι' αυτήν σε ατρόμητο εθισμό.Όσο ασυνήθιστος και αν είναι ο εθισμός στη μοναξιά, τόσο πανίσχυρα αποτρεπτικός από την αναζήτηση συντροφιάς.Ακούς τη βροχή να πέφτει με ρυθμό στους διψασμένους δρόμους.Και μαζί ακούς και μια άλλη μελωδία.Δε με ακούς;Δεν υπάρχει πιο δύσκολη αναζήτηση συντροφιάς πέρα από τη συντροφιά του ίδιου σου του εαυτού.Μόνο αυτός θα είναι πάντα εκεί, οπότε φρόντισε να είναι όντως παρών.Είναι παρεξηγημένη η μοναξιά, δεν το βλέπεις;

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Πληγές

Η κούραση καμάρωνε στα μάτια σου.Σκαρφάλωνε μέσα τους ένας απέραντος ουρανός.Χάραζε γλυκά, ξημέρωνε μια ανυπόφορη ευλογία.Το βάρος της διαπερνούσε την ύπαρξή μου, ψαχούλευα το χθες να βρω ένα έρεισμα, έναν λόγο νομιμοποιητικό της ευτυχίας μου.Το χθες μου με κοίταξε βουβό και μουτρωμένο, κάτι σκαρώνει πάλι με επανεμφανίσεις στο σήμερα, πάντα με ξαφνιάζει έτσι απρόσκλητο που τρυπώνει στο τώρα.Φόβοι σκυφτοί ταπεινώνονται από ευθυτενή οράματα.Μέσα από τους βρώμικους δρόμους, τους γεμάτους πίσσα και αποτυπώματα αλήτικών διαδρομών, μέσα από ερειπωμένα σπίτια όπου βουλιάζει η ασχήμια και συντρίμμια χώρων που αλλοτινά έσφυζαν από ζωή, ξεπροβάλλει ένα νεοσύστατο μεγαλείο.Δυσδιάκριτο μεν αλλά είναι εκεί.Με ταράζει το σκηνικό της παράξενης αρμονίας.Νιώθω ακριβώς όπως όταν βρίσκω το δρόμο μου μετά από λοξοδρόμηση.Δεν ξέρω αν θέλω να ευθυγραμμιστώ και πάλι, να επανακάμψω στο οικείο ή αν προτιμώ την περιθωριακή μου ηδονή.Η περιπλάνηση έχει μια απόκρυφη αίσθηση ότι όλα είναι πιθανά, και ας μην τα βλέπεις-ή επειδή δεν τα βλέπεις.Κρύβει εντός της τη θρασύτητα ενός μποέμικου λάθους που τείνει να αποδειχθεί σωστό-γενικεύει την προσδοκία και έτσι μειώνει την αναίδειά της.Είναι εκείνη η αίσθηση ότι οικώ σε κόσμους αιρετικούς, σε ακυβέρνητα λιμάνια που αποζητούν τη φουρτούνα γιατί μόνο τότε δοκιμάζουν τη δυναμική τους.



Έτσι είσαι και εσύ, ένα αινιγματικό μεταίχμιο.Κουλουριασμένη σαν  μωρό, φαγωμένη από την εξάντληση, αμίλητα εκφραστική.Αναπολείς και απορρίπτεις, οι θύμησες σε εξάπτουν όπως τα ενοχλητικά διαυγή πρωινά.Σε διαπερνά η οχληρή τους αλήθεια, σπαρταριστή ζώνει το κορμί σου που χρόνια περιφέρεις σε τόπους που τίποτα πια δε σημαίνουν.Ασθμαίνει το κορμί σου γεμάτο στίγματα, διάτρητο από πληγές.Ποιο είναι άραγε το σημείο αναφοράς σου;Ουδέποτε τόλμησα να αναρωτηθώ.
Ποτέ δε σου είπα σ' αγαπώ, χαμένος στο πένθος της δειλίας μου, κυκλωμένος από υπερτροφικά ζιζάνια.Ανόητος και άσχημος, η μορφή μου αντανακλάται στον καθρέφτη σαν το άχθος όσων με εκμηδένισαν.Νιώθω πολύ μικρός για να πω κάτι τόσο μεγάλο.Οι λέξεις είναι πλάσματα ευαίσθητα, λεπτεπίλεπτες υπάρξεις, φίνες αποδόσεις ακατανόητων συναισθημάτων.Μας προστατεύουν από το χάος αλλά το χάος είναι εκείνο που συντηρεί τη δική μου τάξη.Μικρό με έκαναν άραγε οι πράξεις ή οι παραλείψεις μου;Γέμισε ο καθρέφτης ερωτηματικά, ανικανοποίητα και αιωνόβιες εκκρεμότητες.Κι εσένα δε θέλω να σε καταλάβω, θέλω απλώς να σε χαζεύω έτσι όπως κουβαλάς τις πληγές σου, έτσι κακοφορμισμένες που σε οδηγούν.Οι πληγές σου σε κάνουν αληθινά όμορφη.Η ευάλωτη ομορφιά σου μου μεταδίδει μια ευφρόσυνη αίσθηση μακαριότητας.Όσα μου κρύβεις είναι εκείνα που με κάνουν να σ'αγαπώ πιο πολύ.Η αγάπη μου δε στερεύει, δεν ξοδεύεται, σ'αγκαλιάζω με αυτή κάθε στιγμή που ματώνεις και γίνομαι και εγώ ορφανός από φόβο.
Τι πιο όμορφο από έναν άνθρωπο που δε φοβάται να πονάει;
Eίναι μικρή η ζωή για να επουλώνεις τις πληγές σου.Χωρίς αυτές πώς θα ένιωθες ζωντανός;Αυτές ντύνουν την αλήθεια σου, αυτές καθρεφτίζουν όσα σε επηρέασαν και σε σημάδεψαν στο χρόνο.Όλα αυτά τα χρόνια τα σκοτεινά δε σήμαναν την καταδίκη σου.Σε έκαναν ελεύθερη και ανυπότακτη, ανεπηρέαστη από κάθε ετυμηγορία.Αγέρωχη όπως περιφέρεσαι στις ζώνες του έρωτά μου, τον κάνεις να θεριεύει και να αφηνιάζει. Τον εξιτάρεις μέσα από τις πληγές σου, όπως τις κουβαλάς περήφανα μαζί σου και δεν τις ξορκίζεις απλώς επειδή δεν τις αντέχεις.Αν δεν αντέχεις τις πληγές σου δεν αντέχεις ούτε την ευτυχία σου.Κι εσύ ξέρεις ότι η αναζήτηση της θεραπείας επισπεύδει το θάνατο σε αυτή την περίπτωση, νεκρώνει την ψυχή η μανία της να παραμείνει ζωντανή.Και συνεχίζεις να με κοιτάς σαστισμένη έτσι όπως το βλέμμα μου κατασπαράζει την εικόνα σου, καμωμένη από ερωτικές αντιθέσεις όλο πληγές και μυστικά ευδαιμονίας.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

(Μονο)δρομοι

Την καλούσε η απροσδιόριστη μελαγχολία του απογεύματος. Ανάμεσα σε φωτογραφίες ασπρόμαυρες, παγωμένο γάλα και μικροπράγματα που καμάρωναν σαν άφθαρτες εστίες αναμνήσεων.Μικροπράγματα που ο χρόνος τα μετέτρεψε σε μεγάλα σύμβολα και σε συμπυκνωμένους αντικατοπτρισμούς εικόνων. Πότε γίνεται ξανά το θυμωμένο παιδί με το ξεθωριασμένο μπλε φόρεμα που σταυρώνει αμυντικά τα χέρια και μουτρώνει επειδή του πήραν το αγαπημένο του παιχνίδι.Μετά μεγαλώνει μερικά χρόνια, ακουμπάει στην αίγλη της ανορθόδοξης εφηβείας, γεμάτη από εκρήξεις και οργή για μια ασήκωτη αλλαγή που μόνη της διαχειριζόταν.Τότε που καρφωνόταν από την αμηχανία της όταν δεν είχε διαβάσει καλά και ο καθηγητής εσκεμμένα την εξέταζε με ύφος αδέκαστου δικαστή, όλο μομφή για το ασυγχώρητο παράπτωμά της. Στη συνέχεια την επισκέπτονται και άλλες εικόνες του εαυτού της μέσα στο χρόνο..Η εικόνα της ανυποψίαστης σε μια αταίριαστη ένωση που πάλευε πάση θυσία να την καταστήσει αιώνια ενώ εκείνη είχε ημερομηνία λήξης πρότερη και από την ημερομηνία παραγωγής της.Η εικόνα της στοργικής φίλης που μοιραζόταν ξημερώματα εξομολογήσεων, όλη η ζωή βόλτα και χαμόγελο, και όλα τα άλλα ασήμαντα.Η εικόνα της ερωτευμένης που την επαναπροσδιορίζει και χτίζει την εικόνα της εκ νέου, από το μηδέν στο Όλο.Συνεπαρμένη από τη γητειά του χρόνου και τα ετερογενή συναισθήματα που φιλοξενούν οι διαδρομές του. Αλληλοδιαπλεκόμενες εικόνες, άραγε πότε ξεκινά η μία και πότε σταματά για να αρχίσει η άλλη;Ή μήπως είναι οι ετερόκλητες εκδοχές της δικής της πραγματικότητας που ούτε και η ίδια γνωρίζει ποσο την καθορίζουν;

Και έπειτα είναι αυτή η εποχή που την κρατάει περίκλειστη στο πεδίο μιας γιγάντιας απορίας.Ενηλικίωση ή παλιμπαιδισμός;Μέσα της νιώθει πιο ώριμη από ποτέ, αναγκάζεται να μεγαλώσει, να σκεφτεί καθαρά, να γυρέψει τη γνώση να γιατρέψει την απόγνωσή της. Όμως αυτή η εποχή την καθηλώνει.Η ηλικία γίνεται πια ένα σχετικό μέγεθος, ανατρεπτικό από μόνο του. Σα να καταλύονται τα δεσμά που γεννά το ανυπόφορο κοινωνικό κατεστημένο. Ακόμα και αυτό, κυβερνάται από τα χρήματα και την έλλειψή τους.Όταν κάτι δεν είναι αντικειμενικά υλοποιήσιμο, η παράλειψή του είναι προβλέψιμη και όχι κατακριτέα.Από τη μία πλευρά, αυτή η ανασημασιοδότηση του κοινωνικώς αναμενόμενου ίσως έχει θεραπευτικό χαρακτήρα. Τόσες νοσηρές καταστάσεις που είναι  απότοκοι συμβιβασμών προς το κοινωνικώς επιβεβλημένο ήρθε η ώρα να αδρανοποιηθούν.Όμως πώς να πορευτεί στη ζωή ένας άνθρωπος που μεγαλώνει αλλά είναι αδύνατο να προχωρήσει, να λάβει αποφάσεις ζωής, να εξελιχθεί;Πώς να δομήσει τη ζωή του πάνω σε ένα οικοδόμημα αβεβαιότητας και ευμετάβολου που καταρρέει ανά πάσα στιγμή;

Υπάρχουν στιγμές που όλα μοιάζουν με τετραπέρατα σφάλματα. Που όσες ζαβολιές και να κάνεις, όσα άλλοθι και να επικαλεστείς, στο παιχνίδι μόνο η ήττα είναι δική σου.Όποια απόφαση και να λάβεις δε μοιάζει σωστή.Δεν διαθέτεις περιθώρια επιλογών, ούτε την πολυτέλεια μιας κρίσης ηλικίας.Υπάρχεις μόνο για να βρεις τη λύση.Σε ποιο πρόβλημα άραγε;

Στην απόκλιση από τη φυσιολογικότητα, από την κανονικότητα του μέσου όρου ή από όσα μέσα σου κάτι σου ψιθυρίζει ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να λάβουν υπόσταση;Αν η κρίση ηλικίας συντελείται υπό το κράτος του πανικού που επιφέρει η ανώφελη πάροδος του χρόνου, τότε τι γίνεται όταν η ανώφελη πάροδος του χρόνου εδραιώνεται πραξικοπηματικά ως νέο καθεστώς;Και εν πάση περιπτώσει, ποιος ορίζει το ωφέλιμο και το μη ωφέλιμο;Οι όποιοι ορισμοί αναδύονται στα πλαίσια αλαζονικής έξαρσης κάποιας αυθεντίας, που εν προκειμένω είναι ωφελιμιστική.Η ενοχοποίηση του διαφορετικού, οποιουδήποτε στοιχείου αντίκειται στον παραδοσιακό, αξιωματικό ορισμό για το φυσιολογικό, είναι η πηγή του πανικού.Για τη μη συμπόρευση με το κοινωνικώς ορθό, για τη μη ανταπόκριση στο πρότυπο του υγιούς και επιθυμητού, για το χειροκρότημα που επαινεί το φυσιολογικό και την αποδοκιμασία του παρεκλίνοντος.Ακόμα και αν η ανάγκη είναι η αφετηρία αναθεώρησης των επιλογών μας, ίσως  οδηγήσει στην ανακάλυψη ότι αυτές ήταν ούτως ή άλλως λάθος.Μέσα από τη φαινομενική καταστροφή ξεφυτρώνει η πιο ευεργετική σωτηρία.

Έτσι και εκείνη, αναπροσανατολίζεται.Δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, κανέναν δεν παίρνει στα σοβαρά.Το σοβαρό είναι ανιαρό, άμοιρο φαντασίας.Ξεδιαλύνει τις επιλογές της, την ελκύουν νέες που συνταράζουν τον κόσμο της. Δεν ξέρει αν θα αντέξει τους κλυδωνισμούς αλλά τής αρέσει αυτή η ανατροπή.Ανακαλύπτει λανθάνουσες πλευρές της και τελικά μαθαίνει ότι δε μπορεί να σε καθορίσει μία επιλογή, μόνο η δύναμη ή η αδυναμία να οδηγηθείς σε αυτήν.Γύρω της καλπάζει μια συνομωσία από μοναχικά όντα που διαλαλούν σιωπηλά το πόσο μόνα είναι.Σιωπηλά και όμως τόσο ηχηρά!Κρότο κάνει η μοναξιά και τη ζαλίζει.Μοναχικές υπάρξεις που πενθούν τον διωγμό από το μονόδρομό τους, αυτόν που είχαν μάθει να αποθεώνουν ως μοναδικά αποδεκτό πλάνο ζωής.Η ίδια σκέφτεται καθως χορταίνει από τις αλήτικες, αντίρροπες σκηνές της πόλης, ότι οι μονόδρομοι καταλήγουν σε άκαρπη μοναξιά.Οι πιο συμπαγείς πραγματικότητες, εκείνες που μοιάζουν ονειρικές και σε διχάζουν, η συντροφιά, η φιλία, η συγκίνηση, η αυτογνωσία, απαντώνται πάντα στη λοξοδρόμηση. Περπατάς μια ζωή στον ίδιο δρόμο αποκαμωμένος, αναζητώντας εκεί λύσεις σε ασύστατα προβλήματα, αδύναμος να προσδιορίσεις το πρόβλημα, ενώ με μια απλή αλλαγή πορείας ανακαλύπτεις πως το σύμπαν που μέχρι εχθές αγνοούσες μπορεί να γίνει το δικό σου σύμπαν.Η ζωή δεν καταστρώνεται, δε στριμώχνεται σε πλάνα, φανερώνεται μόνο με πόνο και φανερώνει την αινιγματική της γοητεία.Οι μονόδρομοι οδηγούν σε αδιέξοδο,κυρίως γιατί μαρτυρούν αποστροφή προς το ρίσκο.Φόβο να καρπωθούμε ό,τι θα φέρει το διαφορετικό, απλώς και μόνο επειδή δεν έχει τυποποιηθεί σε συνήθεια.Το οικείο πρέπει να μας φοβίζει, όχι το ανοίκειο.Το ανοίκειο μόνο μπροστά μπορεί να μας πάει, το οικείο μας τελματώνει.


Εκείνη ακολουθεί την εναλλακτική της πορεία με έκσταση και αγωνία.Μεγαλώνει πραγματικά και μόνο ευγνωμοσύνη νιώθει για αυτό.Γίνεται άξια για τα μεγάλα, τα οσμίζεται σε αυτή την παράξενη διαδρομή να λανθάνουν σε αθέατες γωνιές.Ακολουθώντας το διαφορετικό, νιώθει πως ακολουθεί τα χνάρια του δικού της θαύματος.Αισθάνεται πως καμία διάψευση πιθανότητας δε μπορεί να νεκρώσει την πίστη της στο διαφορετικό, γιατί αυτό είναι που θα τής δείξει ότι στη συνέχεια του δρόμου καρτερεί το απίθανο.Πλέον είναι αρκετά μεγάλη για το απίθανο, για να χαθεί στο φως και το σκοτάδι του, παραείναι μεγάλη για το πιθανό και τη θνησιγενή του φύση.Όλα είναι δυνατά, αλλιώτικα, νέα και όλα γεννώνται ξανά.Κάπως έτσι, χωρίς η ίδια να το καταλάβει, θα μεγαλώνει ολοένα και θα νιώθει ολοένα παιδί, ταυτόχρονα.Είναι έτοιμη για του χρόνου τα παράδοξα και την κατάλυση των πιο ισχυρών πιθανοτήτων.Ξέρει πια καλά πως ο θάνατος μιας πιθανότητας κυοφορεί το απίθανο, και μαζί του κυοφορεί τη ζωή, την ανατρεπτικότητα του ακαθόριστου, την ενήλικη ανηλικότητα, και το παιδί που μαίνεται μέσα της με παιχνιδιάρικη διάθεση και που πάντα τριγυρίζει σε τόπους όπου η πιθανολόγηση είναι μια αφελής συνήθεια των ηλικιωμένων, σαν ανάγκη του γήρατος να συρρικνώνει τις πιθανότητες και να χαλιναγωγεί τη χαοτική τους αναπαραγωγή.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Eξομολογήσεις

''Kράτησε κάτι και για'σενα'' μου είπες σχεδόν ψιθυριστά, και η μορφή σου αποσύρθηκε σε άβατα εδάφη. Σταλαγματιές μελαγχολίας η μορφή σου αλλά και άνεμος σιγουριάς, ακλόνητης βεβαιότητας. ''Μη σπείρεις τον εαυτό σου, μην τον εκθέτεις, μην τον ξοδεύεις''. Η κοσμοθεωρία σου ξεπηδούσε γενναία από ωκεανούς αυτοπροστασίας όπου το μυστήριο σκάρωνε τις σιβυλλικές του γιορτές.
 
Εγώ, πάλι, ανοιχτό βιβλίο. Ενορμητικά, φυσικά, αναγκαία μιλούσα για όσα μού τριβέλιζαν το μυαλό. Ακόμα και αν οι ακροατές μου ήταν μόνο σωματικώς παρόντες, με πλημμύριζε η ανακούφιση που διαδέχεται το μοίρασμα του άχθους , του φορτίου που τίκτει το ανομολόγητο. Ακόμα και όταν στα μάτια τους έβλεπα χλευασμό, μειδιάματα ειρωνικά ή τεμπέλικη έλλειψη κατανόησης, εγώ συνέχιζα να προδίδω τις σκέψεις μου χωρίς να σπεύδω να μαζεύω την αλήθεια που περίσσευε σε αυτές, υπερχειλής όπως κορυφωνόταν σε κάθε εξωτερικευόμενο συλλογισμό μου.
 
Ευμετάβολα τα καιρικά φαινόμενα, όπως και το θυμικό. Αντιφατικά. Το κρύο αγριεύει υπό τη σκέπη του αποφασιστικού ηλίου.Η ψυχή σε διχοτομία, παλεύει το θάνατο ενώ είναι παντού σκηνοθετημένος μαεστρικά και μάχεται να διεισδύσει στα έγκατά της ύπαρξής μου.Σώματα γυμνά, ανυπεράσπιστα, αποκαλύπτουν την αλληγορική ένδεια, την πενία της φαντασίας, την αδυναμία εύρεσης ενός αντίδοτου. Γέμισε ο τόπος υποκατάστατα, ευτελή ξεγελάσματα μιας ακόρεστης δίψας για επικοινωνία.Η παρηγοριά κουκουλώνει το πρόβλημα, πάντα με εξοργίζει έτσι θρασύδειλα που πασχίζει να κατατροπώσει τη θλίψη. Εκμηδενίζει  την πηγή του προβλήματος και έτσι το μεγιστοποιεί.

''Να την φοβάσαι την παρηγοριά, είναι ύπουλη.Μην περιμένεις να σου λύσει το πρόβλημα ένας καλός λόγος'' συνήθιζες να λες με βλέμμα αυστηρό, καρφωμένο στο κενό. Μα ουδέποτε περίμενα έναν λόγο να καλλωπίσει  τις παραμορφώσεις που εντοπίζω γύρω μου και ψηλαφίζω μέσα μου. Μιλάω για αυτές γιατί αλλιώς είμαι καταδικασμένη σε συναισθηματική ασφυξία. Οι ανομολόγητες σκέψεις μου με διχάζουν, με κάνουν να παρανοώ. Μιλάω για τα δαιμόνιά μου γιατί μόνο έτσι τα ξορκίζω.

''΄Λάθος΄΄, επιμένεις και πλέον ο τόνος σου γίνεται νευρικός.
''Μιλώντας για τα δαιμόνιά σου δεν τα ξορκίζεις, τα πολλαπλασιάζεις. Οι εξομολογήσεις γίνονται από την ανάγκη σου να παραποιείς την πραγματικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αντέχεις τη φρίκη της. Αυτό δε σημαίνει ότι εκείνη αλλάζει. Κάποια στιγμή θα κληθείς να την αντιμετωπίσεις-και τότε, πίστεψε με, θα συναντήσεις μεγαλύτερη δυσκολία''.
 
Να κρύβω δηλαδή τον εαυτό μου για να μη φανεί ευάλωτος. Να καταπνίγω τις σκέψεις μου γιατί κάθε απόπειρα να τις κοινοποιήσω συνιστά έλλειψη αυτοπειθαρχίας και αποδεδειγμένη δειλία να τις πολεμήσω μόνη.Κάπως έτσι η αποξένωση μας κατάντησε όλους ανήμερα θηρία. Βυθιστήκαμε στα αλλόκοτα του μικρού μας κόσμου και ο μεγάλος κόσμος έγινε απροσπέλαστος. Θεωρήσαμε αδυναμία την θέληση και την ικανότητα επικοινωνίας και σπουδαίο προνόμιο το να είναι κανείς κρυψίνους. Άτρωτος, δυναμικός, χωρίς συναισθηματικές ατασθαλίες. Ένα πραγματικό ρομπότ ελεγχόμενων αντιδράσεων, ένα πάνθεον δυστυχίας.
 
''Το να μη μπορείς να μιλάς για όσα σκέφτεσαι, σημαίνει ότι σε έχουν ήδη καταβάλλει'' αντέτεινα ένα βράδυ που είχα κουραστεί να ακούω τις αλαζονικές σου παραινέσεις.
''Ντρέπεσαι να μιλήσεις για εσένα. Υπερεκτιμάς τις σκέψεις σου και τις κρύβεις. Τρέμεις μη φανεί ποια στ' άλήθεια είσαι. Πες μου, τι καλό μπορεί να βγει από αυτό;Πώς περιμένεις να παρεις αλήθεια όταν πεισματικά αρνείσαι να τη δώσεις'';

Δεν έλεγες τίποτα. Μου έριξες μόνο ένα φαρμακερό βλέμμα και αποχώρησες μέσα σε μια θάλλουσα οργή. Αυτή στάθηκε αδύνατο να την κρύψεις, έτσι φρενήρης που πρωταγωνιστούσε στο συνήθως ανέκφραστο πρόσωπό σου.
 
Το να είσαι εξ' ολοκλήρου εσωστρεφής  είναι απωθητικό.Ομοίως και το να αναλώνεσαι σε ιστορίες μυθοπλασίας, τόσο αλλοιωμένες από τη φαντασία σου, τόσο εξωραϊσμένες από την ανασφάλειά σου. Οι αληθινές ιστορίες  είναι γεννήματα γενναιότητας. Ιστορίες μπολιασμένες με ψυχή, με αλήθεια. Αυτές οι ιστορίες μαλακώνουν ακόμα και τις πιο τρανές αντιστάσεις μου. Και όσο και αν η τάση μου για επικοινωνία συναντά επικριτές και ορθολογικές παρατηρήσεις, τόσο θα συνεχίσω να διηγούμαι τις δικές μου ιστορίες, ακόμα και αν τις συνθέτουν οι πιο ετερογενείς λέξεις. Θα συνεχίσω να είμαι αληθινή, με όποιο τίμημα, αυτό είναι το ανεκτίμητο. Εξάλλου δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Η αναζήτηση στρατηγικής σημαίνει ότι ακόμα δεν έχεις χαράξει το δικό σου δρόμο.

Το να τολμάς να φανείς ευάλωτος σημαίνει ότι η δύναμή σου είναι κατοχυρωμένη.Το να προβάλεις τις αδυναμίες σού άφοβα σε εξυψώνει σε σφαίρες παντοδυναμίας.
 
Το να είσαι ειλικρινής κουβαλάει μια σειρά από ετερόκλητες συνέπειες, όχι πάντα ευχάριστες. Αλλά κάθε τι σπουδαίο δεν είναι  ευχάριστο, δεν είναι απλοϊκό, ούτε μονοδιάστατο.Πρέπει να μάθεις να μοιράζεσαι για να μπορείς να νιώθεις πλήρης.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Η Αντάμωση

Ήταν στ' αλήθεια ένας παράξενος Νοέμβριος. Ηλιόλουστος, σε πλήρη παραφωνία με το εσωτερικό μας χάος και τον παροξυσμό των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Έμοιαζε σα να καιροφυλακτούσε παντού η Μοίρα μας, μαραζωμένη αλλά με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, σα να ξέρει πάντα έναν τρόπο, ένα σόφισμα να ξεγλιστρήσει από την Παγίδα. Έτσι νιώθαμε λίγο ή πολύ όλοι. Αμήχανοι, εγκλωβισμένοι και κυρίως πανέτοιμοι για την Πανωλεθρία. Αλλά είχαν πάψει τα αισθητήρια να λειτουργούν. Η εναλλαγή των εποχών δε μας απασχολούσε πια αφού δεν τη νιώθαμε. Κύματα ανθρώπων μετανάστευαν σε μακρινές πολιτείες και εμείς πρωταγωνιστές μιας παράστασης όπου όλοι γνώριζαν την έκβαση του σεναρίου πλην από εμάς. Αυτό δεν αποκαλείται τραγική ειρωνία;

Έβαζα την αυθυποβολή μου να κρατήσει τα ηνία, να επιβληθεί στην επιρροή των ζοφερών μηνυμάτων που ρητά και σιωπηρά με έζωναν από χίλιες δύο μεριές. Δε θα με διαφεντέψει η φτώχεια μου, μονολογούσα και πάσχιζα να εντοπίσω την ομορφιά ακόμα και στα πλέον γκροτέσκα και απωθητικά στοιχεία. Όλα αυτά βέβαια αφού υπό το άγχος απώλειας της δουλειάς μου είχα συμπεριλάβει τις κρίσεις πανικού στην ημερήσια διάταξη και την κατάθλιψη μέρος αναπόσπαστο της ψυχικής μου δομής. Ήρθε μια μέρα που είπα απλώς ένα ηχηρό''δεν πάει άλλο'', και αποφάσισα μέσα στη δυναμική της παντοτινής στιγμής ότι η ζωή παραείναι γλυκιά για να την παραδίδουμε απερίσκεπτα στην ατέλειωτη πίκρα. Εξάλλου όλα μια ιδέα είναι. Περιμένουμε κάποιες τυπικές παραμέτρους να μας κάνουν σημαντικούς και χωρίς αυτές είμαστε μηδενικά. Ανάξιοι για χειρισμό οποιασδήποτε κατάστασης, ακόμα και της πιο απλής.Παρατηρούσα τους γνωστούς μου(γνωστούς- αγνώστους  για να ακριβολογώ)να συμπιέζονται σε ένα άγχος ατελέσφορο, να μεμψιμοιρούν και να παραπαίουν σε μια μηχανικά εκτελούμενη καθημερινότητα.Άκουγα τις δαιμόνια παρουσιαζόμενες ειδήσεις και, όχι, δεν κατάφερναν να μου φυτέψουν την απελπισία. Ίσως επειδή όλα, εδώ και τρία χρόνια, είχαν καταντήσει απελπιστικά προβλέψιμα. Ίσως ως άμυνα απέναντι στην παράνοια των νέων δεδομένων που αναιρούσαν τα προηγούμενα και από κοινού συνέθεταν ένα κακόγουστο και αντιπαθητικό ανέκδοτο. Ίσως αυτό να σηματοδοτούσε την παραίτησή μου από την προσπάθεια να μεταβάλλω το σκηνικό και να υψώσω τη φωνή. Παντού κυριαρχούσε νεκρική σιγή, έτσι νεκρωνόταν και ο δικός μου παλμός. Άλλωστε ουδέποτε πίστευα ότι η αλλαγή είναι εφικτή σε επίπεδο πολιτικού σκηνικού, ιδίαίτερα σε εποχές αστάθειας όπου έχουν παγιωθεί ατάλαντα φερέφωνα. Πάντα πίστευα στη δύναμη της εσωτερικής, της ατομικής αλλαγής, αν και πάντα αναγνώριζα το πόσο αφελώς μεγαλεπήβολο θα ήταν ένα τέτοιο εγχείρημα σε μια κοινωνία αλλεργική στην αυτοκριτική και βαθιά συντηρητική, και ας καμώνεται τη φιλελεύθερη. Ο λανθάνων πουριτανισμός της υποτιθέμενα μοντέρνας κοινωνίας με ενοχλούσε αφόρητα. Αποδείκνυε ότι η πάλη με τα στερεότυπα απαιτεί έναν απέραντο χρονικό ορίζοντα για να αποδώσει καρπούς. Και αντιλαμβανόμουν ότι πολλά από τα κακώς κείμενα ριζώνουν σε στερεότυπα και προκατασκευασμένες αντιλήψεις. Προσπαθούσα να στραγγίζω τη σκέψη μου από ανόητα συμπλέγματα, να την απελευθερώνω. Συνήθως αυτή  μου την προσπάθεια διαδέχονταν απίθανες συγκρούσεις αλλά και η εκλεκτή αίσθηση της λύτρωσης, του γλιτωμού, του απεγκλωβισμού. Ανάλαφρος τότε και ήρεμος μπορούσα να καταστρώνω σκέψεις διαυγείς και πολυσήμαντες. Μέσα από μια κρυστάλλινη καθαρότητα, με ενέπνεαν να βελτιώνομαι-και να βελτιώνω και τις έξωθεν παραφωνίες.

Εκείνο το Νοέμβριο μου τηλεφώνησε μια παλιά φίλη και συμφοιτήτρια. Μετά βίας αναγνώρισα τη χροιά της φωνής της, μετά από κόπο έκρυψα τη ντροπή και τη συγκίνησή μου. Ήταν περαστική από την πόλη και ρωτούσε αν έχω έστω και μισή ώρα για να ιδωθούμε, μετά από αναρίθμητα χρόνια.Έκλεισα το τηλέφωνο αφού τής έδωσα ένα απίθανο ραντεβού- απίθανο γιατί εκμηδένιζε το χρόνο, τη θλιβερή πραγματικότητα της κυκλοφοριακής συμφόρησης και της νομιμοποιημένης αργοπορίας. Παρ' όλα αυτά, έφτασα στον τόπο συνάντησης με θαυμαστή συνέπεια, ακόμα και αν είχε προηγηθεί αγώνας δρόμου ανάμεσα σε μποτιλιαρισμένα οχήματα, ακατάληπτες φωνές και στρίμωγμα μέχρι λιποθυμίας.
Ο χρόνος την είχε αφήσει ανέγγιχτη, σα να έκρυβε κάποιο περιζήτητο μυστικό νεότητας. Ακόμα και να υπήρχαν τα σημάδια του πάνω της, δεν είχαν χαραχτεί, η λάμψη της ήταν τόσο αφοπλιστική που δεν άφηνε περιθώριο για συμβατικούς ορισμούς περί ομορφιάς. Η φίλη μου ένιωθε νέα, άρα ήταν. Μιλούσαμε περί ανέμων και υδάτων, θέματα ακανόνιστα και ερωτήσεις για παλιούς φίλους και γνώριμους. Μέχρι που η συζήτηση έφτασε στην τρέχουσα καθημερινότητα και το πώς όλα άξαφνα αναποδογύρισαν ανατρέποντας τις ελεγχόμενες ζωές μας. Αντί όμως εκείνη να αρχίσει να διεκτραγωδεί τη δική της ανελέητη μοίρα γκρινιάζοντας με περίσσεια δραματικότητα για όλα τα απωλεσθέντα όνειρα από την επιδρομή της πανίσχυρης κακοτυχίας, με ξάφνιασε λέγοντάς μου τα εξής:

΄΄Κανείς δε μας υποσχέθηκε ότι η ζωή θα είναι μονότονη. Και, ορίστε, δεν είναι!Μπορούσε να μας είχε συμβεί ο,τιδήποτε. Μας συνέβη αυτό. Ε και; Είμαστε υγιείς και ποτέ δε θέλαμε ζωές υπό έλεγχο. Αυτά που ζήσαμε τότε τα θυμάσαι; Καμία συγκυρία δε μπορεί να τα αλλάξει. Μπορούν όμως εκείνα να αλλάξουν τη συγκυρία. Ήμασταν ατρόμητοι τότε, λέγαμε ότι τίποτα δε μας πτοεί. Γιατί να μας πτοεί τώρα;Το έχω σκεφτεί τόσες φορές, στα δύσκολα φαίνονται όλα.Και χαίρομαι που ήρθαν τα δύσκολα γιατί θα αποδείξουν πολλά.Αν οι ιδέες μας μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Αυτό θα πει δοκιμασία. Όχι τα εκ του ασφαλούς μεγαλεία. Ξέρεις, συνέχιζε στον ίδιο γλυκό τόνο, το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Πιο πολύ μας εξοντώνει η αίσθηση της κρίσης παρά η ίδια η κρίση. Τώρα κρίνονται όλα.Αυτό μας κάνει πιο αληθινούς''.
Αισθάνθηκα μια πελώρια ανακούφιση. Όχι μόνο με αυτά που άκουγα αλλά και από το γεγονός ότι η φίλη μου εξακολουθούσε να μού εκμυστηρεύεται εκ βαθέων τα εσώψυχά της. Αυτό αποδείκνυε ότι πράγματι υπάρχουν δεσμοί αλώβητοι από το χρόνο και την τρομερή του φθορά. Ανακάλεσα στιγμιαία τους ανέμελους εαυτούς μας, τους πραγματικά αθώους και δυνατούς. Τότε που αρπάζαμε τη στιγμή γιατί αυτό ήταν το νόημα της ζωής- όλα τα υπόλοιπα διαστρεβλώσεις αυτού του νοήματος.Ξύπνησε μέσα μου κάτι σαν εφηβικό σκίρτημα. Μια αλλοκοτη αγωνία, ζωογόνα, που μου έδινε παλμό και ζωή και ρυθμό. Όντως στην κρίση κρίνονται όλα. Και οι κριτές αναγκάζονται να απεκδυθούν από ουτοπικές φαντασιώσεις. έτσι όμως ίσως σιμώνουν σε μια πιο ρεαλιστική πραγματικότητα που είναι ακόμα πιο πρόσφορη. Οι άνθρωποι ανοίγονται, δεν τρέμουν μη φανούν ευάλωτοι, αναζητούν επικοινωνιακoύς διαύλους να πάψουν να νιώθουν το μονόχνωτο της ύπαρξής τους. Να ξορκίσουν την απόγνωση. Μα ναι, τη γνώση δεν την κατακτά κανείς μόνος.Μαζί την κάνουμε βίωμα, γινόμαστε κοινωνοί στα βαθιά της νοήματα, μαζί τα μοιραζόμαστε και νιώθουμε την ευγνωμοσύνη  της πληρότητας.Καμία συγκυρία δεν είναι ισοπεδωτική όσο εμείς δεν ισοπεδώνουμε τους αυθεντικούς εαυτούς μας. Τα ανθρωπάκια θα είναι πάντα φερέφωνα και εμείς αγωνιζόμαστε για φωνή προσωπική, για λόγο με πυγμή, όσο και αν μάχονται να μας τον αφαιρέσουν. Και όλα αυτά τα αδιέξοδα που στρώνονται εμπρός μας με φαινομένα διαβολεμένη όψη, και που αναπαράγονται όλα τα πρωινά της επιδερμικής απελπισίας, ίσως είναι και ο μίτος με τον κρυμμένο εαυτό μας. Ο σύνδεσμος με τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν και ουδέποτε μας αγγίζουν. Η αυτοπραγμάτωση είναι αδιανόητη όταν συντρέχει ανικανότητα για μοίρασμα. Και όταν το βόλεμα παύει να είναι καθεστώς, ο εαυτός μαθαίνει να μοιράζεται, να εκτίθεται, να αποκαλύπτει τις αδυναμίες του. Το γύμνωμα της ψυχής, η φανέρωση της αλήθειας.

Όταν μια αντάμωση μετά από χρόνια καταφέρνει να ανασημασιοδοτήσει τα πάντα, τότε ξέρεις ότι υπάρχει ελπίδα. Καμία κρίση δεν είναι παντοτινή, κανένα πρόβλημα απροσπέλαστο. Όλα προκλητικά φαντάζουν, σε κάνουν να νιώθεις ενεργός, αληθινός, ζωντανός.Κάπως έτσι εκείνος ο ασυνήθιστος Νοέμβρης γέμισε χρώμα και νόημα, με την ελπίδα να τρυπώνει από κάθε γωνιά και με μια πλημμύρα δυνατοτήτων να καθοδηγεί τα βήματά μου.

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Εξέλιξη

Ψάχνει ένα μυστικό που του κρύβεται πεισματικά.Εξανεμίζονται τα φύλλα σαν καλοκαιρινά όνειρα. Παρασύρουν στο διάβα τους θύμησες, τη μία συγχωνευμένη μέσα στην άλλη, να έχουν νόημα ακριβώς επειδή δεν το προδίδουν. Το νεογέννητο φθινόπωρο του γνέφει με την ίδια θαλπωρή. Σαν κατασίγαση φόβων και ατίθασων παθών, σαν ατρόμητο άλμα προς τα εμπρός. Μεταλλάσσεται στην πάροδο των εποχών σε καινή οντότητα, νιώθει την απόσχιση παλιών κομματιών από πάνω του που όμως διεισδύουν στο παρόν και το λεηλατούν. Θέλει να τα στραγγίξει όλα από πάνω του,κομμάτια ασύνδετα που συναρμολογούμενα συνθέτουν το πειθήνιο, συμβιβαστικό προφίλ του. Να τα αποτινάξει θέλει από την ψυχή του που χάνεται στη σήψη μιας άνισης πάλης, που θέλει ερωτοτροπία με νέους δρόμους και αντί  αυτού βαδίζει σαθρή στο ίδιο και απαράλλαχτο μονοπάτι. Όσο για εκείνες τις αγάπες τις άκαρπες, θέλει να αποποιηθεί την μνησίκακη επιρροή τους. Ασυμφωνίες, ετεροχρονισμοί, αποκλίσεις και απατηλές υποσχέσεις τον κάνουν να μαραζώνει με τη στιγμιαία επανεμφάνιση στο τώρα. Απορεί και ο ίδιος με αυτή τη στατική πραγματικότητά του. Είναι άραγε έτσι όντως ή αυτός τη δημιούργησε;H πραγματικότητα που γεννά ο νους είναι παντοδύναμη, κατισχύει έναντι της αντικειμενικής πραγματικότητας, αφού αυτή καθορίζει τη ματιά μας απέναντι στην τελευταία. Μπορεί ο νους του να παράγει τερατουργήματα, πάντως νιώθει δεμένος στη γη, προσκολλημένος σε γνώριμα σενάρια, σε καθημερινές επαναλήψεις στιγμών προκαθορισμένων που μήτε γεύση έχουν μήτε όραμα. Σκόρπισαν οι μέρες λέξεις, χάδια, μομφές, ευχές, όνειρα.Τα παραχώρησαν στο χρόνο με μηδενική αντίσταση.

 Γυρεύει μια εξέλιξη να του υπενθυμίσει πως δεν είναι μονοσήμαντος. Ούτε καταπνίγεται από μαραμένους έρωτες και απολιθωμένα συναισθήματα, ούτε σέρνει την ύπαρξή του βαλσαμωμένη προς μια ακόμα ήττα. Γυρεύει μια αλλαγή αυτόκλητη, ένα γύρισμα στο χρόνο που θα τον αποτραβήξει από τα όσα νομίζει πως ξέρει.Γιατί καμία πραγματικότητα δε μπορεί να είναι στάσιμη.Η στασιμότητα είναι επιλογή, απόρροια του φόβου και της δειλίας για την αλλαγή που μπορεί να έχει και θετικό πρόσημο. Ο φόβος για την αλλαγή είναι ιδιότυπος γιατί συνιστά φόβο για το εν δυνάμει καλύτερο. Εκεί ακριβώς που γιορτάζουν οι δαιμόνιοι φόβοι, επικρατεί ο αραχνιασμένος εαυτός που βολεύεται πίσω από όσα νομίζει πως μπορεί να ελέγξει.Η ικανότητα του ελέγχου της πραγματικότητας δε σημαίνει ότι τη νικάμε. Σημαίνει ότι μας ταπεινώνει. Ο έλεγχος των στιγμών μπορεί να μας μπολιάζει με επιδερμική αίσθηση ασφάλειας αλλά στην ουσία υποδουλώνει το θαύμα. Και η αλλαγή πηγάζει από την περιφρόνηση του ελέγχου και των κεκτημένων γνώσεων. Προϋποθέτει βλέμμα καθαρό, αποδοχή της παντελούς άγνοιας για το κάθε τι. Άξιος καθίσταται κανείς για την αλλαγή μόνο εφόσον είναι έτοιμος να αποχαιρετήσει τη μιζέρια του προβλεπόμενου. Ίσως τα επερχόμενα να μοιάζουν με τρομερούς γρίφους αλλά καμιά φορά ο τρόμος εμφιλοχωρεί στην ψευδαίσθηση της αντίληψης.

 Τίποτα δεν καταλαβαίνουμε πραγματικά.Η πρόσληψη πληροφοριών, παραστάσεων και εικόνων γίνεται πάντοτε με εφαλτήρα την υποκειμενική πραγματικότητα που οικοδομούμε ακόμα και άθελά μας.Για να μη νιώθουμε διχοτομημένοι, πασχίζουμε με κάθε τρόπο να εναρμονίζουμε την έξωθεν πραγματικότητα με εκείνη που γεννάται μέσα από εσώτερες διεργασίες. Έτσι βεβηλώνουμε την αυτοδυναμία και των δύο πραγματικοτήτων και αλλοιώνουμε τη ματιά μας απέναντι και στις δύο.Η χειραφέτηση από τις ψευδαισθήσεις είναι το θεμέλιο για την προσέγγιση της αλήθειας. Η αφετηρία για την κάθε αλλαγή, ακόμα και για την πλέον ανεπαίσθητη.

Ο Νοέμβριος καταφθάνει με μυστικά αινιγματικά και αναζωπυρωμένες προσδοκίες. Τον κοιτάζει προκλητικά, τον προτρέπει να εγκαταλείψει τον εαυτό του που τον καθηλώνει στη θέση του παρατηρητή. Για να ζήσει σε ένα νέο κόσμο πρέπει να είναι αρκετά γενναίος ώστε να εγκαταλείψει τον κόσμο που τον φθείρει μέσα από τους άκαμπτους κανόνες του.Να καταρρίψει τους κανόνες. Εξάλλου έμαθε πια ότι οι κανόνες δεν είναι παρά συντηρητές του τέλματος και εκείνον τον κούρασαν πολύ τα λιμνάζοντα ύδατα. Καιρός να φλερτάρει με τις ανατρεπτικές εξαιρέσεις, καιρός να γίνει ο ίδιος εξαίρεση. Σε έναν κόσμο με αλληλοαναιρούμενους κανόνες ίσως η εξαίρεση φέρει την αλλαγή.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

Η Νύχτα

Η Νύχτα ήταν μαγική. Την ύφαινε μια αίσθηση προσμονής. Κοίταξε τον αιθέρα γεμάτο από αγκαλιασμένα άστρα, ένιωσε τη δροσιά να τρυπώνει μέσα από το παλτό του, διέκρινε μια ακαταμάχητη ομορφιά στους περαστικούς. Η δική του αρμονική ώρα. Σπάνια μεν, για αυτό και ευλογία. Τον σαρκάζουν τα τριάντα πέντε του χρόνια, τον περιγελά η ευτελής λογική των πολλών. Ο ρομαντισμός είναι αναχρονιστικός, του λένε. Κρίμα που εκείνος λάτρευε τους αναχρονισμούς.

Θα τη συναντούσε στην κεντρική πλατεία στις επτά. Αισθάνεται όπως πριν μια εικοσαετία, στο πρώτο του ραντεβού. Στην αναπτέρωση που προκαλεί η αγνότητα και η αίσθηση του ανεξερεύνητου.
Από τότε δεν κατάφερε να ερωτευθεί, αν και το ήθελε με όλη του τη δύναμη. Ίσως επειδή οι γυναίκες έχασαν το αληθινά χαριτωμένο και το αυθεντικά κομψό. Επιβλήθηκαν σε κοινωνικά στερεότυπα και έκαναν εν μια νυκτί μόδα έναν ανδρόγυνο τρόπο συμπεριφοράς. Θαρρείς και ο δυναμισμός πρέπει να συνοδεύεται από κυριαρχία και ακρότητα. Οι γυναίκες τον απογόητευαν με την προβλεψιμότητά τους. Με την προσδοκία ανταλλάγματος που έλαμπε ακόρεστη στα μάτια τους όπως τον κοιτούσαν. Με την ανασφάλειά τους που χτυπούσε καμπανάκι για διηνεκή επιβεβαίωση. Μα και με την αντίφαση να παλεύουν να καταλύσουν το κατεστημένο που τις ήθελε πειθήνιες νοικοκυρές και δοσμένες σε σχέσεις υποτέλειας και μονομερούς αφοσίωσης, για να καταλήξουν να το υπηρετούν άριστα, ακόμα και όψιμα.

 Οι συνομήλικές του είναι γυναίκες με προϋπηρεσία και ζηλευτά βιογραφικά, ίσως και με αστρονομικά ποσά καταθέσεων στην Τράπεζα. Ντύνονται πάντα με βάση ό,τι υπαγορεύει η μόδα, είναι μακιγιαρισμένες στην εντέλεια ακόμα και στις οκτώ το πρωί και συνήθως συζητούν εξονυχιστικά με τις φίλες τους το ίδιο θέμα:πόσο ανεπαρκείς είναι οι άντρες και πως προτιμούν να μην παντρευτούν ποτέ παρά να αφεθούν στην υπέρτατη μιζέρια ενός αφόρητα πληκτικού γάμου. Ταυτόχρονα οικτίρουν οποιαδήποτε προβαίνει στο απονεννοημένο διάβημα και οδηγεί τη σχέση της στο επόμενο επίπεδο, ήτοι γάμο και παιδιά. Άλλο αν ένα αγκαθάκι ζήλειας και εφιαλτικής αναμέτρησης με τη συνείδησή τους τις τσιμπάει στιγμιαία. Άλλο αυτό. Θα προσποιηθούν τις αδιάφορες και θα παραγγείλουν ακόμα ένα ποτό, μέχρι να εντοπίσουν την υποψήφια παρέα τους για το βράδυ, και ίσως για κάποια βράδια ακόμα. Απολαμβάνουν τη ζωή τους χωρίς την καταδυνάστευση της συναισθηματικής ταύτισης που φράζει το δρόμο σε νέες εμπειρίες. Αυτές οι γυναίκες, στην πλειονότητά τους, με τον δήθεν προοδευτικό τρόπο σκέψης τους, τον άφηναν παγερά αδιάφορο. Η παρουσία τους στο χώρο σηματοδοτούσε μια συγκεκαλυμμένη υστερία που ήταν βέβαιος πως με την πρώτη αφορμή θα εκδηλωνόταν. Εκείνος δεν έπαυε να ερωτεύεται το κάθε τι, ωστόσο. Η ζωή η ίδια είναι ένας ατελείωτος έρωτας. Μόνο σε αυτό διαφέρει από το θάνατο. Στην ικανότητα για συναίσθημα, σε διαφορετική ένταση κάθε φορά, με διαφορετική επενέργεια κάθε φορά.

Αυτή τη φορά νιώθει αυτό το πρωτόγνωρο που καθηλώνει. Σα να είναι και πάλι αδέξιος έφηβος που θα καρφωθεί με μια άγαρμπη ατάκα. Δε μπορεί να ντυθεί με τη σοβαροφάνεια του ενήλικα και να παραστήσει πως αυτή η συνάντηση είναι για αυτόν μια συνάντηση ρουτίνας. Νιώθει να γίνεται ξανά παιδί, που δεν ανησυχεί αν δεν είναι άψογο, ούτε μετέρχεται κάποια στρατηγική για να είναι αρεστό. Εκείνη καταφθάνει χαμογελαστή, εκθαμβωτικά όμορφη. Χαμογελάει συνεσταλμένα, γνέφει από μακριά έναν χαιρετισμό. Τα λαμπερά της μάτια γιορτάζουν, η χαρά της έκδηλη σε όλη της την ύπαρξη. Αυτή την αμηχανία της πρώτης συνάντησης θα ήθελε να τη διαιωνίσει Περπατούν στο θαυμάσιο βράδυ χωρίς να μιλάνε πολύ, αλλά οι λέξεις ξεπηδάνε από παντού, σμιλεύουν προτάσεις που γεννάει η σκέψη τους. Η συγκίνηση η αμοιβαία δυο ανθρώπων που νιώθουν ότι βρίσκονται στην αφετηρία μιας μακρόχρονης πορείας. Ενστικτώδης βεβαιότητα;

Είναι διαφορετική, έχει τη λάμψη και τη γλύκα μιας παλιάς εποχής, σα να μετατοπίστηκε στα επίγεια τυχαία. Λόγια απλά, αληθινά, ανεπεξέργαστα. Μια γοητευτική αδεξιότητα που κρύβει γενναίο ερωτισμό. Το βλέμμα της αγγίζει το δικό του σε μια πλήρη αλληλοκατανόηση. Η αλληλεπίδραση των βλεμμάτων είναι καμιά φορά η πιο δυνατή. Περπατούν για ώρες, χωρίς να μιλούν για κάτι συγκεκριμένο, χωρίς να έχουν προσανατολισμό ή προορισμό.Δε χρειάζεται να προγραμματίσουν το παραμικρό. Μπαίνει σε καλούπια η χαρά άλλωστε;

 
Ατενίζουν την πόλη πανοραμικά, αν και δεν την παρατηρούν καθόλου. Υπερτερεί η ανάγκη τους να πλησιάσουν. Τα φορτία της ατμόσφαιρας τους πολιορκούν, η έλξη τους δένει μαγνητικά..και ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει καμία σημασία. Τον κοιτάζουν απλώς, σα να μην τους αφορά, στην έκσταση του νεογέννητου δικού τους κόσμου. Το σκοτάδι είναι για αυτούς το πιο ορμητικό φως. Μία νύχτα αλησμόνητη, με μια ονειρική μαεστρία τους τυλίγει όλο μυστικά ζωογόνα.

 Έτσι είναι να αγαπάς;Να νιώθεις αυτάρκης χωρίς ο Άλλος να σου δίνει κάτι.Να χάνεστε στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας και οι μορφές σας να φεγγοβολούν.Να είναι έρημος ο τόπος τριγύρω και το ''μαζί'' να τον γεμίζει ζωή. Να που ο έρωτας από ιδέα γίνεται βίωμα. Και θέλει να το εξερευνήσει από την πρώτη στιγμή ως την ύστατη ξεκινώντας από αυτή τη νύχτα την πλανεύτρα που αντάμωσε με τα θέλγητρα μιας ζωής.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

Θλίψη

Εκείνη η αίσθηση ήταν οικεία. Αδύναμη να ξυπνήσει, να ανοίξει τα μάτια, να αντιμετωπίσει τη μέρα. Αποδυναμωμένα βήματα τη σέρνουν στανικώς στην κουζίνα. Το νερό που έβαλε να βράσει κοχλάζει αλλά ο καφές τής φαίνεται χλιαρός. Κάνει μια γκριμάτσα αποστροφής στην άνοστη γεύση του, παραμερίζει την κούπα και προσπαθεί να διαβάσει δυο αράδες από κάτι ακατάληπτα θεωρητικά κατασκευάσματα. Νιώθει τον κόσμο έξω να  τρέχει στις ράγες ενός τραίνου με ταχύτητα σημαδιακή. Κι εκείνη πάντα πίσω, σε τέσσερεις τοίχους θεόκλειστη, πίσω από κακόγουστες κουρτίνες και ένα σπίτι όπου λιμνάζει η ελπίδα. Στον κόσμο της όλα κυλούν με ωθήσεις απανωτές, αργά, σαν βάσανο σαδιστικό. Στις σκέψεις της κολλάει ένα ένδυμα αβεβαιότητας, μια κλωστή θλίψης ακουμπάει στα χείλη της, είναι πέτρινα αυτά τα χείλη, ανέκφραστα. Μα και τα μάτια, στριφογυρίζουν μέσα τους κλονισμένα φεγγάρια και μέρες ερειπωμένες από νόημα και αγάπη.

 Μέρες τώρα  αναρίθμητες(να είναι άραγε χρόνια;)δίνεται στη θλίψη της, βουτώντας στα όσα τής ψιθυρίζει κάθε τόσο. Η θλίψη τής ψιθυρίζει όσα η ίδια δεν τολμά να πει στον εαυτό της. Κι όμως σφηνωμένα μέσα της είναι και βεβηλώνουν την ηρεμία της. Δεν την αφήνουν να ανασάνει, να βρει το χρώμα στης μέρας το θνησιμαίο λευκό, να εκραγεί. Η απελευθέρωση από τα εσώτερα δαιμόνια είναι λύτρωση και εξαγνισμός. Τότε γιατί τα φύλακίζουμε μέσα μας όλο αιδώ και φρικτές τύψεις;Όσο κρύβουμε δειλά όσα μας χαρακτηρίζουν, τόσο εκείνα θα αναζωπυρώνονται. Μας στιγματίζουν τελικά όσα αγνοούμε, ανασταίνονται όσα προσπαθούμε ευθυνόφοβα να ενταφιάσουμε. Η ευθυνοφοβία επιφέρει αναπαραγωγή των ευθυνών, όπως ο φόβος προκαλεί τον κίνδυνο, ακόμα και αν αυτός δεν υφίσταται αντικειμενικά. Η σκέψη μπορεί να παραλύσει αλλά και να γεννήσει τα πάντα. Κινητήρια δύναμη ο νους, με όλα τα έκδηλα και τα λανθάνοντα στοιχεία του.

Θα αναζητήσει τρόπους που θα διαβρώσουν τη θλίψη της. Φάρμακα ανούσια και αντίδοτα αστεία που μέσα από την παροδική λήθη θα προωθήσουν στο τέλος τις πιο πικρές μνήμες. Διολισθήσεις που θα καταλήξουν στην απόλυτη πτώση.Ένα ξεγέλασμα, μια αυταπάτη χαζή, μια ύπνωση  που θα αφαιμάξει τις αισθήσεις. Να μη νιώθει τίποτα, να νιώθει χαρούμενη, να φαίνεται ευδιάθετη, να μη φαίνεται παράξενη. Χαρούμενος είναι κανείς αβίαστα, όταν προσπαθεί να γίνει χαρούμενος σημαίνει ότι παλεύει με τη θλίψη-και όχι επί ίσοις όροις.

Συχνά προτιμάμε να καταπνίγουμε ένα πρόβλημα από το να το ανασύρουμε στην επιφάνεια. Θαρρείς και τότε θα γίνει πραγματικό, ενώ αν το φυλάμε μέσα μας θα είναι  φαντασίωση. Έτσι και με τη θλίψη. Η συντριβή της θλίψης είναι δυνατή μόνο μέσα από την παράδοση σε αυτή. Με τεχνικές παράκαμψης και καθυπόταξής της μέσα από μια στρατηγική αυτοεπιβαλλόμενης χαράς, η θλίψη ατσαλώνεται και διαωνίζεται. Κατοικεί στη θλίψη μια ομορφιά ιδιάζουσα, ίσως επειδή σε αυτή φωλιάζουν ανομολόγητες αλήθειες και κανένα παζάρεμα δεν έχει θέση, ούτε μια γωνιά για να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις. Δεν είναι πρόξενος κακού η θλίψη, ούτε υπόκειται σε χρονικά πλαίσια εντός των οποίων είναι εύλογη και φυσιολογική. Το φυσιολογικό είναι να διέλθει από όλα τα στάδια,από όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις, από όλες τις επίπονες ζυμώσεις, από όλη εκείνη τη γονιμη μοναξιά που δίνει στην όψη πρωτότυπη νεότητα και στην ψυχή αλώβητη ακμή.

Έτσι και εκείνη το νιώθει, δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τον κόσμο που καλπάζει σε μια χαοτική ροή εικόνων. Ο κόσμος έχει αμαυρωθεί από άπειρους συμβολισμούς και αλληγορίες όλο δέος. Δεν είναι σε θέση να διακρίνει τις συναρπαστικές του πτυχές, είναι  ένα ναυάγιο ο κόσμος σε ένα ταξίδι γεμάτο από αλλαγές πλεύσης και απρόοπτα. Στο δικό της σκηνικό όπου οι δείκτες του ρολογιού είναι βαλσαμωμένοι και νιώθει πως μόνο η ίδια κουβαλάει τόση οδύνη μέσα της, η απόγνωση κεντάει ασπρόμαυρες εικόνες. Γυρεύει μια διέγερση, μια αλλιώτικη πνοή στη μέρα, ένα σύνδεσμο με τον κόσμο που τη χαιρετάει αποξενωμένος. Ορκίζεται πως δε θα επιπλήττει τον εαυτό της που νιώθει λύπη, ούτε θα είναι μανιακή με τα αίτια  αυτής.

Τα συναισθήματα είναι ακίνδυνα όσο είμαστε ειλικρινείς μαζί τους. Σε κάθε απόπειρα αλλοίωσής τους, μετατρέπονται σε δίνες και απειλές, εχθρεύονται την παραποίηση και αντιδρούν εξοργισμένα.

Δεν τη νοιάζει αν είναι παράξενη. Αν ο κόσμος που τρέχει τη θέλει μόνο χαμογελαστή και γεμάτη σιγουριά, αν τής κολλήσει άχαρες ταμπέλες ή τη ρετσινιά της καταθλιπτικής.  Μόνο αν συμφιλιωθεί με τα παράδοξά της θα μπορέσει να αντέξει τη λόξα του κόσμου. Μόνο αν η θλίψη διεισδύσει εντός της θα είναι όντως χαρούμενη. Χαρά που απαιτεί προσπάθεια κρύβει ανίατη θλίψη. Μερικές φορές, το πρόβλημα δεν είναι άλλο από την άρνησή του.Το πρόβλημα δεν είναι η θλίψη αλλά η μανιώδης τάση να την αποδιώχνουμε πριν καν κάνει τον κύκλο της-και η συνακόλουθη υποτροπή της. Και αυτό τον γριφώδη κόσμο που χάνεται σε ένα ατέλειωτο ποδοβολητό τον βρίσκει τόσο θλιβερό!Αλλά το έμαθε πλέον, το να ψάχνει αντίδοτο για τη θλίψη  είναι σα να προσπαθεί να ανατρέψει μια αναγκαιότητα, σα να κρύβεται από το πεπρωμένο της. Θα αφεθεί σε αυτήν μέχρι να γίνει αυθεντικά χαρούμενη, μέχρι να πάψει να τρέχει λαχανιασμένη πίσω από έναν κόσμο που κοιτάζει τα συντρίμμια της και προπορεύεται γεμάτος πορφυρά αινίγματα που καγχάζουν Άλλωστε ίσως ο μόνος τρόπος να ξορκίσει τη θλίψη είναι να συμφιλιωθεί μαζί της.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Εγω-ισμός

Άκουσα τη φωνή σου τρεμάμενη, να ψάχνει ένα σημείο να ξαποστάσει. Η ίδια βελούδινη χροιά αλλά ταραγμένη, να με ζητάει πάλι πίσω. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο.Άρπαξα το σακάκι μου και σα σίφουνας βγήκα στους δρόμους. Άλλη μια βόλτα μαζί σου, άλλη μια επανασύνδεση, μετά από μέρες αποχωρισμού και νεκρικής σιγής. Να τα βγάλεις πέρα με τη μοναξιά σου αδύνατο. Η εκεί οδύνη σου προξενούσε φρίκη και μίσος και φόβο. Μέχρι κάποια σκέψη να φυτρώσει σχιζοφρενικά μέσα σου και να σε κάνει πάλι κυνηγό της αυτάρκειας. Επέστρεφες σε εμένα με την ίδια ευκολία που με άφηνες. Αθέμιτη δεν ήταν ούτε η φυγή, ούτε η επανάκαμψή σου. Αθέμιτη ήταν η νομιμοποίησή τους από εμένα αλλά στον έρωτα μέτρα και σταθμά δεν υπάρχουν. Θεωρούσα ότι ο περίπλοκος ψυχισμός σου απαιτούσε χειρισμούς λεπτούς και ευέλικτους. Έδειχνα κατανόηση γιατί καταλάβαινα ότι με εσένα πάλευες, με τα δαιμόνιά σου. Με την ιδιότητα του ψυχικά ισορροπημένου, δεχόμουν κάθε ανισορροπία που σε έδιωχνε μακριά ή σε έκανε να σκαρώνεις επαναγωγές.

 Στον έρωτα άλλωστε δεν κάνεις αποτιμήσεις, ούτε σταθμίζεις ορθολογικά τα υπέρ και τα κατά. Αφήνεσαι μόνο στη θεότρελη αναγκαιότητα της ανορθοδοξίας του, ειδικά αν στη ζωή σου υπάρχει πλεόνασμα λογικής. Εγκαταλείπεις το Εγώ ένα σκαλοπάτι πιο πίσω, με κίνδυνο η ουσία σου να κατρακυλήσει. Εξάλλου το ''Εμείς΄΄ έχει αξία, νόημα και σημασία. Η σύνθεση δύο ξένων κόσμων σε οικεία ολότητα. Η αναζωογόνηση μέσα από το θάνατο της εγωπάθειας. Η απόσχιση από την μανία με το εγωιστικό σύμπαν, το αποστειρωμένο και πανέρημο. Η συντροφικότητα που σου θυμίζει πόσο μονοδιάστατος είσαι όταν υπάρχεις μόνο για εσένα.

Έκανα υπομονή για μια ακόμα φορά, εκπαιδευμένος πια στα ανώριμα τερτίπια σου. Μου εξήγησες ότι είμαι το μοναδικό σταθερό σου σημείο όταν όλος ο κόσμος σε διαψεύδει. Η αλήθεια είναι πως μου άρεσαν τα όσα άκουγα γιατί με βόλευαν, γιατί τα χρειαζόμουν. Όπως και τις υποσχέσεις σου ότι από εδώ και πέρα θα αλλάξεις και θα επιδείξεις πιο σταθερή συμπεριφορά. Έλεγες πως για όλα έφταιγε ο τρόμος που σου γεννούσε η συναισθηματική εξάρτηση μιας σχέσης. Γι' αυτό επιβαλλόσουν σε αυτήν με το να τη χαλιναγωγείς εσύ, με το να την αποτρέπεις. Σε αέναη φυγή όταν τα πράγματα έπαιρναν μια πιο σοβαρή τροπή. Ομολογουμένως αυτή η αντρική αντίληψη της σχέσης από μία γυναίκα δε μου είχε ξανατύχει. Με είχε εξιτάρει και με είχε κεντρίσει, κουβαλούσα και εγώ γερές δόσεις μαζοχισμού. Γι' αυτό και σε κανάκευα ολοένα και παραπάνω αναπληρώνοντας το έλλειμμα της δικής σου προσπάθειας. Δεν έβλεπα ότι για εσένα υπήρχε μόνο το ''Εγώ'', σαν τεράστια φωτεινή επιγραφή, ότι ήμουν το δεκανίκι σου όταν η ανασφάλειά σου άγγιζε το ζενίθ. Η εύκολη λεία για την οποία όλες σου οι μεταπτώσεις ήταν υγιείς και εκλογικεύσιμες. Πάντα είχες τη συγγνώμη εύκολη, πάντα είχα τη συγχώρεση αναπόφευκτη. Κάπως έτσι κατέληξα να μη μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου.

Κάπως έτσι και μετά από απανωτά σκαμπανεβάσματα, μου είπες ότι η σχέση μας έχει βαλτώσει και δεν πάει άλλο. Δεν ήθελες να με πληγώσεις αλλά δεν ένιωθες τίποτα πια. Υπήρξα απίστευτα καλός μαζί σου, είπες, για να σου αξίζει ανειλικρινής συμπεριφορά. Ένιωθες πια καλά με τον εαυτό σου και δεν χρειαζόσουν μια σχέση να σε αναπτερώσει. Ήθελες να μείνεις μόνη και να εξερευνήσεις νέες προοπτικές. Η ωμή σου ειλικρίνεια με επανέφερε στην πεζή πραγματικότητα. Εσύ ήσουν μικρή και εγώ παραήμουν μεγάλος για να συνομιλήσω με τους δικούς σου όρους. Το μόνο που σου είπα είναι να μην επικοινωνήσεις μαζί μου ξανά γιατί απλούστατα δε θα λάβεις απάντηση.
''Καταλαβαίνω απόλυτα'' απάντησες με φανερή αυταρέσκεια και με χαιρέτησες ξερά. Μεταβολή και τέλος.

Ο έρωτας ο βαθύς και ο αυθεντικός εξουδετερώνει τον εγωισμό, οι εκφυλισμένες πλευρές του έρωτα τον εξάπτουν. Γιατί κάθε νοθευμένη μορφή του έρωτα, κάθε παραφθορά της αμιγούς, θαυματουργής του μορφής, αντιστοιχεί σε αυτοερωτισμό. Ο αυτοερωτισμός με τη σειρά του είναι το σημείο όπου ο εγωισμός αποκορυφώνεται μέσα από αλλεπάλληλες αντανακλάσεις του εαυτού μας στα μάτια ενός άλλου που υποτίθεται ότι είναι το αντικείμενο του πόθου μας ενώ στην ουσία απλώς καθρεφτίζει με μεγαλύτερη ευκρίνεια το είδωλό μας. Ο έρωτας μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά για κάθε εγωιστική προδιάθεση όταν δεν ενδίδει μικροπρεπώς στα δεσποτικά προστάγματα του εγωισμού που στο τέλος τον υπονομεύουν. Και τι θα ήταν ο έρωτας αν δε μας απομάκρυνε έστω και για λίγο από το μονόχνωτο εαυτό μας; Και όμως, οι δριμύτατες εκφάνσεις ατομικών παθών αναδύονται στα πλαίσια μιας ερωτικής σχέσης.

 Αντίφαση είναι ο έρωτας, επαναπροσδιορισμός  και ανατροπή. Κάνει τη δική μας αντίφαση πιο υποφερτή, μας συμφιλιώνει με τις αδυναμίες μας , κάνει το ''Εγώ '' λιγότερο τρανό, έτσι όπως είναι στραμμένο στο ΄΄Εμείς΄΄ και μάχεται να το καταστήσει χειροπιαστό. Σίγουρα ο έρωτας δεν προγραμματίζεται, ούτε είναι ασφαλές καθεστώς όπου όλα βαίνουν με όρους αρμονικής  αμοιβαιότητας. Το σίγουρο είναι όμως πως όταν ο έρωτας είναι μονόπλευρος, μια στοιχειώδης δόση εγωισμού και αυτοπροστασίας πρέπει να δίνει το παρόν.

 Μετά από όλη αυτή την άκαρπη προσπάθεια να σε κρατήσω κοντά μου, κατάλαβα ότι ο έρωτας είναι θαυματουργός όταν είναι αβίαστος. Το να είσαι σε μία σχέση προσδοκώντας να αλλάξεις τον άλλο είναι σα να κυνηγάς χίμαιρες...εσένα θα αλλάξεις και μάλλον όχι κατά το προσδοκώμενο. Θα έρθει η στιγμή που θα καταλάβεις πως ο έρωτας είναι απίθανος γιατί γεννιέται αβίαστα. Δεν είναι αποτέλεσμα μεθόδευσης και προσπάθειας συγχρονισμού. Στον έρωτα παρελαύνουν οι πιο ασύδοτοι ετεροχρονισμοί και όμως όλα μοιάζουν άψογα συγχρονισμένα.  Μέσα από τα πιο απλά, ξεδιαλύνει και τα πιο περίπλοκα. Μέσα από το θάνατο του εγωισμού, σε κάνει να αγαπάς τον εαυτό σου ουσιαστικά, μέσα από τον Άλλο και για τον Άλλο. Και τότε θα είσαι απογυμνωμένος από άμυνες, ακόμα και από τις πιο σθεναρές. Ναι, είναι εγωιστικό να περιμένεις ανταπόδωση στον έρωτα, ακόμα πιο εγωιστικό όμως είναι να παλεύεις να την εκμαιεύσεις. Δεν υπάρχει πιο αντιερωτική αξίωση από την εγωιστική έκκληση για συναίσθημα. Εξάλλου στον έρωτα δεν υπάρχουν αιτήματα παρά μόνο η ικανοποίησή τους. 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Παρελθολαγνεία

Τα χρόνια που πέρασαν σε άφησαν έρημη. Βάδιζες στους διαδρόμους του χθες με την πυρετώδη λαγνεία του ανθρώπου που αποποιείται το τώρα.Περαστικοί στο δρόμο σε έσπρωχναν εκνευρισμένοι που παρακώλυες τη φυσιολογική κίνηση, έτρεχαν για τις δουλειές τους με ύφος ωφελιμιστή. Δεν έδινες σημασία, ποτέ δε σε άγγιζε ο καθημερινός πανικός. Ζούσες στο πλαστικό σου σύμπαν όλο σταλαγματιές από όνειρα και αποδράσεις από όσα σε καταπίεζαν. Μόνη χρόνια πολλά.Όλα πλέον τα έκανες μηχανικά, δεν τα ένιωθες, τα επιτελούσες μόνο σαν κουρδισμένο παιχνίδι που ξέχασαν στο δρόμο. Παρατηρούσες τη ζωή να κυλάει γύρω σου και μια ζαλάδα σου προκαλούσε λιποθυμικές τάσεις.Την εξέλιξη και την αλλαγή δε μπορούσες να αντιληφθείς, είχες εθιστεί στη στασιμότητα και την θεοποίηση ειδώλων. Χαμένη από όλους και ξεχασμένη.

Δεν ήθελες να το παραδεχθείς αλλά η αιτία για την κωματώδη σου κατάσταση ήταν εκείνος ο επώδυνος έρωτας. Σα να σφράγισε την ερωτική σου ζωή με την πνοή του μοιραίου. Να ήταν επειδή ξαφνικά σου δήλωσε μια ανάποδη πρωία ότι η ζωή προχωράει μια χαρά και χωρίς τη δική σας συνύπαρξη;Επειδή μαζί του μοιράστηκες τις πιο φορτισμένες συγκινησιακά στιγμές που σου θυμίζουν ότι η ζωή κρύβει μια ευδαιμονία γαργαλιστική και ανυψωτική μαζί;Ή επειδή τον εξουσιοδότησες εσύ η ίδια, άμοιρη αμυντικών μηχανισμών, σε άσκηση καταλυτικής επιρροής πάνω σου;
 
Εκείνο το πρωινό με το σκληρά ανακοινωθέν του χωρισμού σας, θυμάσαι την ηρεμία του προσώπου του που άγγιζε τα όρια του κυνισμού. Σα να σου έλεγε πως ο χωρισμός σας είναι αναπόφευκτος, ένα λογικό επακόλουθο, μια ξερή αναγκαιότητα. Και, όντως, ο χωρισμός είναι γεγονός αναγκαίο τόσο, όσο και η απαρχή της σχέσης. Όσο μαγική είναι η αιφνίδια έναρξη της σχέσης, άλλο τόσο οδυνηρός είναι ο ακαριαίος τερματισμός της.Ποτέ όμως δε σκεφτόμαστε ότι ανάμεσα στην αρχή και το τέλος πρέπει να υπάρχει μια συμμετρία.

Έπεσες στα πατώματα, γύρεψες σμήνη από γιατί ηλεκτρισμένα, βούλιαξες σε θνησιμαία σιωπή και ατέρμονους μονολόγους. Σύρθηκες ξωπίσω του πεπεισμένη ότι με λίγη καλώς νοούμενη πίεση θα αναθεωρήσει. Το μόνο που κατάφερες είναι να απαντήσει με ντροπιαστική για εσένα απάθεια. Όσο σε απέρριπτε, τόσο δαιμονιζόσουν. Όσο έκοβε κάθε δίαυλο επικοινωνίας, θέριευε η μανία σου να ανακαλύψεις κάθε του κρυψώνα.Η γυναικεία σου φύση μαράζωνε, το συναίσθημά σου συντετριμμένο.Και οι αναμνήσεις, πάντα νωπές, πάντα εκεί να σου θυμίζουν ότι μόνο μαζί του η ζωή σου φανέρωνε την αληθινή της νοστιμιά.Μέσα στα χρόνια, έμαθες να ερωτοτροπείς με μια Ανάμνηση. Με μια ιδέα, με μία φαντασιακή κατάσταση, με μία λήξασα ευτυχία.
 
 Η προσκόλληση στη χθεσινή ευτυχία υποθηκεύει κάθε πιθανότητα παροντικής χαράς. Εξάλλου η χθεσινή ευτυχία συντίθεται από παραποιημένα στιγμιότυπα, η ζαβολιάρικη φαντασία μας εισχωρεί στα περασμένα και τα καλλωπίζει, έτσι για να μας δώσει την αίσθηση του σπουδαίου, ακόμα και ας παρήλθε,ή ακριβώς επειδή παρήλθε.
 
Αγνοούσες κάθε αντρική παρουσία που σε προσέγγιζε, κάθε ματιά, λέξη και πρόταση. Είχες γίνει πια απροσπέλαστη για τους άντρες, αν και αυτό σε έκανε ακόμα πιο ελκυστική στα μάτια τους. Σε πολιορκούσαν επίμονα, εσύ όμως τους έβρισκες όλους άνοστους, χλιαρούς και ουδέτερους.Το άτυπο μέτρο σύγκρισης πόζαρε σαν ιδανικό σε μια φωτογραφία σφηνωμένη στα άδυτα της μνήμης σου. Πώς γίνεται να μας καταδιώκουν άνθρωποι που μας εγκατέλειψαν;

Σε στοιχειώνει η μορφή του που ποτέ δεν υποδύθηκε το ρόλο που ήθελες να της διανείμεις , που έμελλε να σβήσει τα ιδιόγραφα σου σενάρια.Και όμως, κανένα αδιέξοδο δεν είναι αυτεξoύσιο,όπως και η στασιμότητα είναι πάντα επιλογή. Και ας την χρεώνουμε στη συγκυρία, στην ατυχία και σε αθέλητες εκβάσεις. Μέσα μας τα αδιέξοδα αναπαράγονται, ισχυροποιούνται, διαιωνίζονται. Μέσα μας οι πληγές κακοφορμίζουν γιατί μερικές φορές τις έχουμε ανάγκη. Δεν θέλουμε να επουλωθούν γιατί θα μας θυμίσουν πόσο νεκρή είναι η ψυχή μας. Όταν ανατρέχουμε στο χθες, τείνουμε να του προσδίδουμε μια ανυπέρβλητη αίγλη. Και όχι, αυτό δε σηματοδοτεί εκεχειρία με το χθες, σηματοδοτεί παγίδευση σε αυτό.

Κουβαλάς τα σημάδια του πάνω σου. Τα σημάδια της εγκατάλειψής του. Γιατί η απώθηση προκαλεί δριμύτατη έλξη;Ίσως επειδή η έλξη είναι ατιθάσευτη, δε δαμάζεται με προσταγές και υποβολές, εξαγριώνεται μάλλον.Τα βήματά σου  έχουν αποτυπωμένα τα δικά του ίχνη, ισόβια δική του νιώθεις,ακόμα και αν έχουν περάσει δύο χρόνια που δεν σε αποζήτησε. Στο δρόμο σκουντήγματα αλαφιασμένα σε βγάζουν από τη γλυκιά σου νάρκη. Στιγμιαία σε εξωθούν από το θολό όνειρο του διαχρονικού έρωτα σε μια τετριμμένη πτυχή της ημέρας όπου όλοι εκτελούν καθήκοντα με το βλέμμα στο πάτωμα.

 Έπειτα νιώθεις δικαιωματικά τρελή. Δε σε νοιάζει αν σε κοιτάζουν με την καχυποψία που κοιτάζουν έναν παράφρονα.Στον έρωτα δε χωράνε οροθετήσεις, κυριολεξίες και εξορθολογισμοί. Ούτε αυτό που πέθανε κυριολεκτικά σημαίνει ότι δε μπορεί να αναβιώνει. Όλα εσύ τα ρυθμίζεις και όλα εσύ τα μπολιάζεις με πιθανότητα.Δε σε νοιάζει αν είσαι μόνη. Σου αρκεί που κάποτε, κάπως, κάπου, ένιωσες ατρόμητη απέναντι στη μοναξιά γιατί ήσουν μαζί του. Ακόμη και αν δεν είναι πια εδώ, του δίνεις εσύ χώρο να υπάρξει, απλούστατα γιατί δε  μπορούμε να σκοτώνουμε ό,τι μας ανασταίνει.
 

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ζήλεια

Σκέπαζε η νύχτα τα πιο φωτεινά σου όνειρα. Τα σμίλευε η μέρα προσεκτικά, περίτεχνα, με την επιδεξιότητα της σοφίας. Όνειρα όλο διαύγεια και τόλμη, με πανεμορφία ασύλληπτη. Γέμιζε η νύχτα σκιές και πλάσματα ουρανοκατέβατα, παγίδες του νου και συμμορίες αόρατες. Ακουμπούσες στη βελούδινη θαλπωρή της νύχτας όλο προσμονή. Μπορεί να μην είχες τη στερεότυπη ομορφιά αλλά ο ερωτισμός σου έκανε τις μικρές σου ατέλειες να φαντάζουν με χάρες λαμπερές. Με εντυπωσίαζαν οι λεπτομέρειές σου. Τα διαφοροποιητικά σου στοιχεία ήταν και τα πιο ελκυστικά. Η φλυαρία που σε έπιανε η ακατάσχετη όταν ερχόσουν σε αμηχανία ή άκουγες κάτι ευχάριστο, το πείσμα σου όταν σε εκνεύριζε μια αθέλητη παράλειψή μου, η μελαγχολία που σε έκανε εκθαμβωτική. Δε θα μπορούσες παρά να χτίζεις σχέσεις παθιασμένες, έντονες, συγκρουσιακές. Ένιωθες ασφαλής μόνο όταν με έθετες σε εγρήγορση, έπρεπε να είμαι πάνοπλος για πάσα επίθεσή σου. Ανά πάσα στιγμή. Άλλοτε λεκτική, άλλοτε με τη μορφή απροσδόκητης έκπληξης, πάντα σκάρωνες κάτι να πυροβολήσει τη μονοτονία της ώρας, ο,τιδήποτε δε θα σου φόρτωνε τη ρετσινιά της προβλέψιμης. Μα και πάντα στα μάτια σου μια ζυγαριά να σταθμίζει το κάθε τι. Ανήσυχη, άγρυπνη, σε επιφυλακή. Μα πάνω από όλα...σε κέντριζε μια αδικαιολόγητη ζήλεια. Ιδέες που γεννούσε η ανασφάλειά σου μέσα από πηγές καχυποψίας αστείρευτες, δύσπιστα καταστροφολογικά σενάρια που ανίχνευαν πλοκή πίσω από το απλούστατο.

Νόμιζες πως δεν είμαι δοσμένος σε εσένα και έτσι με έκανες να κατακερματίζομαι. Η ζήλεια σου με έκοβε σε μυριάδες κομμάτια,εξουθένωνε τον έρωτά μου, με έκανε να απορώ. Γιατί δε μπορούσες να ησυχάσεις στιγμή;Έκρυβες τον εαυτό σου πίσω από κουρτίνες ψεύδους, η ψευτοάνεσή σου μαρτυρούσε πόσο υπέφερες. Περίμενες μέσα σε αγωνιώδη  βράδια να ανακαλύψεις την προδοσία μου. Κάθε φορά που μιλούσα στο τηλέφωνο, οι εικασίες σου έδιναν ρεσιτάλ ακρότητας. Υπέθετες ότι ερωτοτροπούσα με κάποια συνάδελφο από το γραφείο, ή με κάποια τυχαία, αιθέρια ύπαρξη. Όλες θα έβλεπαν την ακαταμάχητη γοητεία μου, αυτό πίστευες μέσα στην τρέλα σου, δε μπορούσες να ξεδιαλύνεις το συνηθισμένο της παρουσίας μου, ούτε τις ατέλειες μου που ο έρωτάς σου έσβηνε επιδέξια. Αυτή η φαντασιοπληξία των ερωτευμένων!Το άσπρο μαύρο κάνει, προάγει τις αντιθέσεις γιατί αυτές τίκτουν τον έρωτα-λόγο ύπαρξης.Είχες αρχίσει όμως να με κουράζεις. Με ένα βλέμμα αφηρημένο, να ατενίζει το κενό, μια περιφερόμενη πίκρα η ύπαρξή σου που μαχόταν να ψηλαφίσει την απιστία εκεί που ήταν ανύπαρκτη!
 
Μόλις γύρισα από τη δουλειά εκείνο το αλησμόνητο απόγευμα Τετάρτης, η ματιά σου άρχισε να με περιστοιχίζει με παράφορη οργή.Σε ρώτησα τι έχεις, ενώ τα μάτια μου είχαν κοκκινίσει από τις άδειες ώρες μπροστά στον υπολογιστή και έναν ομηρικό καβγά με αναιδέστατο πελάτη. Αυτά που άκουσα με άφησαν άλαλο.Σε έχω παραμελήσει έλεγες, από συνήθεια σε κρατάω, γιατί δεν έχω και τα κότσια να σου ζητήσω να το διαλύσουμε. Εξάλλου έχω ανοιχτά πολλά μέτωπα και γυρεύω πανικόβλητος την επιβεβαίωση. Είμαι αλλού και δεν αντέχεις να σε εξαπατώ. Κατηγορώ, εικασίες αυτοεπαληθευόμενες και χοντροκομμένες προσβολές έκαναν παρέλαση χωρίς αιδώ. Φώναζες πλέον, ανεξέλεγκτη, πεπεισμένη ότι η σιωπή μου συνιστούσε ομολογία των πράξεών μου. Περίμενα στωικά να πέσει η αυλαία σε όλο αυτό το παραλήρημα.Ξέσπασες σε κλάμα ατελείωτο, σωριάστηκες σε μια καρέκλα και έκλαιγες για ώρα, αβοήθητη και ανυπεράσπιστη. Άκουγες αυτά που φοβόσουν τόσο, ώστε να τα προκαλέσεις. Σχέση χωρίς εμπιστοσύνη είναι διαδικασία αυτοτυραννίας.Δε μπορείς να αμφισβητείς τον άνθρωπό σου, ακυρώνεις και εσένα έτσι.Μα και η ζήλεια τελικά έτσι αδηφάγα που κατασπαράζει τον έρωτα, τον αποτελειώνει. Τα σενάρια της ζήλειας τα αρρωστημένα ο έρωτας τα απεχθάνεται. Καταφέρνει έτσι στο τέλος να πραγματώσει αυτά τα τόσο κακόγουστα και θλιβερά σενάρια.Αφήνει τη μοναξιά να κατοικοεδρεύσει. Αναγκαίο για να σε συνετίσει για τη λειψή σου εμπιστοσύνη. Όσο και αν το έρωτας έχει ανάγκη από ένα πάθος να τον ανατροφοδοτεί, άλλο τόσο φθίνει όταν αυτό το πάθος αφήνεται αχαλιναγώγητο. Αχαλιναγώγητος είναι μόνο ο ίδιος ο έρωτας, όχι τα παρελκόμενά του. Αλλιώς τον κατατροπώνουν, τον υπονομεύουν, τον φονεύουν.
 
Με την παροιμιώδη αντιφατικότητα του ανασφαλούς, στο άκουσμα της απόφασής μου να χωρίσουμε, ξύπνησες από το κώμα. Μου ζητούσες γονυπετής συγγνώμη που αμφέβαλλες για εμένα, πως όλα τα είπες επειδή ήσουν συναισθηματικά φορτισμένη και πως, φυσικά, δεν εννοούσες ούτε λέξη. Η ευκολία με την οποία αυτοαναιρέθηκες, πρόδωσε την ψυχολογική σου αστάθεια, την αδυναμία σου να συνυπάρξεις. Για να δώσεις συντροφικότητα, πρέπει να απαλλαγείς από κάθε ανελεύθερο στοιχείο που σα μάστιγα σε αποπροσανατολίζει. Δε σε άκουσα στιγμή, πλέον ένιωθα μόνο οίκτο και ενοχές. Αυτό ήταν το σημάδι της δικής μου φυγής. Όταν αναρωτηθείς αν πρέπει να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία σε μια σχέση, σημαίνει πως ήρθε η ώρα να την τερματίσεις. Οι σχέσεις δεν είναι για επανειλημμένες δοκιμές, ούτε άξαφνα γίνονται ιδανικές. Μερικές φορές πρέπει να νικάς το πείσμα σου να συντηρείς επ' αόριστον κάτι νεκρό. Πρέπει να αντικρύζεις κατάματα την επιλογή σου και να την αποχαιρετάς, ακόμα και αν αυτό το αντίο σου χρεώνει μια προσωπική αποτυχία.

Yπεροψία

Όσο διαλλακτική και να υπήρξα με τους ανθρώπους, ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω εκείνους που έπαιρναν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Είτε ρητόρευαν με στόμφο όντες ετοιμοπόλεμοι με το γνωμικό που άρμοζε στην περίσταση, είτε εκθείαζαν το σπάνιο ταλέντο τους στη φωτογραφία, είτε αναλώνονταν σε επίδειξη άψογου στυλ, εξειδικευμένης γνώσης, υλικού πλεονάσματος. Πάντα κυκλοφορούσαν μαζί με την πολύλογη υπεροχή τους με στόχο να ξεσκεπάσουν τη δική σου ένδεια.

Δε χρειάζεται ασφαλώς να είναι κανείς ψυχολόγος για να αντιληφθεί τους τόνους ανασφάλειας που υποκρύπτει μια τέτοια κοινωνική συμπεριφορά. Εδράζεται σε κίνητρα εσώτερα, σε αδυναμία χειρισμού και χαλιναγώγησης της προσωπικής ανασφάλειας. Πάντα ωστόσο στα μάτια μου αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν ένα αναγκαίο κακό. Σαν γραφικές παραφωνίες της καθημερινότητας που προσπαθούσα να ατενίσω με χιούμορ αλλά συνήθως αποτύγχανα. Γιατί αυτές οι καρικατούρες που περιφέρονταν παρέα με τα ημερήσια τους επιτεύγματα διέθεταν αυτό το ακαταμάχητα απωθητικό στοιχείο που πάγωνε κάθε μου προσπάθεια να τις συμπαθήσω. Εννέα στις δέκα με προσπερνούσαν με ένα επιτηδευμένο χαμόγελο αυταρέσκειας ανάμεικτο με ψήγματα περιφρόνησης. Ή θα κινούσαν γη και ουρανό ώστε το βλέμμα τους να μη συναντήσει ποτέ το δικό μου.Οι συναναστροφές τους έπρεπε να είναι συναγελασμοί επιπέδου, όπου θα αποθέωναν τα αδιαφιλονίκητα χαρίσματά τους, υπό την αμοιβαία επικρότηση του συνομιλητή-κόλακα, άλλως συνιστούσαν απώλεια χρόνου. Όπου χρόνος, χρήμα. Και όπου χρήμα, δείκτης. Δείκτης γενικός, δείκτης καθολικός, δείκτης μοναδικός.

Σε μία νοητή κοινωνική πυραμίδα, σκαρφάλωναν αβίαστα στην κορυφή, και έτσι ατένιζαν τον υποδεέστερο κόσμο πανοραμικά, από τη θέση του υπερόπτη. Μπορούσαν με ευκολία να σχολιάζουν τις ατέλειες και τις δυσλειτουργίες του, εξάλλου αυτές ουδέποτε τους αφορούσαν. Με την ιδιότητα μιας εκλεκτής ομάδας, διαχώριζαν τη θέση τους από τον τραγικό μέσο όρο. Περιαυτολογούσαν με την πρώτη ευκαιρία και πυροδοτούσαν μια πυρετώδη σύγκριση, μέσα από κάκιστα συγκεκαλυμμένη αδιαφορία. Όταν ένιωθαν την υπεροχή τους να κλονίζεται και να απειλείται, μετατρέπονταν σε υστερικά όντα που δεν είχαν ταυτότητα μέσα στον εχθρικό κόσμο. Λόγω της εγγενούς μου ροπής προς τη μετριοφροσύνη και την ταπεινότητα, απεύφευγα αυτούς τους τύπους όπως ο διάβολος το λιβάνι. Εξάλλου η ανυπόφορη ηλιθιότητά τους ήταν για εμένα αυτομάτως διαγνώσιμη.

 Η αλαζονεία είναι μια αυταπάτη χτισμένη πάνω σε διαστρεβλωμένη αυτοεικόνα. Ο αλαζόνας νιώθει σημαντικός εξαιτίας της αδυναμίας του να αποδεχθεί την ασημαντότητά του. Κατάφαση της ασημαντότητας,  η απαρχή του σπουδαίου.Ο αλαζόνας γατζώνεται από την υποτιθέμενη υπεροχή του και γίνεται όμηρος αυτής. Μένει στάσιμος πίσω από τα καινοφανή του κατορθώματα και τα προτάσσει για να κουκουλώσει τις αδυναμίες του.Απορρίπτει τους άλλους ως αντικατοπτρισμούς μετριότητας ενώ ο ίδιος είναι εσαεί μέτριος επειδή αδυνατεί να είναι μετριόφρων. Η Δυνατότητα είναι εξελίξιμη, προϋποθέτει συνειδητοποίηση του αχανούς και του απέραντου της διαδρομής. Αν κάποιος φρονεί ότι έχει φτάσει στο τέρμα, τότε εκεί θα παραμείνει, στο τέλμα.

 Κάθε  φορά που ένας δήθεν παντογνώστης καταδέχεται να μου στείλει ένα μειδίαμα σε ένδειξη χαιρετισμού, τον αγνοώ παντελώς. Όταν κάποιος είναι δήθεν γενικώς, μόνο με την αδιαφορία μπορεί να γίνει κάποια στιγμή αυθεντικός. Γιατί στη βοήθεια είναι ανεπίδεκτος και αλλεργικός...είναι πολύ ψηλά  το βλέμμα του για να το χαμηλώσει τόσο, ακόμα και αν μόνο έτσι μπορεί να σώσει την όρασή του.
Τυφλοί από υπεροψία, πόσο δύσκολο είναι να ζητάτε επιβεβαίωση από όσους αλύπητα περιφρονείτε; H αψεγάδιαστη εικόνα σας είναι ψευδαίσθηση χωρίς την επιβεβαίωση των όσων επιδεικτικά σνομπάρετε. Γυρεύετε νομιμοποιήσεις σε κάτι εξ' ορισμού νόμιμο και αυτοδίκαιο. Είστε τόσο κοντόφθαλμοι,και ας κοιτάζετε αφ' υψηλού. Με τόσες αντιφάσεις, ποιος να σας πάρει στα σοβαρά πέρα από τον εαυτό σας;

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Άγχος

Ερχόσουν από το βάθος του διαδρόμου. Φιγούρα φαγωμένη, ελλειπτική. Χρόνια άνιση πάλη με ένα άγχος αιμοβόρο, που κατασπαράζει το γέλιο σου και σε σύρει σε ένα γυάλινο κόσμο. Τουρτουρίζεις εκεί, ανήμπορη, εύχεσαι να μπορέσεις να κοιμηθείς, να απενεργοποιήσει ο Μορφέας τη χαοτική σου σκέψη. Ανάβεις τσιγάρο, η μορφή σου σε διηνεκή κίνηση, να μη νιώθει την ακινησία του γυάλινου σύμπαντος. Το άγχος σε ζώνει από παντού. Υποσκελίζει την κάθε σου νίκη σα να είναι απόρροια συγκυρίας. Διογκώνει απειλητικά κάθε σου σφάλμα αναβιβάζοντάς το σε συνώνυμο της συντέλειας.
 
Το άγχος πανηγυρίζει στην πανωλεθρία. Κρέμεται από μια κλωστή ανεξέλεγκτου καθιστώντας την κατάκτηση του ελέγχου προπύργιο υπερκόσμιας αρμονίας. Τρέφεται από τη φθορά δυνατών αλληλεπιδράσεων και πασχίζει πάση θυσία να τις αγκυλώσει, να τις παγώσει το χρόνο. Σε κάνει δύσπιστο, ενοχικό, τερατωδώς αναστοχαζόμενο. Πάντα είναι εκεί, υφέρπει, εποφθαλμιά, μηχανορραφεί. Επανακάμπτει δριμύτερο όταν το αψηφάς. Ίδιον των ολοκληρωτικών δυνάμεων, να μαίνονται στην περιφρόνηση. Σε χαντακώνει, σε κάνει να γίνεσαι ένα σκυφτό ανθρωπάκι, ένας επαίτης νοσηρής επιβεβαίωσης, να γίνεσαι πένητας, να απογίνεσαι. Στις παρυφές του ριζώνει ο αποβλακωμένος σου εαυτός. Εκείνος που λησμονεί την αυτοδυναμία του και γυρεύει αρωγή από άτομα αβοήθητα και απελπιστικά χαμένα. Εκείνος ο εαυτός ο μισερός, που σωρεύει απωθημένα αντί να τα καταλύει. Που δίνει το προβάδισμα στη δειλία, προτιμά να ενταφιάσει συναισθήματα παρά να τα εξωτερικεύσει.

Σε βλέπω ασθμαίνουσα να πενθείς για μια ακόμη αποτυχία. Πνίγεσαι σε φαντάσματα εκκρεμοτήτων, το παρελθόν χτίζει θανάτους στο παρόν σου, ασφυκτιάς και χάνεσαι. Πάλη η ζωή σου μέ τέρατα και στοιχειά απρόσκλητα. Και όμως, όσα μας ταλανίζουν είναι δικά μας γεννήματα και δικές μας απολήξεις. Πώς γίνεται να κυοφορούμε εκείνο που σφραγίζει το θάνατό μας; Είναι δυνατό να επιλέγουμε το βάσανο από το βάλσαμο, μια μοίρα σατραπική αντί μιας μοίρας διαλλακτικής; Ή μήπως τελικά χωρίς το δράμα η ζωή μας είναι κενή νοήματος;
 
Mήπως στο άγχος και στο βάσανο ανταμώνουμε τον πιο φρικαλέο εαυτό μας τον οποίο αν δεν αντιμετωπίσουμε, θα τον ανιχνεύουμε παντού, ως δαιμονικά οικειοποιούμενο την κάθε στιγμή; Μήπως τελικά το άγχος είναι αναμέτρηση με τις σκοτεινές περιοχές της συνείδησης που κατοχυρώνει ένα βαθμό ψυχικής αρμονίας;Ή είναι εν τέλει δείκτης προσωπικής αδυναμίας διαχωρισμού της ουσίας από το ανούσιο;

 
Σε παρατηρώ παραμορφωμένη, υπνωτισμένη να περπατάς σαν ακροβάτης, σε ένα δρόμο όλο στίγματα και συγκεχυμένα σύμβολα.Όλα είναι παρατημένα, ερείπια θαλερών στιγμών, σκιές από χαρμόσυνα στιγμιότυπα, θολές αντανακλάσεις εορτασμών. Γύρω σου όλοι μιλούν ακατάληπτα, είναι σα να βλασφημούν αλλά δεν έχεις το σθένος ούτε να τους κατηγορήσεις γιατί δεν τους κατανοείς. Το άγχος κατασκηνώνει δίπλα σου, ζυγίζει κάθε σου βήμα, κάθε εσώτερη ζύμωση.'' Δεν κάνεις τα λάθη σου, είσαι τα λάθη σου'', μοιάζει να σου φωνάζει με σταγόνες μομφής να σου πιτσιλίζουν το πρόσωπο. Ρίγη τρόμου διαπερνούν το ασθενικό σου σώμα, ο παλμός σου εξασθενεί και αυτός σε αυτή την απώλεια ζωής. Σε ένα χαμό που συντίθεται από αδιέξοδα, σε ένα λαβύρινθο που σε κάνει να αγωνιάς, να φοβάσαι, να νιώθεις ασήμαντη''. Ό,τι και να κάνεις είναι λάθος'', συνεχίζει. Καταδίκη σε αιώνια λάθη, αποφαίνεται σε μια αδυσώπητη ετυμηγορία. Τρέχεις να γλιτώσεις μα είναι αργά. Τα πόδια σου στερεωμένα στο έδαφος, το κλίμα πνιγηρό, παντού καλπάζουν λάθη σαν εκδικητικό πεπρωμένο.'' Είσαι αποκλειστικά υπαίτια για τα δεινά σου'', συνεχίζει με αναλγησία δίχως φρένο.

Πώς γίνεται να ζούμε για να βρούμε  μια διέξοδο και να γινόμαστε κατασκευαστές κινδύνων;
Γιατί μας τρέφει η αβέβαιη περιπλάνηση όταν ποθούμε τόσο να ξαποστάσουμε σε ένα σταθερό σημείο;
Kαι πώς ενώ αποφεύγουμε κάθε πιθανή καταστροφή, καταλήγουμε με χυδαία ευκολία αυτοκαταστροφικοί;
 
Δεν είναι ότι ο αγχωμένος σου εαυτός αδυνατεί να βρει τη λύση. Είναι ότι δεν τη θέλει. Εθισμένος  στο άλλοθι του αδιέξοδου, προσπερνά τις διεξόδους συνεχίζοντας να αναπαράγει κινδύνους, και ας μοιάζει τελείως ακίνδυνος. Χωρίς τη δόση σου από άγχος θα καταντήσεις φυσιολογικός, και αυτό είναι εξαιρετικά αφύσικο.

Κυριακή

Εκεί που ξεκινά η μέρα, στο αχνό φως του ήλιου, στη ζωηρή δροσιά που τρυπώνει από τα ανοιχτά παράθυρα, στα μολυβένια σώματα που νωχελικά στριφογυρίζουν στο κρεβάτι, στη μυρωδιά του καφέ που διαχέεται ως έξω, στους ήχους που καλωσορίζουν άλλο ένα πρωινό...γιορτάζει η δική του Κυριακή. Η δική του ανάπαυλα από την εβδομαδιαία σχιζοφρένεια.Θα σηκωθεί χαλαρά, θα πιει αχνιστό καφέ και θα ξεχυθεί στους δρόμους μιας υπνωτισμένης κατάνυξης. Τα χρώματα του πρωινού καταπραϋνουν το χάος που σιγοσβήνει μέσα του, οι άνθρωποι που συναντά μοιάζουν πιο οικείοι και αυτάρκεις, όλος ο κόσμος μουρμουρίζει κάτι σοφό μέσα από μια λυτρωτική σιωπή.

 Η ματιά του εγκλωβίζει εικόνες που την τροφοδοτούν, αλλοτινά απαρατήρητες. Ρουφάει κάθε στιγμή σαν ακόρεστος έφηβος που μόλις ανακαλύπτει τη ζωή. Είναι η μέρα που το άγχος ξαποσταίνει. Καμία επαφή με δηλητηριώδεις ειδήσεις, καμία παλινδρόμηση σε ερεβώδη περιστατικά που πέρασαν, κανένα αγκάθι να ματώνει την άσπιλη διάθεσή του. Σήμερα όλα παύουν να τον ερεθίζουν, υποχωρεί η αίσθηση ματαιότητας που στοιβάζεται όλη την εβδομάδα στο κορμί του κάνοντας το αλγεινό και την ψυχή του συσκοτισμένη. Σήμερα γιορτάζει η απλότητα, το νόημα που διαφεύγει σε καθημερινή βάση μέσα σε αγχωτικά παραληρήματα για υπερεκτιμημένες διεκπεραιώσεις-με εκείνο τον αγεφύρωτο, αγέρωχο φόβο της αποτυχίας, με εκείνη την αβάσταχτη αίσθηση καταδίωξης από μια ψυχωτική αδικία.
 
 Τίποτα δεν επιτρέπει να διεισδύσει στην Κυριακή του, η Κυριακή του είναι μέρα απόστασης. Μέρα γιορτής και καθαρής εξερεύνησης.Τη νιώθει απ' άκρη σ' άκρη, νιώθει την αφιλόξενη πόλη να στεγάζει τους φόβους του και να τους κοιμίζει, μέσα από την άγρυπνη ματιά του που αγωνιά να ανιχνεύσει το Θαύμα. Έπειτα είναι και εκείνη. Μπορεί να έχει μέρες να τη δει, όμως είναι πάντα η ίδια αίσθηση. Μια έξαλλη αντάμωση περίσσειας οικειότητας, σα να μην αποχωρίστηκαν ποτέ. Τον περιμένει κάθε κυριακάτικο πρωινό στο μικρό καφέ,με το ίδιο λαμπερό βλέμμα και το χαρακτηριστικό χαμόγελο που εκπροσωπεί την απόλυτη ευτυχία.Με εκείνο το ατάραχο βλέμμα να περιφέρεται στον άδειο χώρο και να γεμίζει συναίσθημα όταν τον αντικρύζει. Κι έπειτα λέξεις, σιωπές, γέλια και συγκινήσεις, πόσα μπορούν να χωρέσουν σε μια μέρα;Άπειρα σκηνικά που απαθανατίζονται, αποκρυσταλλώνονται στη μνήμη που τα έχει ανάγκη για να μη νεκρώνεται...μέχρι τα επόμενα. Κυριακάτικες συναντήσεις με τον λανθάνοντα εαυτό τους που επιμένει να παραμένει αναλλοίωτος. Εκείνος διαπιστώνει με ανακούφιση ότι η  μικρή λαίλαπα της εβδομάδας που πέρασε την άφησε ανεπηρέαστη. Εκείνη παράφορα καταλαβαίνει πως η αγάπη της ακμάζει κάθε Κυριακή. Τους περιμένει μια μέρα που δεν έχουν καταστρώσει ούτε κατά διάνοια. Όταν είσαι ευτυχισμένος άλλωστε τα σχέδια μοιάζουν αφελή και οχληρά. Οι στιγμές διαδέχονται αβίαστα η μία την άλλη, αγκιστρώνονται από τη μνήμη σαν βάρβαρη αναγκαιότητα, σαν έρωτας που φοβάται μην ξεθωριάσει. Για Εκείνον, οι στιγμές τους είναι παυσίπονο σε έναν κόσμο απέραντης οδύνης και ανούσιου ξοδέματος. Πλημμυρίζει ευγνωμοσύνη που είναι πάλι εκεί. Η ματιά της ζωντανεύει στη δική του. Η δική του Κυριακή.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Εξιδανίκευση

Τον τελευταίο καιρό κάτι σε απασχολεί. Κάτι κατασπαράζει την επιθυμία σου για γαλήνη. Στέκεσαι στο ημίφως και θέλεις πάλι να κρυφτείς στο σκοτάδι. Να κρυφτείς θέλεις από τον κόσμο τον ανάλγητο, εχθρικός έτσι όπως σε περιστοιχίζει καθημερινά. Να αποδιώξεις το πρόσωπό σου από τη γκρίζα περιοχή όπου ο κόσμος μεθά και παρεκτρέπεται. Με κανονισμούς άγραφους και επιτακτικούς, αναπαράγει πράξεις και παραλείψεις με γελοία πανομοιοτυπία, κυρίως όμως αναπαράγει τη βλακεία. Με αξιοσημείωτη επιτυχία, μάλιστα. Σου κρούουν τον κώδωνα απρόσκλητοι έρωτες αλλά έχεις καιρό που φοράς ωτασπίδες. Χάνεσαι στη γυάλινη ανάγκη σου για απομόνωση, σε ένα κρυφό, ένοχο σχεδόν κυνήγι της ιδανικής ζωής. Λες ότι πλήττεις με την ανθρώπινη προβλεψιμότητα, πως τίποτα δε σε συγκινεί. Αποσύρεσαι στο δωμάτιό σου, κρότο κάνουν εκεί η νεκρική σιγή και τα ενταφιασμένα όνειρα. Κλαις επειδή έχεις πάθει ανοσία στη συγκίνηση. Τα ερεθίσματα σε αφήνουν παγερά αδιάφορη. Τα νέα που ως επιμέρους αντικειμενικά γεγονότα παρουσιάζονται με ανατριχιαστικά διαστρεβλωμένη υποκειμενικότητα, σε εξοργίζουν. Υπερεκτιμένα περιστατικά επιτυχίας και παραγκωνισμένα συμβάντα ήττας, μια ζωή ακούς ιστορίες μονόπλευρα ιδωμένες, βουλιάζουν στην ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητάς τους, σε σύρουν σε ακόμα πιο αχόρταγη αναζήτηση της Αλήθειας. Και ας μη σε συμφέρει, η Αλήθεια δεν ικανοποιεί κανένα συμφέρον, περισσότερο απορρίπτει την έννοια πάσης φύσεως συμφέροντος. Σε ξεβολεύει η Αλήθεια για αυτό είναι άβολη. Για αυτό την περιφρονείς αλλά εκείνη καιροφυλακτεί στη γωνία, να σου θυμίσει πόσο τεχνητή είναι η κατασκευασμένη σου ανέμελη αίσθηση.

Συνεχίζεις να κυνηγάς το Ιδανικό. Μου φωνάζεις να σου γυρίσω την πλάτη, κάθε μορφή ενδιαφέροντος σε σοκάρει. Φρενάρει την ψυχρότητά σου που προσανατολίζεται σε υπερκόσμια μέρη για να ανιχνεύσει ελπίδα.Δυσκολεύομαι να σε αφήσω μόνη. Εξάλλου η σκέψη μου έχει κυριευτεί από τη μορφή σου. Προσπαθώ να σου πω ότι το Ιδανικό είναι μια αυτοδημιούργητη φάρσα. Μια αυταπάτη που διαιωνίζει την ελπίδα για το καλύτερο. Ένα αέναο, αιώνιο κίνητρο. Ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα που αμύνεται στη ρηχότητα της καθημερινής πάλης με τον αμήχανο,τρωτό εαυτό μας. Δε με ακούς, τρέχεις καλπάζοντας μακριά, συνοφρυώνεσαι σε κάθε μου λέξη, με απορρίπτεις, με ακυρώνεις. Θες να πιστεύεις ότι το δικό σου Ιδανικό είναι πολύ κοντά. Αναλώνεις την πιθανότητα της καθημερινής σου ευδαιμονίας για μία και μόνο πολύτιμη στιγμή ανάτασης.Κοιτάζεις ψηλά, το έδαφος για εσένα συμβολίζει την επίγεια πεζότητα. Την απώλεια της τελετουργίας, τον εξοστρακισμό του συναισθήματος. Τη μοιραία κατρακύλα της φαντασίας σε πηγάδια γιγάντιων συμβιβασμών.

Δε με αφήνεις να σου πω ότι Ιδανικό θα είναι πάντα ό,τι μας λείπει. Ό, τι ενσυνείδητα γνωρίζουμε πως δε θα αγγίξουμε ποτέ αλλά η απόπειρα να το πετύχουμε μας γλιτώνει από αμέτρητους θανάτους. Ένας νοητός στόχος που βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι δε θα υποστασιοποιηθεί αλλά υπάρχει πάντα εκεί για να μας θυμίζει τη Δυνατότητα, το πείσμα να παλεύουμε για το φαινομενικά αδύνατο.Μια πηγή αυτοβελτίωσης όταν όλα τα υπόλοιπα στο σύμπαν μοιάζουν ακίνητα και παράλυτα. Η αίσθηση του Ιδανικού διαμορφώνεται από τις ελλείψεις μας. Έτσι, το Ιδανικό μεταλάσσεται σε αντικατοπτρισμό ανικανοποίητων ονείρων και επιθυμιών. Εξιδανικεύουμε αυτό που ξέρουμε ότι ποτέ δε θα έχουμε, όπως και εκείνο που παρήλθε και δεν εκτιμήσαμε δεόντως. Και στις δύο περιπτώσεις, περισσεύουν ο μαζοχισμός και η αχαριστία.

 Η Εξιδανίκευση είναι συνεργός της Ψευδαίσθησης, αμφότερες είναι νοερά κυήματα που καμαρώνουν για την επινοητικότητά τους. Σε απομακρύνουν από το πιο ουσιαστικό κομμάτι της καθημερινότητας, το να είσαι παρών σε αυτή. Γιατί η καθημερινότητα μπορεί να σε ζημιώνει με άπειρους τρόπους-το να είσαι παρών σε αυτή αντί να πλάθεις εναλλακτικούς γαλαξίες, είναι ασύλληπτα αποζημιωτικό. Μα τι παραπάνω είναι η εξιδανίκευση από μηχανισμός άμυνας που μας κάνει να νιώθουμε ικανοί να ελέγχουμε την πραγματικότητα και να επενεργούμε σε αυτή;Το αυθεντικό Ιδανικό είναι εκείνο που εμφανίζεται από το πουθενά, η αιφνίδια έκπληξη. Το διαπιστώνεις εμπειρικά, δε συνιστά προκατασκευασμένη εμπειρία. Η αποφυγή της πραγματικότητας είναι πράξη δειλίας και το Ιδανικό προορίζεται για γενναίες ψυχές. Πρέπει να χαθείς στην πραγματικότητα με τα τερατώδη της δομικά στοιχεία για να βρεις τη διέξοδο προς μια ιδανική πολιτεία. Πρέπει να σε εγκλωβίσει η πραγματικότητα για να την αναχαιτίσεις. Πρέπει να είσαι αιχμάλωτος για να ποθήσεις διακαώς την ελευθερία σου. Πρέπει να αγαπήσεις τον εαυτό σου για να αγαπήσεις τους άλλους. Πρέπει να πονέσεις για να γίνεις έτοιμος να αγαπηθείς. Αλλά πάνω από όλα, πρέπει να μάθεις πώς να ζεις για να πάψεις να εξιδανικεύεις.

Τίποτα δε σε κρατάει πιο μακριά από το Ιδανικό πέρα από τη μανία σου να εξιδανικεύεις.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Άγνωστο

Αιφνίδια μπόρα ξέσπασε στον παράταιρα θερμό Οκτώβρη. Ο δρόμος γέμισε ζακέτες, φουλάρια και μποτάκια, αλλαγή ενδυμασίας που μαρτυρεί την επιβεβλημένη αλλαγή εποχής. Εκείνη περιμένει στη στάση του λεωφορείου συννεφιασμένη. Είναι από τις μέρες που τίποτα δεν προμηνύει την ελπίδα-ή το κέφι για πίστη σε αυτή.Υγρασία ανυπόφορη παντού, αισθανεται τα μαλλιά της ανυπότακτα και τη φιγούρα της ατημέλητη-αμελώς ατημέλητη. Φοράει μια μακριά μπορντώ ζακέτα και κάθε τόσο κοιτάζει μηχανικά το ρολόι της-η πληροφορία που τής δίνει είναι σε κάθε ματιά εξίσου αδιάφορη.

Σπάνιο πλάσμα, μέσα από τη σιωπηλή του διαφορετικότητα αποτυπώνεται ένας πόνος περίτεχνα κρυμμένος, αλλόκοτα όμορφος. Πλούσια κώμη, σε φυσικό κόκκινο χρώμα, χαριτωμένες φακίδες στο κατάλευκο δέρμα, χείλη σαρκώδη και μάτια γκρίζα, αμυγδαλωτά. Συλλέγει μυρωδιές, η βροχή όπως νοτίζει το χώμα, ανάκατη με μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ και κρέμας από το γειτονικό ζαχαροπλαστείο. Μόνο οι οσμές αυτές εξημερώνουν την οργή της για τα άκομψα σκηνικά που διαδραματίζονται αυτό το τυπικό δευτεριάτικο μεσημέρι.Κυρίες καμωμένες από ζάχαρη που δε θέλουν να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους και κατσουφιάζουν που ο άνεμος παρασύρει τις πανάκριβες ομπρέλες τους, οδηγοί με απελευθερωμένα πρωτόγονα ένστικτα που πιτσιλάνε παντού λάσπη τρέχοντας ιλιγγιωδώς, κόρνες επίμονες, παιδάκια να τσαλαβουτούν στους πλημμυρισμένους δρόμους, βλαστήμιες των πεζών που έγιναν αγνώριστοι από τα οχήματα, βλαστήμιες των οδηγών που θα αργήσει και άλλο η επιστροφή στο σπίτι.Και έπειτα ξέρει, θα ανέβει τη σκαλιά της πολυκατοικίας σαν ανήμπορη, η διπλανή θα την περιμένει στην πόρτα προσποιούμενη πως πετάει στυμμένα πορτοκάλια στη σακούλα σκουπιδιών που αφήνει στο κατώφλι της πόρτας της για να αλιεύει ειδήσεις. Η ίδια κάθε Δευτέρα τρώει φακές, τις συνοδεύει με σαλάτα εποχής και λίγο κρασί κόκκινο. Τρώει γρήγορα και χάνεται στο μικρό της δωμάτιο. Την περιμένουν βιβλία πολλά, μυρωδιά τυπωμένου χαρτιού, θεωρίες και συσχετισμοί, γνώση ατελεύτητη και ερωτική που ποτέ δε θα δαμάσει. Ξεχνιέται μέσα στα βιβλία και ξαναθυμάται μέσα από αυτά.Ξεχνιέται από τις πυρετώδεις Δευτέρες που όλα εκτελούνται με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Κουρδισμένος ο κόσμος αφήνεται σε επανάληψη στείρων ενεργειών και άγονων παραλείψεων. Άκαρπα όλα, όπως και η συνήθεια.

 Η μόνη ώρα της Δευτέρας που ξεκλέβει μέσα από ζαβολιές από το χρόνο, είναι στις πέντε το απόγευμα ακριβώς.Φτιάχνει ένα απίθανο ζεστό τσάι, με μέλι, κανέλα και μυρωδικά και διαβάζει παλιά ημερολόγια. Αισθάνεται ότι έτσι εναντιώνεται στο στείρο παρόν, ακόμα και αν ζητιανεύει ζωή μέσα από τις θύμησες. Τότε τη γαληνεύει να ξέρει ότι δε θα χτυπήσει το κουδούνι της-ούτε το τηλέφωνό της. Νιώθει τη θαλπωρή της μοναχικότητάς της να την κυριεύει, νιώθει ότι η αλλαγή προέρχεται από μικροκινήσεις αντίδρασης και αντίστασης σε ένα δικό μας κατασκευασμένο κατεστημένο.Μήπως το χάος όμως εμείς δεν το γεννάμε;Σαν φωτεινή επιγραφή την κυνηγάει η λέξη ''αυτοτυραννία''. Πάντα θα φοβάσαι την καταδυνάστευση όταν δεν απαλλαχθείς από την πιο ύπουλη μορφή της, την αυτοτυραννία.Καμία δυναστεία δεν είναι δυνατή όταν ανακαλύψεις άφοβα το δικό σου μανιφέστο. Οι κανόνες που εμείς επινοούμε είναι συχνά και οι πιο ανάλγητοι γιατί δεν έχουν παράθυρο στην εξαίρεση. Τη σνομπάρουν επιδεικτικά ενώ εκείνη στέκεται ανεπιτήδευτα λαμπερή, πάντα κλέβει την παράσταση χωρίς καν μια ατάκα. Η συνήθεια δε μπορεί να νεκρώσει το αλλιώτικο αν εμείς δεν τη νομιμοποιούμε. Η νομιμοποίηση της συνήθειας είναι η χείριστη μορφή αδικίας.

Μέρες ομοιόμορφες, καθόλου όμορφες, πανομοιότυπες, αποστειρωμένες και κοινές, σαν ο σεναριογράφος να ζει το σενάριο που ο ίδιος έγραψε.Σκηνές προκαθορισμένες, τόσο προβλέψιμες και στεγνές από πρωτοτυπία που παγώνουν την όποια επιθυμία να τις ζήσεις. Το άγνωστο τελικά που τόσο τρέμουμε είναι εκείνο που έχουμε ανάγκη. Την εκρυθμία, το μάγεμα, τη λήθη, το μηδέν και την αφετηρία. Έναν αλλιώτικο δρόμο,μια διαφορετική προσέγγιση, μια χαμογελαστή ματιά στην αγέλαστη τύχη, μια αισιόδοξη σκέψη, και ας στάζει νήπια αφέλεια.Δεν είναι δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος, δύσκολο είναι να αλλάξουμε τη ματιά μας απέναντί του. Δύσκολη δεν είναι η αποποίηση της συνήθειας αλλά η δύναμη αποδοχής της ανατρεπτικής ζωής. Και όσο οι μέρες οι άχρωμες πληθαίνουν ασφυκτικά, εκείνη στρέφει το βλέμμα σε πολύχρωμους ουρανούς που φιλοξενούν μέρες όλο εκρηκτικές αποκλίσεις και απρόοπτα.
 
 Καμιά φορά η εναντίωση στο καθιερωμένο δε σηματοδοτεί απλώς μια καινοτομία αλλά αναγέννηση ψυχής. Η αίσθηση ασφάλειας που κλειδώνει εντός της η συνήθεια είναι επικίνδυνη γιατί η  ζωή ξεκινάει εκεί όπου η συνήθεια.  θανατώνεται . Και, ναι, είναι ανασφαλές το ταξίδι και αβέβαιο, αυτό όμως είναι που το κάνει πραγματικά ωραίο.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Εμμονές

Αναρωτιόταν γιατί το Σύμπαν είχε γίνει τόσο εχθρικό. Μια τετραπέρατη φάρσα του ψιθυρίζει ότι τα όνειρά του θα συναντούν τα πιο τρομερά φράγματα. Τελευταία ζει συνέχεια αλλού. Σε ένα ρομαντικό μπιστρό με θέα τη βροχή, σε μυστικά καλντερίμια να βαδίζει νωχελικά, σε μία απρόσωπη πόλη όπου χάνει το γνώριμο εαυτό του μέσα στη μαζική παράνοια. Απελευθερωτικά μόνος. Χωρίς τη σκλαβιά της προϊστορίας, με εκείνη την αγαλλίαση που σπείρουν τα άγραφα, ακόμα, δεδομένα. Χωρίς πληγές και οδυνηρά αντίο, χωρίς αποχαιρετισμό της χαράς και της επαφής, από το μηδέν,ολόκληρος, από το μηδέν ατόφιος.

 Αντ' αυτού μένει να περιφέρεται στην πόλη του, ξένος πιο πολύ και από τουρίστα. Περπατάει με προορισμό αδιευκρίνιστο, κάνει κύκλους άσκοπα, σκοντάφτει σε οικεία πρόσωπα που του γνέφουν με την κατάχλωμη ψυχή τους. Με τις γνωστές εμμονές του αγκαλιά, ετεροχρονισμένος, να ψάχνει τη θέση του σε ένα χώρο κατάμεστο από αγοραφοβικούς. Πιάνει τον εαυτό του να μην αντέχει τη μίζερη εικόνα των περαστικών. Το ντύσιμό τους, τα τεράστια γυαλιά, τις υπερμεγέθεις τσάντες, τις όλο υπεροψία και ξιπασιά κουβέντες τους. Τη μεμψιμοιρία που κουβαλάνε σε κάθε τους βήμα, τη μυρωδιά από τσιγάρο και βαριά αρώματα, τις συμβουλές που ξεστομίζουν με την αυτοπεποίθηση του ειδήμονα. Ακλόνητοι σε ένα μικρόκοσμο όπου όλα είναι νεκρά από ανία. Έτσι πλάθει και αυτός τους δικούς του, εικονικούς κόσμους, και τους τροφοδοτεί. Έναν Οκτώβρη αληθινά μελαγχολικό, χωρίς ανούσια τρεχάματα και υπερβολική δόση από την προβλεψιμότητα των άλλων. Δε μπορεί να στέκεται άλλο πια σε έναν κόσμο όπου όλα καμαρώνουν στραγγισμένα από ζωή. Αδυνατεί έτσι να φοβηθεί και το θάνατο, αδυνατεί έτσι να ερωτευτεί τη ζωή. Οι εμμονές του κυκλοφορούν αυτοερωτικές στα πρωινά της φωτεινής του έμπνευσης. Προσκρούουν στον παροξυσμό του κοντόφθαλμου μικρού σύμπαντος, όπως τότε που άκουσε εκείνον τον τροφαντό μεσήλικα να λέει με πονηριά στο ύφος μιλώντας στο κινητό του:
-Τι λες παιδί μου...Αυτή δεν είναι εποχή για αγαθοεργίες! και γέλασε με έναν τρόπο που  του έχει χαραχθεί στο μυαλό.
Τον τραυμάτισε αυτή η φράση, έτσι αβίαστα όπως καθρέφτιζε την πραγματικότητα. Βλέπει κάθε μέρα έναν κόσμο σε απόλυτο αλληλοσπαραγμό. Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι ακόμα και να ερωτευθούν. Όπως και οι εμμονές του, σκαρώνουν υπολογισμούς για να έχουν το πάνω χέρι. Ερωτεύονται την αντανάκλασή τους στα μάτια του Άλλου και όχι τη ματιά του.
Περπατούν με απύθμενη σιγουριά, σαν μια επίμονη βοή που τον κατατρέχει.
Νιώθουν άτρωτοι επειδή δεν έχουν ανάγκη κανένα, ενώ  τρωτός είναι όποιος καμώνεται τον αυτεξούσιο.
 
Οι Εμμονές του του κρατούν ακατάπαυστα συντροφιά. Εμμονές με παράλληλους κόσμους όπου αποθεώνεται η δημιουργία. Εμμονές με γυναίκες του χτες που κρατούν τα κομμάτια του πεισματικά αιχμαλωτίζοντάς τον ισόβια. Αλλά και η μέγιστη εμμονή, η πανίσχυρη, εκείνη που τον κυριεύει. Μια ιδέα που φυτεύτηκε στο μυαλό του, και εξαπλώθηκε, θαλερή και ρωμαλέα. Η Εμμονή με τα παράλληλα σύμπαντα. Η βεβαιότητα ότι η ευτυχία του κατοικεί σε άφαντες πολιτείες και σε ανθρώπους προς το παρόν άγνωστους.Η αλάνθαστη αίσθηση ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, γι' αυτό άλλωστε εκτροχιάζεται από τα τυπικά πλαίσια του χωροχρόνου τόσο συχνά.Παρατηρεί φάτσες αλλόφρονες να καταβροχθίζουν η μία την άλλη με μένος, σε μια πάλη όλο ρήγματα και τριγμούς και εκδορές.Γεμίζει ο ουρανός από κλισέ και μίσος υπερτροφικό.Καλπάζουν στα σύννεφα όνειρα σάπια και άδεια τρένα με οδηγό την εικασία.
 
Η κυριαρχία των εμμονών σημαίνει τρέλα, η κυριαρχία πάνω στις εμμονές σημαίνει χειραφέτηση.Και ο ίδιος αγνοεί έτσι χαμένος στις εικονικές του πολιτείες ότι, ακόμα και εκεί, εγκλωβισμένος θα  νιώθει.Καλλιεργώντας εμμονές, κατακρεουργεί το παρόν, το οποίο δεν είναι παρά ένα συγκέρασμα αντιφατικών στοιχείων. Όταν κάποιος ΄ξέρει να ζει ολιγαρκής σε ανάσες πολύχρωμων τοπίων, τότε τις αποπνικτικές μεριές ούτε καν τις βλέπει.Χωρίς κίνδυνο ορατό τι νόημα θα είχαν τα καταφύγια;Εκείνος όμως εμμονικά παραλύει θαμπωμένος από την εκτυφλωτική γοητεία των αυτοσχέδιων κόσμων του, κι έτσι το μόνο που κάνει είναι να είναι θεατής εφιαλτικά αποκρουστικών αναμετρήσεων. Ακόμα και το Θαύμα να περάσει από δίπλα του, οι πανούργες εμμονές θα το βαφτίσουν συμφορά.Πράγματι, είναι συμφορά να περιστοιχίζεσαι από ομορφιά και να μη μπορείς να τη διακρίνεις, ακριβώς επειδή μετά την γυρεύεις στα πλέον απίθανα μέρη.Η ομορφιά ξεπροβάλλει ακόμα και μέσα από τα πιο βλοσυρά τερατουργήματα, και αν καταφέρεις και την εντοπίσεις, έχεις γίνει και εσύ Θαύμα.