Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Τα σταυροδρόμια

Πάντα η νεογέννητη Άνοιξη είχε απρόσμενη γοητεία. Μέσα από απαλά περιγράμματα και παστέλ χρώματα, πρωινή δροσιά και χαμόγελα αθώας προσμονής, η φύση σε ανθοφορία και μελωδικά καλέσματα να στοιχειώνουν το μυαλό. Αυτή τη φορά απολαμβάνει με νωχελικότητα μια αιώνια αναβολή, πότε αναδύεται και πότε, έντρομη, κρύβεται  στο δικό της καταφύγιο που είναι γεμάτο γιατροσόφια. Τέτοια εποχή ήταν που το Απίθανο γιόρτασε με το μοναδικό του τρόπο. Μια μέρα χαοτική, όλο θόρυβο και αγχωτικά ρολόγια, ο Χρόνος έχασε το δρόμο του. Έπαψε να υπακούει σε κανόνες, έπαψε να είναι κανόνας.
 
 Σκόνταψε πάνω του με ένα συνεσταλμένο ύφος, σχεδόν απολογητικό. Το ένα ολίσθημα προκάλεσε το άλλο, στα βλέμματα σκαρφάλωσε η έξαψη της αποστασίας από τα πρέπει, η απόδραση από ένα πρόγραμμα-φυλακή που αυτοκαταστροφικά κατάστρωναν, το συναίσθημα που εξόριστο εγκατέλειψαν σε τόπους εξωτικούς. Κλείδωσαν την πόρτα σε κάθε τι που θα τους έσπρωχνε σε αδιέξοδα. Η προδιαγεγραμμένη, ελέγξιμη πορεία ήταν το μόνο που θα τους γλίτωνε από τα δράματα.
 
 Όποτε αφήνονταν ελεύθεροι, σκλαβώνονταν από κάποια εξάρτηση που τους οδηγούσε σε αναμέτρηση με έναν κρυφό εαυτό. Να που πάλι ήρθε η στιγμή να αφήσουν πίσω το προβλέψιμο. Τον εαυτό τον κουρδισμένο που κομπάζει πως όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να ελέγχει. Τα σχέδια που αποδεικνύονταν ανόητα εγκεφαλικά παράγωγα, με την πραγματικότητα να υπογραμμίζει την αφέλειά τους. Την αγκυλωμένη τους ψυχή που έχει στραγγίξει από ζωή και παραπαίει τις ελάχιστες στιγμές αδράνειας μέσα στην αφύσικη απομόνωση. Κάτι ορμητικό, άγνωστης προέλευσης, παράλογο και θρασύ τους διαφεντεύει. Εγκλωβίζονται αμαχητί ακριβώς σε αυτό που χρόνια παλεύουν να ξορκίσουν. Κάνουν το φόβο, σημαία τους. Γιατί εκείνο που τρέμουν είναι εκείνο που τους απελευθερώνει στο τέλος. Μαθημένοι στην αυτοσχέδια φυλακή τους να κουρνιάζουν, χωρίς ένα κίνητρο να τους αφυπνίζει, ναρκωμένοι από το φόβο της αλλαγής, υπογράφουν τη στάσιμη μοίρα τους. Είναι η θλίψη που γίνεται συνήθεια. Ένας αλλοπαρμένος θάνατος τους ζυγώνει με βλέμμα βλοσυρό. Μα δεν τους τρομάζει πια, είναι το καθεστώς τους, η επιλογή που έκαναν για να αποδιώξουν τις συγκινήσεις. Όμως η απρόσμενη τροχιά πάντα κάνει το θαύμα της, ανασταίνει την πίστη, το μυαλό, τις ψυχές. Σε σταυροδρόμια απίθανων συγκυριών, η ευδαιμονία γίνεται πιθανή. Ο φόβος δεν είναι παρά μεταμφιεσμένη επιθυμία για την οποία δεν είναι έτοιμοι. Δεν πρέπει να είναι έτοιμοι. Για να την αφήσουν να τους διαποτίσει, να διαπεράσει κάθε τους αμφιβολία, να σαρώσει τον παντογνώστη εαυτό. Για να νικήσουν, πρέπει να αφήσουν πρώτα κάτι να τους νικήσει. Δεν είναι μέσα από το κρυφτό που γίνονται ατρόμητοι, αλλά μέσα από τη γενναία πάλη με όσα φοβούνται. Ακόμα και αν αυτά αποβούν πιο δυνατά.
 
 
Την Άνοιξη δεν μπορούν να τη διώξουν, ούτε τις απροσδόκητες συναντήσεις με το Άγνωστο. Και, καθώς τους κυριεύουν ολοένα, μαθαίνουν να τα κουβαλούν μέσα τους, ακόμη και όταν όλα γύρω πασχίζουν να δείξουν κανονικά και επαναλαμβανόμενα. Οι πιο ωραίες στιγμές τους είναι εκείνες που δεν τόλμησαν ποτέ να ονειρευτούν.