Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Μυστικό

Το Μυστικό και το Αίνιγμα γυρεύω, σε μια Συνοικία αληθοφανών ονείρων. Εκεί που η επίφαση εξελίσσεται σε εχθρό της Αλήθειας και τα βαθύτερα κίνητρα επιμένουν να λανθάνουν, σα να ανταμώνουν το γόητρό τους σε αυτή τη λανθάνουσα μορφή.
Σκηνές φαινομενικά επαναλαμβανόμενες χτίζουν μια κάλπικη ρουτίνα που εξουθενώνει και εξουθενώνεται. Δρόμους αδιέξοδους και καρδιές από πέτρα καμωμένες, τραγικά ευαίσθητες.
Η μυρωδιά του χώματος μετά από την καταιγίδα που έπνιξε σε μια λίμνη απόγνωσης προσδοκίες θνησιγενείς, άκαρπες συνθήκες, άγονες σκέψεις. Κι έπειτα άλλες οσμές, ανάκατες,  αλητεύουν στο μυαλό μου προσεταιριζόμενες το συνειδητό μου θάνατο. Την απόσταση από τις απολαύσεις. Τις ενοχές που με βδελυγμία μου δείχνουν το λησμονημένο μονοπάτι της πειθαρχίας. Νοσηροί ψυχαναγκασμοί καγχάζουν με τα γκρίζα, φρικαλέα τους πρόσωπα.
Μυρωδιά από αμύγδαλο, γιασεμί και βανίλια με κάνουν να σιμώνουν στο Μυστικό. Ένα βήμα πιο κοντά στο Μυστήριο αυτού του επιφανειακά απλοϊκού σύμπαντος.
Γεύση από φράουλα ώριμη και χυμώδη βασανίζει τον ουρανίσκο μου.
Στο καφενείο του νησιού, το ίδιο έργο στήνεται και σήμερα με αστεία πανομοιοτυπία.
Εφημερίδες ξεφυλλίζονται νωχελικά, η ατμόσφαιρα βαριά, τα νέα μέτρα ασήκωτα, αλλά η φτώχεια θέλει καλοπέραση και ο ένας καφές διαδέχεται τον άλλο. Βαρύς καφές, μερακλίδικος, να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Και μπόλικα λουκούμια να γλυκάνει η Ψυχή. Το κανάκεμα τώρα είναι δικαίωμα.
Ακόμα και το χαμόγελο έχει κάτι από θάνατο. Είναι μισό, καλπάζει μίσος, ακόμα και άθελά του.

Ψάχνω τη Σωτηρία ενώ ακούω τα ζάρια να εκλιπαρούν για ένα γύρισμα της Τύχης. Ναι, από εκείνα που χαστουκίζουν στα ίσα τις πιθανότητες. Η γιορτή του Απίθανου θα είναι η δική μου Νίκη.

Έρχεσαι φουριόζα, με μια στοίβα χαρτιά. Διαλέγεις θέση, πιάνεις τα σγουρά σου μαλλιά σε αλογοουρά, να μη σε αποσπούν. Παραγγέλνεις διπλό ελληνικό και ,απορροφημένη ,κρατάς σημειώσεις και μελετάς σα να μην υπάρχει κόσμος γύρω σου. Αλάβαστρος η επιδερμίδα σου, τα χείλη σου ασύμμετρα, με ένα ροδαλό χρώμα, ερωτοτροπούν αυθάδικα. Φοράς σκουλαρίκια σε σχήμα παγωτού και φόρεμα λευκό. Η λιτότητα που αποθεώνει. Τα ψιμμύθια είναι για τους ανασφαλείς και εσύ εκπέμπεις  εικόνα δυναμικού ανθρώπου.

Δεν τολμώ να σου μιλήσω, αλλάζω μόνο τη μουσική, σαν από ένστικτο. Με το που ακούς τον Μorrissey, σηκώνεις το κεφάλι σα να μη μπορείς να χωνέψεις το σουρρεαλιστικό σκηνικό. Τα μάτια σου απολαμβάνουν τον παράταιρο συνδυασμό- καταμεσής ενός παλαιάς κοπής καφενείου ακούς την αγαπημένη σου μουσική. Με κοιτάς απορημένη-σα να μην καταλαβαίνεις ότι η παράσταση δόθηκε για χάρη σου. Ήδη αδυνατείς να αφοσιωθείς στα ιερά σου εγχειρίδια.
Τα μάτια σου ξεχειλίζουν από συναίσθημα και συγκινημένη αφύπνιση. Και οι μυρωδιές σε μια επονείδιστη συγχώνευση, ηδονική και ένοχη.

Η επικοινωνία χωρίς λέξεις είναι διττά σπουδαία. Είναι αυθόρμητη, ξάστερη και αληθινή.
Εμφανίστηκες μπροστά μου ένα διαβολεμένα συνηθισμένο πρωινό που η φύση εκπαιδευόταν ως συνήθως στο να με ξεγελάει για το προβλέψιμο της καθημερινότητας.Εκεί όπου τα βήματά μου με οδηγούσαν πάντα στο ίδιο γνώριμο σημείο, στο ίδιο οικείο τέλμα.
Δεν ξέρω αν είσαι περαστική ή αν ήρθες για να μείνεις. Αυτό που ξέρω είναι ότι η μορφή σου ήρθε να δώσει ζωή ακόμα και στο πιο θνησιμαίο χαμόγελο. Πανέμορφη, φευγαλέα, μαγική. Υφαίνεις εν αγνοία σου ένα μεγάλο Μυστήριο καμωμένο από περίτεχνα κρυμμένα Μυστικά.

Εμπιστευόμαστε όσα φαίνονται αλλά μας αποζημιώνουν αυτά που είναι. Το άρρητο Μυστικό τίκτει την Ελπίδα, το ανέλπιστο κυοφορεί την Ευτυχία. Και τελικά, η μεγαλύτερη παγίδα της ρουτίνας είναι ότι μας κάνει να ξεχνάμε το δικό μας Μυστικό που κρατάει και το κλειδί απεγκλωβισμού από αυτήν.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ετερώνυμα

Όταν όλα πάνε διαόλου, Εκείνος σκαρφίζεται τεχνικές επιβίωσης με μαεστρία ζηλευτή. Σα να τον εμπνέει η Καταστροφή, σα να τον διεγείρει ο Κίνδυνος. Όπου ρίσκο, εκείνος παρών. Χωρίς φόβο, με άπλετο πάθος μόνο. Και το χιούμορ υπ' αριθμόν ένα επιβάτης στις αποσκευές του σε κάθε ταξίδι, ιδίως σε διαδρομές όπου τα εμπόδια επιμένουν να αναφύονται σαν τα μανιτάρια.
Εκείνη, από την άλλη πλευρά, κάθε φορά που τα πράγματα ζορίζουν ή ανατρέπονται εκτροχιαζόμενα από το συνήθη τους ρου, γατζώνεται με φόβο διάχυτο στις παρυφές της απόγνωσης. Ισχυροποιεί την πιο σκοτεινή εκδοχή τιμώντας την με υπέρμετρη πίστη και παραλύει από το άγχος της ότι η επικείμενη συμφορά ισοδυναμεί με όλεθρο. Για χιούμορ ούτε αστείο, καμία αίσθηση του χιούμορ αλλά και ουδεμία εκτιμηση προς αυτό.

Πώς αυτοί οι δύο ενάντιοι κόσμοι διασταυρώθηκαν και επιπλέον ενώθηκαν σε μια κοινή πορεία, είναι απορίας άξιο. Μπορεί να οφείλεται στην κλισεδιάρικη θεωρία της έλξης των ετερωνύμων. Ίσως ο ένας ανιχνεύει στον άλλο ιδιότητες που του λείπουν και που έχει άμεση ανάγκη. Εκείνη, τον αποκαλεί αναίσθητο. Εκείνος πάλι, με ύφος ακλόνητης ηρεμίας, της απονέμει τον τίτλο της πρώτης πεσιμίστριας. Ανταλλάσσουν φλογερές εξυβρίσεις, οι τόνοι ανεβαίνουν, ο καθένας φωλιάζει σε ξεχωριστό δωμάτιο...αλλά μετά από λίγο...κάτι λείπει. Εκείνος πάει να την βρει για να προσκρούσει σε θεατρινίστικο γυναικείο πείσμα που κάμπτεται μετά από μερικά γλυκόλογα. Η ατμόσφαιρα παραμένει ηλεκτρισμένη αλλά το φορτίο είναι θετικό.

Το επόμενο πρωινό( ένα βροχερό και κυριολεκτικά απαίσιο πρωινό Δευτερας όπου βάλσαμο για τα τεταμένα νεύρα δεν υπάρχει)η Πραγματικότητα τους ξυπνά με ένα βλοσυρό βλέμμα. Ενοχλητική, πάντα εκεί, ξύλινη και ακανθώδης, αφόρητη.
Εκείνος θα πιει καφέ σιγοτραγουδώντας, Εκείνη θα αραδιάσει με τέχνη όλα τα μικρά και τα μεγάλα που τής ληστεύουν το κέφι. Απλήρωτοι λογαριασμοί, μια δουλειά απωλεσθείσα, ληξιπρόθεσμα σχέδια, η μεμψιμοιρία που ατενίζει παντού γύρω της. Το σπίτι την καλεί σαν ασφαλές καταφύγιο, δε θέλει άλλο να αντιμετωπίζει τα εγκόσμια, η αγριάδα του κόσμου τη σοκάρει, η χυδαιότητά του τής μοιάζει εμετική.
Εκείνος την καθησυχάζει με κουβέντες αποπροσανατολιστικές, ψελλίζει ακαταλαβίστικες λέξεις και -άγνωστο πώς- την κάνει να γελάει. Ακόμα και οι γκριμάτσες του είναι αστείες, δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά, αυτοσαρκάζεται και ,ακόμα και το απίθανο, φαντάζει απολύτως πιθανό.

Όπως ένα βράδυ του Ιουλίου, με ζέστη αβάσταχτη και υγρασία, που τής τηλεφώνησε για να της πει ότι του έκλεψαν ένα αξιοσέβαστο ποσό από το μαγαζί. Ατάραχη η χροιά της φωνής του, ατάραχος και ο ίδιος όταν τον είδε να την περιμένει στην είσοδο του σπιτιού τους. Πανικόβλητη Εκείνη, άρχισε να ρωτάει πώς και γιατί, σε ένα φοβερό χάος φλυαρίας. Εκείνος χαμογελούσε νηφάλιος και δεν είπε τίποτα. Την πήγε για φαγητό και κρασί σε ένα υπέροχο εστιατόριο με ειδυλλιακό κήπο. Τα κατάφερε να την κάνει να ξεχάσει τα καθέκαστα. Έστω και αν ήταν για εκείνη τη βραδιά μόνο.

Η νοστιμιά της ζωής βρίσκεται στις αντιθέσεις. Δύο άνθρωποι με διαφορετικές αντιδράσεις δε σημαίνει ότι είναι αντίθετοι. Τα ετερώνυμα έλκονται όχι επειδή βρίσκονται σε ενάντιους πόλους αλλά επειδή το ένα βλέπει στο άλλο τον Άλλο του εαυτό, αυτόν που φοβάται, απαρνείται ή αναζητεί με λαχτάρα. Είναι σπουδαίοι οι διαφορετικοί από εμάς συνταξιδιώτες γιατί φωτίζουν αθέατα σοκάκια που μόνοι μας ποτέ δε θα είχαμε το θάρρος να ακολουθήσουμε.

Είναι αυτό που λένε συμπληρωματικότητα. Όταν νιώθεις λειψός, δεν έχεις ανάγκη από ένα αντίγραφο του εαυτού σου αλλά από μία λανθάνουσα πλευρά του. Και αυτή συνήθως επιστρατεύεται μόνο μέσα από την πρόκληση του ετερώνυμου. Απρόκλητα όσο και απρόσκλητα, πάντα όμως Αναγκαία.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Μηδέν

Στο ίδιο σημείο, πέντε το απόγευμα. Ανεξαρτήτως καιρού, επί ένα μήνα η ίδια ιστορία.
Χειμώνας δριμύς, ο κόσμος προτάσσει το πιο άγριο πρόσωπό του και η φιγούρα της ψάχνει καταφύγιο παρατηρώντας τον κόσμο να χαράζει τη δική του διαδρομή στην οποία δε μπορεί να βρει θέση.
Υπό του μηδενός η θερμοκρασία, ομοίως και η αξιοπρέπεια. Αφηνιασμένα πρόσωπα, άδεια βλέμματα, σφιγμένα χείλη. Κάποιοι, πεισματικά αισιόδοξοι, οργανώνουν εκστρατεία αντίστασης στη βουλιμική μιζέρια. Μερικές στιγμές είναι αξιοθαύμαστοι, άλλες πάλι γραφικοί.
Η πραγματικότητα, με ένα κατακτητικό μένος, καταβροχθίζει ακόμα και τα πιο ρωμαλέα όνειρα.
Η χυδαία κοροϊδία, ο συμβιβασμός, η εκποίηση των πάντων.
Οι εξελίξεις τρέχουν μόνες τους, η δυνατότητα επηρεασμού της τροχιάς τους μηδενική, παντού το μηδέν κυρίαρχο, κλείνει μέσα του ένα σύμπαν ακεραιο, βουτηγμένο σε ελώδη ύδατα.
Προσπαθεί να κρεμαστεί από μικρές εικόνες, με φόντο το διασωθέντα κινηματογράφο- μια ρετρό εικόνα που ερεθίζει την παρελθολαγνεία της. Η μυρωδιά του ποπ- κορν, τα πολύχρωμα κασκωλ, το ύφος μετά από την παρακολούθηση μιας ταινίας, η αίσθηση ότι γίνεσαι κοινωνός σε ένα θέαμα λιγότερο σουρεαλιστικό από αυτό που διαδραματίζεται καθημερινά στην πολιτική σκηνή.
Η λύτρωση του να είσαι αμέτοχος σε κάτι που ουδόλως σε αφορά είναι ταξίδι του πνεύματος άπό τα λίγα.
Ο εγκλωβισμός σε έναν κομπαρσικό ρόλο σε μία παράσταση που φτιάχτηκε για εσένα είναι από μόνος του πηγή οξείας παραφροσύνης.

Το κρύο διαπερνά τα κορμιά, φέτος ακόμα και οι καιρικές συνθήκες βάλθηκαν να μετάσχουν σε αυτή την ανίερη συμμαχία. Και οι δρόμοι είναι οι ίδιοι, ο κινηματογράφος εκεί όλο πείσμα, τα πρόσωπα δεν έχουν ακόμα στραγγίξει από Ψυχή. Η εικόνα είναι εικόνα παραίτησης, σαν λεηλασία ονειρικού τοπίου. Σαν μια αισχρή βεβήλωση.

Ακούει ανθρώπους στο μέσο αφηνιασμένου συζητήσεων, να αναρωτιούνται τι μέλλει γεννέσθαι, σε μια αναμάσηση της φρικτής επικαιρότητας. Ανεργία, ανέχεια, περικοπές, χρεοκοπία, πώς οι δικοί τους έχουν ήδη μετοικήσει σε διάσπαρτα σημεία των πέντε ηπείρων και των επτά θαλασσών.
Μια διάχυτη απόγνωση που αγγίζει τα όρια της καταστροφολαγνείας.

Μα πρέπει να καταστραφεί  κάθε τι που πάσχει, το να υπάρχει παρασιτικά είναι επαίσχυντο.
Δεν έχει διασωθεί ούτε ένα ψήγμα ντροπής;
Όλοι κοιτάζουν πώς θα διασώσουν ό, τι έχουν ή πώς θα αναστηλωθούν μετά τα απωλεσθέντα;
Όλο αυτό το τραγελαφικό πανηγύρι που επεξεργασμένα και ετεροχρονισμένα σερβίρεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τρομάζει επειδή απειλεί την επιβίωση του καθενός από εμάς ή επειδή αντανακλά τα συντρίμμια ενός νοσούντος κόσμου που δεν έχει τη δύναμη ούτε να ντραπεί για την κατάντεια του;

Το Μηδέν είναι μακριά πια. Πολύ πιο κάτω, σε ένα ρυπαρό πυθμένα, εκλιπαρούμε να το φτάσουμε.
Γιατί το Μηδέν είναι η ολόφωτη Αφετηρία και εμείς αλαλάζουμε στο έρεβος.
Η παρακμή είναι αναγκαία συνθήκη για την Αναγέννηση, μόνο που πρέπει να φτάσει στα έσχατα για να ανιχνευσει ελπίδα μέσα από την πανωλεθρία.
Δεν τής ταιριάζει αυτός ο Κόσμος που σκαρώνει σχέδια μόνος του και εκείνη πρέπει να αρέσκεται στην αποδοχή τους. Ντρέπεται για τη μικρότητα του Κόσμου, για την αρρωστημένη του φιλαυτία.

Κάθε μέρα, πέντε το απόγευμα, ανεξαρτήτως καιρού, ακόμη και με καταρρακτώδη βροχή. Επιμένει να τον παρατηρεί αυτό τον Κόσμο, με ντροπή και οίκτο, και οργή. Διαισθάνεται μια θύελλα σαρωτική.Μια συσσωρευμένη ορμή που μαίνεται φυλακισμένη και θα εκδηλωθεί βίαια.
Και μέσα από το βλέμμα της που παραμένει αλώβητο από τη δίνη της εποχής, δε μπορεί να δει το Μηδέν γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ένας  πελώριος κύκλος , ακατανόητος, σκιαγραφεί μέσα στην απεραντοσύνη του, το δικό του παράξενο Αίνιγμα.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Τύχη

Και της το έλεγε, να μην προκαλεί την Τύχη της. Εκείνη είχε μια εγγενή τάση τυχοδιωκτισμού που δεν μπορούσε μα και δεν ήθελε να αποδιώξει. Έβρισκε πολύ γουστόζικη την πρόκληση της Τύχης, είχε μια σπάνια νοστιμάδα, εκείνη του ένοχου εθισμού.
Αυτή η τόλμη της που αψηφούσε κάθε ρασιοναλιστική νουθεσία, έκανε τη σχέση της με την Τύχη αμφίδρομα ενδιαφέρουσα. Πολλές φορές, και μέσα από ένα δυσεξήγητο γαϊτανάκι αλυσιδωτών συμβάντων, η Τύχη της δώριζε πλουσιοπάροχα όσο και ανέλπιστα από υλικά αγαθά έως πάσης φύσεως ευκαιρίες.
Σε διηνεκή εγρήγορση, η μορφή της μοιάζει να περιμένει εναγωνίως την επόμενη ευκαιρία.
Σα να της χρωστάει κάτι αυτή η κυκλοθυμική Θεά Τύχη.

Τα απότομα γυρίσματά της την τρομοκρατούν. Ακόμα δεν έχει εξοικειωθεί με την προσωρινότητα του θυμικού της. Δεν υπάρχει τυχερός και άτυχος, παρά μόνο υπό τη μορφή περιστασιακής ταμπέλας αναφερόμενης σε δείνα χρονική στιγμή ή ευρύτερη χρονική περίοδο.
Εκτός από την ευτυχία, που θεμελιώνεται στην εμπέδωση της παροδικότητάς της, η Τύχη είναι εξίσου φευγαλέα δύναμη. Φευγαλέα αλλά καταλυτική. Τα στίγματά της παραμένουν ανεξίτηλα ακόμα και αν τη διαδεχθούν αλλεπάλληλες περίοδοι αδιανόητης ατυχίας.
Γιατί κάθε φορά που η Τύχη συμπράττει μαζί σου σε μία αθέατη συνομωσία, σε κατακλύζει μία ευγνωμοσύνη βαθύτατη, από εκείνες που σε οδηγούν σε αγαλλίαση και ανάταση.
Η στιγμή, η αλληλουχία των γεγονότων, οι αιφνιδιασμοί, το αναποδογύρισμα των σχεδίων, η πλεκτάνη που στήνει με σαρδόνιο γέλιο αυτή η τετραπέρατη επίφαση της πραγματικότητας.

Η Τύχη τη συνετίζει κάθε φορά που παρασύρεται σε λογικοφανή συμπεράσματα. Κάθε φορά που οι γελοίοι της απολογισμοί αποτιμούν τους καρπούς κάθε μέρας με ζαβολιάρικες ζυγαριές. Αλλά και κάθε φορά που η φιληδονία της οδηγεί σε έξαρση την άπληστη φύση της νομιμοποιώντας ένα υβριστικό αίσθημα ανεπάρκειας. Με μία απροσδόκητη έλευση υπογραμμίζει ότι είναι απρόβλεπτη και ασταθής. Αδυνατεί να είναι πάντα παρούσα- το ζητούμενο είναι να αδράττεις την ευκαιρία που έστω και μεταμφιεσμένη σου παρέχεται. Να μην κοιμάσαι, να μη φοβάσαι, να μη φοράς παρωπίδες, να μην αφήνεις την όρασή σου να θαμπώνει.

Έτσι και σήμερα. Μία μέρα όπου όλα μοιάζουν στραβά και ένας καλός οιωνός μοιάζει από καιρό άφαντος. Βρέχει καταρρακτωδώς, φυσάει μανιασμένα, οι δουλειές κωλυσιεργούν και όλοι μοιάζουν κατσουφιασμένοι. Η ελπίδα δε διακρίνεται πουθενά. Ακόμα και ο καφές της έχει αλλιώτικη γεύση, άνοστη. Είναι από εκείνες τις μέρες που περιμένει την επόμενη αναποδιά, όχι την επόμενη ευκαιρία.
Κι εκείνος την έχει στήσει εδώ και ένα τέταρτο, ακούει τη φωνή του να επιμένει''Άσε την τύχη σου ήσυχη. Μην την προκαλείς''- και ο άνεμος μαίνεται, κόρνες ακούγονται παντού, μια διάχυτη δυσαρέσκεια γύρω της.

Μέσα της όμως αναφύεται ένας άλλος κόσμος. Ξέρει πως όλη αυτή η ατυχία είναι τέχνασμα της Τύχης για να την αποζητάμε με λαχτάρα. Και μέσα από τους λασπωμένους δρόμους, τα μουτρωμένα πρόσωπα, τις οικονομικές τραγωδίες και την οχληρή βοή κάθε μερας, διακρίνει την Τύχη σαν δύναμη μαγικής μεταμόρφωσης. Ξέρει ότι θα έρθει κάποια στιγμή να νεκρώσει αυτό το Χάος αλλά δεν ξέρει το πότε. Μέχρι τότε λέει να το απολαύσει- χωρίς να πάψει λεπτό να την προ(σ)καλεί.

Το απόλυτο

Ζω για το απόλυτο μονάχα, κι ας πληγώνει, κι ας είναι αυταρχικό.
Σε κάθε ζήτημα βλέπω μία οπτική γωνία, ακόμα και αν δεν είναι η σωστή, ξέρω ότι είναι η δική μου.
Πολλοί με πολέμησαν για τις δογματικές μου πεποιθήσεις που με σημαία την αδιαλλαξία διεκδικούσαν...απόλυτη ισχύ. Άκαμπτες, με σκληρό πυρήνα, αυτεξούσιες.

Οι πολλές εκδοχές και οι διφυείς συλλογισμοί δεν είναι για εμένα παρά εξαπάτηση της Αλήθειας. Η Αλήθεια είναι μία, πώς μπορεί να είναι μετριοπαθής και να διέρχεται μέσα από εναλλακτικούς δρόμους;
Το Πάντα και το Τίποτα είναι οι μόνες αποδεκτές λέξεις στο λεξιλόγιό μου. Κατάφαση ή άρνηση, ποτέ η αποτρόπαια φύση μιας ασαφούς απάντησης.
Τα διλήμματα είναι κόλπα πρόχειρα για εκείνον που είναι ανίκανος να αποφασίσει.

Η ασίγαστη ορμή μου να κυνηγάω όσο και να λέω την Αλήθεια με όλη την ανεπιθύμητη συχνά ωμότητά της, με έκανε μη αρεστό, ακόμα και παρείσακτο. Μου δημιούργησε εχθρούς που ποτέ δεν τους είδα έτσι. Ο εχθρός είναι υπολογίσιμος και πώς να μετρήσει κάποιος που αρέσκεται να ακούει ό,τι του θωπεύει τα αυτιά;
Η τάση μου για αμείλικτη, εξονυχιστική κριτική, μου άνοιξε νέους επαγγελματικούς ορίζοντες, ακριβώς τη στιγμή που το να παρέχω ψυχολογική συνδομή σε άτομα ανεπίδεκτα μαθήσεως και ολότελα άμοιρα θελήσεως, είχε αποβεί μια πληκτική, ανυπόφορη διαδικασία.
Έγινα κριτικός τέχνης, και μάλιστα με επιτυχία. Η αιχμηρή μου πένα δεν άργησε να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς. Ένα από τα πιο ερεθιστικά κομμάτια της κριτικής είναι η αναλγησία της. Ο σχολιασμός  του κρινόμενου αδέκαστα, αλλά και από τη σκοπιά του απαιτητικού κριτή που ανιχνεύει τα ψεγάδια μακρόθεν. Ελλείψει λογοκρισίας, άφησα τη δηκτικότητά μου να οργιάσει.

Με εξέφραζε η δουλειά μου και η καθημερινότητά μου ήταν απόκοσμη μεν, με τις ποθητές συναναστροφές δε. Ωσπου από το πουθενά έπεσε στα χέρια μου ένα δημοσίευμα που χαρακτήριζε την κριτική μου υπερφίαλη και σνομπ ! Άλλαξα χίλια χρώματα και ήπια τρία ποτά για να χαλαρώσω.

Κριτική στην κριτική ! Πού ακούστηκε; Είχαν αρχίσει να παρεισφρύουν στα χωράφια μου ιταμοί εισβολείς. Εκτός του ότι αμαύρωναν την ποιότητα της δουλειάς μου, έθιγαν σε σπουδαίο βαθμό την τιμή και την υπόληψή μου.
Κίνησα γη και ουρανό για να βρω αυτόν τον άσημο δημοσιογραφίσκο που τόλμησε να με προσβάλλει με τη θρασεία του πένα. Δε δέχτηκε να με συναντήσει από κοντα, η φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής ειρωνική.
'' Δε βλέπω το λόγο. Κάνω τη δουλειά μου, όπως και εσείς.Θα απολογηθώ και για αυτό'';
''Από πότε κρίνετε την κριτική κάποιου; Στερέψατε από ιδέες;''
'' Δε χρειάζομαι ειδική εξουσιοδότηση για αυτό. Κρίνετε και είστε αλλεργικός στην κριτική'';
''Αρκετά ! Δε γνωρίζετε τίποτα για εμένα''
''Ούτε και εσείς γνωρίζετε τίποτα για εσάς. Δε νοείται κριτική χωρίς αυτοκριτική''
Κατέβασα το ακουστικό με σαστισμάρα. Η σύντομη συνομιλία με εξουθένωσε.
Ένας ΄άγνωστος κατάφερε να σαρώσει τις σταθερές μου μέσα σε λιγα λεπτά και να κλυδωνίσει συθέμελα το οικοδόμημα των απολυτοτήτων μου.

Ήμουν άραγε μονόχνωτος;;Έκλεινα σε κουτάκια κάθε τι που έμοιαζε επιρρεπές στην αποστασία; Απλοποιούσα κάθε συνθετότητα που έμοιαζε πρόθυμη να μαράνει την κατανυκτική ηρεμία της μέρας;
Εστίαζα με πάθος στην κριτική αλλότριων προσώπων, δημιουργημάτων και καταστάσεων για να μην αφεθώ στης ψυχής μου τα δύσβατα μονοπάτια;
Και τελικά γύρευα το απόλυτο όταν στην αυτοκριτική μου ήμουν απόλυτα τυφλός;

Απεικάσματα μιας ζωής σε αέναη ανασύνθεση, να λησμονεί από πού ξεκίνησε και για πού κινεί.
Ακροβάτης ανάμεσα σε έννοιες με φορτίο ασήκωτο, να επιλέγω ασυλλόγιστα μια όχθη για να μη γευτώ την κατάρα της αμφιταλάντευσης.
Σιγμή δε σκέφτηκα αν οι επιλογές μου με εξέφραζαν στο ελάχιστο. Μου αρκούσε που τις έκανα σε μια αυτοματοποιημένη διαδικασία, και έπειτα καμάρωνα πίσω από το προσωπείο της εξέχουσας προσωπικότητας.
Οι ατέλειες των γύρω μου που διόγκωνε η νοσηρή μου σκέψη, απομάκρυναν το βλέμμα μου από τα σημάδια της δικής μου ψυχής με την οποία είχα συνειδητά κόψει παρτίδες.
Απόλυτα χαμένος, απόλυτα ψεύτικος, απόλυτα μόνος.
Σε μια νίκη από καιρό χαμένη, να κυνηγάω χίμαιρες και να διχάζομαι χωρίς καν να το συναισθάνομαι.
Να μην ανήκω πουθενά, αυτή νομιζα πως θα ήταν η λύτρωσή μου.

Και τώρα που τα χρόνια πέρασαν και δεν είμαι περήφανος για τη φτηνή επιδίωξη του Απόλυτου, ξέρω πως εκείνο κατοικεί εκεί όπου το βλέμμα με παρρησία πλανάται στης Ψυχής τα έγκατα και τη συγκλονίζει με τη διαπεραστική του δύναμη. Δεν δειλιάζει, δεν κρύβεται, δεν εθελοτυφλεί εξωραϊζοντας τερατουργήματα. Δεν αρκείται σε ψήγματα Αλήθειας παρά μόνο στην Αλήθεια ολάκερη. Δεν τολμάει να κρίνει αν δεν κριθεί πρώτα με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Μέχρι να αποχαιρετήσω τα θρασύδειλα τεχνάσματα της ελιτίστικης κομπορρημοσύνης μου, το Απόλυτο θα παραμένει υψηλά ιστάμενο, αν όχι απροσπέλαστο.
Και δε μπορώ να κρίνω αν πρώτα δεν κριθώ. αυτό είναι κάτι στο οποίο θα συμφωνήσω απόλυτα με τον κριτή μου, και ας συγχύζομαι ακόμα όταν σκέφτομαι εκείνη τη συνομιλία μας.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Διαφορετικότητα

Δεν είναι οξύμωρο να απαιτεί κανείς να αγαπηθεί για αυτό που είναι χωρίς να ξέρει τι όντως είναι;
Η προσωπικότητα είναι η ιδιάζουσα αύρα, οι λόξες και τα διαφοροποιητικά γνωρίσματα που δύσκολα ανέρχονται αυτοβούλως στην επιφάνεια. Θέλουν μια χείρα βοηθείας να τα ανιχνεύσει, να τα αποκωδικοποιήσει, να τα καθοδηγήσει. Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι μαγική ή τρομακτική, μαγική και τρομακτική. Τις περισσότερες φορές όμως θυσιάζεται στο βωμό της...δελεαστικά εύκολης απομίμησης. Η αντιγραφή σε επίπεδο ιδεών, στυλ, κοσμοθεωρίας, εκτός του ότι κατατείνει στη συγκρότηση ενός ομογενοποιημένου συνόλου δίχως ταυτότητα, στερεί από το άτομο τα στοιχεία εκείνα που υπάρχουν εν δυνάμει εντός του και αιχμαλωτίζονται επειδή το δημιουργηθέν
lifestyle κελεύει τυφλή υπακοή στις επιταγές του.
Η μόδα είναι βαριά αυτοκρατορία. Οι τάσεις, το λανσάρισμα, οι κανόνες, η ποινικοποίηση του αναχρονισμού και του αυτοσχεδιασμού. Πολλές φορές κυριαρχεί η αυταπάτη ότι με το κατάλληλο ντύσιμο μπορείς να ανέλθεις από όλες τις απόψεις, ότι υιοθετώντας το ύφος του πολυάσχολου αστού με τις μύριες υποχρεώσεις και το κινητό ενσωματωμένο στο αυτί σου θα μορφώσεις την  πρέπουσα κοινωνική εικόνα. Και η αυτοεικόνα;
Νομίζεις ότι είσαι η πλαστή φιγούρα που χωρίς μόχθο έπλασες. Στην πραγματικότητα, γίνεσαι αυτή η φιγούρα, μεταλλάσσεσαι με ρυθμό ανεμπόδιστο ακόμα και με μέτρα δραστικά καταστολής του παράγωγου εαυτού σου. Και οι αθέατες πλευρές σου παραμένουν κρυφές, αγωνιώδεις για το πότε θα αποκαλυφθούν και αν, τρεμάμενες μέσα στην παράξενη σκλαβιά τους. Απορρίπτοντας κάτι που δε γνωρίζεις το καταδικάζεις στην ανυπαρξία.
Και είναι κρίμα γιατί σε έναν πλανήτη που η μάζα κρατεί τα ηνία, η ανάγκη για διαφορετικότητα καθίσταται επιτακτική. Η διαφορετικότητα που γεννά τους κανόνες, δεν τους υπακούει. Που φοράει πολύχρωμα όταν όλοι είναι μαυροντυμένοι. Που τολμά αυθάδικα να είναι αναχρονιστική παλινδρομώντας σε άλλες εποχές. Που μέσα από τα τρωτά της γίνεται ερωτεύσιμη. Η ακομπλεξάριστη διαφορετικότητα που είναι ανεπιτήδευτα εκκεντρική, χωρίς να εκλιπαρεί σιωπηλά για επαινους και παράσημα. Η διαφορετικότητα που θεωρεί την απομίμηση θανάσιμο αμάρτημα γιατί πράγματι είναι μηχανισμός αλλοίωσης και παραποίησής της.Η επίθεση στο πανομοιότυπο που όχι μόνο δεν παράγει στυλ αλλά και το παρακωλύει.
Εκείνη η άγνωστη έννοια που βιώνεται τόσο δύσκολα αλλά χαρίζει τους πιο πολύτιμους καρπούς προσωπικής ευτυχίας, η αυθεντικότητα. Αν δεν είσαι αυθεντικός, πώς θα είναι αυθεντική η ευτυχία σου;

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Φλεβα-ρης

Χτύπησε φλέβα ο Φλεβάρης. Με τις πολικές του θερμοκρασίες, τις παράξενες συμπτώσεις, τις ζοφερές εξελίξεις μιας πάσχουσας κοινωνίας. Με τα ανορθόδοξα να ακολουθούν την ανιούσα.
Ο καιρός εναρμονίζεται με τη διάθεση..Ενέργεια μηδέν, κέφι χαμένο σε μια φιλόδοξη ουτοπία.
Όσο κυλάει ο καιρός, τόσο αντιλαμβάνεται πόσο πολύτιμος είναι. Για τα ανούσια δεν υπάρχει πλέον χώρος, ούτε χαριστικά. Ενοχικά σύνδρομα πυρπολούνται σε μια εκρηξη διαύγειας.
Αναμνήσεις υφέρπουσες και οχληρές απορρίπτονται για την υβριστική τους τάση να ακυρώνουν το παρόν.
Σχέσεις χαζές και αστείες, λόγια και πράξεις που την πλήγωσαν, αντιλήψεις που τής λήστευαν τη γαλήνη, όλα εκείνα που δεν καταλάβαινε και την εξόργιζαν...τώρα τα ατενίζει με χιούμορ, σα να είναι γραφικά στιγμιότυπα που σατυρίζει δηκτικά, σα να κατασκευάστηκαν προς τέρψη της.
Χρειάζεται ανάπαυλα από το μονότονο ρου του σύμπαντος- και με τα ανορθόδοξα βρίσκει την ορθή της πορεία. Μια ισορροπία πολυπόθητη όσο και ζόρικη που με πολύ πόνο κατακτά κανείς. Αφού πρώτα συναντήσει τα δικά του ανορθόδοξα με τρόμο και φρίκη. Αφού κατορθώσει να τα αντιμετωπίζει με χιούμορ, όπως και τις έξωθεν παραφωνίες.

Είναι πολύτιμος ο χρόνος και οι αναβολές επιφέρουν τη σύντμησή του. Δεν έχει χρόνο για αμφιβολίες, διλήμματα, δεύτερες σκέψεις, ενδοιασμούς. Τα παγωμένα πρωινά θα ξεκλέβει λίγο χρόνο να ερωτοτροπεί με την απροσδιόριστη σαγήνη του χειμώνα απολαμβάνοντας την αχνιστή της σοκολάτα. Θα καταστρώσει εκείνο το ταξίδι χωρίς τα δαιμόνια των σχεδίων. Σα να μην υπάρχει άυριο. Θα δει φίλους παλιούς και γνώριμα μέρη και θα περπατάει με μελωδικές συνομωσίες να νοηματοδοτούν τα βήματά της. Θα αφεθεί στον τυχοδιωκτισμό των τυχαίων συναντήσεων.
Δε θα αναρωτηθεί τι έκανε λάθος και πότε. Τα λάθη της είναι εκείνα που τελικά την έκαναν σοφή.
Δε θα ζει άλλο πια με τον ψυχαναγκασμό της τελειομανίας.
Η απόλυτη αρμονία είναι η μέγιστη αυταπάτη.

Γιατί είναι όμορφος ο Φλεβάρης. Γλυκά μελαγχολικός, περίεργα αφυπνιστικός.
Δεν θα ακούσει ούτε εκείνον πια. Λόγια μεγάλα και αναξιόπιστα, δε θέλει άλλα λόγια πια. Δεν έχει χρόνο πια για διαπραγματεύσεις και υποσχέσεις.
Έχει χρόνο μόνο για τη στιγμή που φευγάτη την κυκλώνει με πελώρια δύναμη, για όσα κυλάνε και όσα έρχονται.
Για τους πρωινούς της περιπατους που είναι κάθε μέρα και διαφορετικοί, ακόμα και αν η διαδρομή είναι ακριβώς η ίδια.