Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Ατρόμητος

Δεν ήταν από τους ανθρώπους που αφήνονταν σε παρορμητικές λόξες.
Λογική τετράγωνη, χειμαρρώδης εγκεφαλικότητα.
Σε κάθε στοά της σκέψης του σουλατσάρουν τα αλμυρά φιλιά της.
Σαν προδοσίας σκιά τον κοιτάζουν ενοχικά, με εκείνη τη συρρικνωμένη αξιοπρέπεια.

Μια σχέση που από παντού πάσχει, ξεφτίζει ολοένα, τον εξευτελίζει και παραμορφώνεται.
Ό,τι ξεκίνησε με την αγνότητα που μόνο ξέμακρα από τα δεδομένα ανταμώνεται.
 Η ιστορία και τα δεδομένα οικοδομούν τη φθορά και την ανάμνηση που τόσο υποχθόνια κυβερνά την ψυχή.

Όχι, ποτέ δε θα μπορούσε να παρεκκλίνει από της Λογικής τα κελεύσματα.
 Η Αξιοπρέπεια πάντα ύφαινε και τις πιο λεπταίσθητες αποχρώσεις των πράξεών του.
 Ήθελε όλα να έχουν λόγο ύπαρξης, ουσία ζωογόνα ,νόημα διαυγές.
 Διαφορετικά, μπορούσε και αυτόματα καρπωνόταν το αμετάκλητο Αντίο: το Τέλος, την Αρχή, τη Σοφία, την Αστοχία.

Και όμως. Μέσα σε τυφλά πρωινά φλεγόμενου πάθους, δεν το είδε. Δεν την είδε.
Έτσι σκυφτή, με το μαραμένο χαμόγελο, σε μια ελεγεία ερωτική.
 Δεν παρατήρησε τα μαλθακά της βήματα που παραιτημένα την έβαζαν σε άλλο αδιέξοδο.
 Και έτσι ακριβώς αφέθηκε στην υπ' αριθμόν ένα παρορμητική λόξα: τη μονόδρομη ευτυχία.
 Μεθυσμένος σε μια ευδαιμονία που οικοδομείται σε ψευδαισθήσεις, στης υπέρτατης δυστυχίας το ζενίθ.
Οι μέρες περνούσαν, ερμαφρόδιτες, μεταμφιεσμένες, εικονικές.

Μέχρι που η Αλήθεια, μην αντέχοντας τη μακροχρόνια νάρκη, φανερώθηκε.
Εκείνη αναγκάστηκε να του τη φανερώσει.
Δεν τον θέλει πια, δε νιώθει για αυτόν τίποτα.
Όσα έζησαν τυλίχτηκαν σε μία ανάμνηση που τους χαιρετά από μακριά.

Ράκος, στον πυρετό της μέρας ψήνεται, αλαφιασμένος γυρνά πίσω, οι αισθήσεις του σε παραλήρημα.
Τι έκανε λάθος, πώς δεν κατάλαβε τίποτα, πώς όλα έληξαν από το πουθενά.
Ο μεγεθυντικός φακός της  αυστηρότητας φωτίζει δραματικά τα περασμένα.
Απόγευμα βροχερό, θέλει ο χρόνος να σταματήσει.
Να σβήσει η δική τους ιστορία που τον αναστατώνει και τόσο υποκειμενικά πλάθει η βασανιστική του φαντασία.

Σεναριογράφος της ζωής του, χωρίς έμπνευση.
Συγγραφέας που μαθαίνει την πλοκή από τον αναγνώστη του, σα να μη σκαρφίστηκε ο ίδιος την ιστορία, σα να αναποδογύρισε η τροπή της.
Σα να μην ήταν Εκεί.

Η ζωή συνεχίζεται αλλά κάποια πράγματα είναι ανυπόφορα οχληρά.
Η ξεχασμένη της ομπρέλα δίπλα από το ακατάσταστο γραφείο του.
Το άρωμα από πικραμύγδαλο που τύλιγε την αύρα της.
Εκείνο το βιβλίο που άλλαξε τη ζωή της με κάθε του λέξη.
Το τραγούδι που έδινε την αφετηρία σε κάθε της μέρα.
Μα πάνω από όλα, μια εικόνα σφηνωμένη στον ταλαίπωρο νου του, τα μάτια της όλο συγκατάβαση και πίκρα, ένα'' δεν μπορώ'' απεικονισμένο, ο χωρισμός τους σε μια έκφραση φυλακισμένη στη στιγμή.

Η ανάμνηση τον λεηλατεί τις πιο παράδοξες στιγμές.
Για έναν μεγάλο Έρωτα, αξίζει και η πιο βάρβαρη μορφή πολέμου.
Το Τέλος του είναι μια αλληγορική μορφή Θανάτου, μια αναμέτρηση με το Θάνατο.
Μαζί της ένιωθε τόσο ζωντανός κάποτε, που έχει γίνει Ατρόμητος.
Απέναντι στο Θάνατο, την Απουσία ,την Απώλεια.
Απέναντι σε όλα.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Συναίσθημα

Μέσα στην επιβεβλημένη γιορτή των ημερών που ντύνονται με τη μιζέρια των εξελίξεωνπροσπαθεί να ζει την κάθε μέρα όσο το δυνατόν αναίμακτα. Περπατά στη βροχή, χωρίς προορισμό, αντικρύζει τα πάντα σε ένα θλιβερό πανηγύρι να συνεχίζουν να υπάρχουν, δε μπορεί να ανταμώσει την έκπληξη πουθενά. Και αυτή η πλήξη η πελώρια την οδηγεί πεινασμένα και ικετευτικά στη λήθη. Είναι τόσο λυτρωτική !
Μη μου τους κύκλους τάραττε, η αρμονία είναι άξια περιφρούρησης και εκείνη χρόνια τώρα αφήνει θεούς και δαίμονες να τη διασαλεύουν. Φορτωμένη ενοχές από τη φύση της που ξεπηδούν πάντα άκαιρα, παράταιρα, παράφορα.
Λιτά, όπως και οι καιροί επιτάσσουν. Έτσι θέλει να ζει πια. Χωρίς το άχθος της σκέψης, χωρίς τη λεηλασία του πόνου.
Ο πόνος είναι απότοκος διάψευσης, προϋποθέτει συναίσθημα. Και πού να το βρει το συναίσθημα σε έναν κόσμο που την αδειάζει από αυτό συστηματικά;Με τρόπους υπόγειους, που και η ίδια δε συναισθάνεται, έχει καταστεί ανήμπορει να συναισθανθεί. Γενικώς και ειδικώς.
Η ανυπαρξία επιθυμίας είναι μια μασκαρεμένη μορφή θανάτου, αργού και βασανιστικού.

Έμαθε να μην επιθυμεί, να μη δικαιούται να επιθυμεί. Η ρεαλιστική της φύση επανίσταται κάθε φορά που αποτολμά να ποθήσει κάτι. Σα να διαπράττει άλλη ιεροσυλία την κατακεραυνώνει.
Η αμφιβολία τη χλευάζει σε ένα παιχνίδι άνισο.
Σαν πένητας πρέπει να πορεύεται στη ζωή της, σαν άστεγος που δεν πρέπει, και δε μπορεί να αξιώνει καταφύγιο. Απλώς να υπάρχει, και να το κάνει αθόρυβα, χωρίς να γίνεται φορτική.

Είναι το καθεστώς έτσι, ένα σύνολο παγιωμένων κανόνων που δε γίνεται να αψηφήσει. Όνειρα που τώρα μοιάζουν με εφηβικές λαχτάρες, αφελώς μεγαλεπήβολες. Αλλά και σχέδια που είχαν τη θρασύτητα της συγκυρίας και του εφήμερου, καταδικασμένα σε αποτυχία.

Βρέχει τρελά και ο καθένας συνεχίζει τη δουλειά, το πρόγραμμα, το παραμύθι του. Όλα γύρω σε μια αμηχανία, προσπαθούν να ξεχαστούν στην κίβδηλη θαλπωρή των Χριστουγέννων, για να μην απολογηθούν στους άλλους, για να μη μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους.
Και όλοι κατάβαθα και ανομολόγητα να ελπίζουν σε ένα θαύμα. Ότι από το πουθενά θα έρθει μια λύση σωτήρια, ότι η ζωή δε μπορεί να είναι ένας μακραίωνος εξευτελισμός.

Κάποιοι όμως, όπως και αυτή η ίδια, βασανίζονται. Είναι κάποιες αιώνιες στιγμές που δεν την αφήνουν να ησυχάσει. Ακόμα και η λήθη τότε γίνεται ακατάδεχτη. Στιγμές σιωπής εκκωφαντικής, όπου τα λόγια παρελαύνουν καθάρια, χωρίς αμφισημίες και παραπλανητικά κόλπα.
Δεν ξέρει πώς να νιώσει, και δε μπορεί να νιώσει.
Το συναίσθημα που πάντα τής έδειχνε το δρόμο, είναι τώρα απόν. Στη θέση του βρίσκεται ένα κενό απροσμέτρητο που μπροστά του δε μπορεί να δει φως , δεδομένα και σημάδια.

Δε μπορεί να νιώσει αγανάκτηση, πόνο, απορία, θλίψη, χαρά, ελπίδα, ανυπομονησία. Τίποτα.
Και καθώς νιώθει περικυκλωμένη από όντα χωρίς ταυτότητα, στραγγισμένα και αυτά από κάθε ίχνος συναισθήματος, παραμένει καθηλωμένη στο ίδιο σημείο, σε μια μαζική ακινητοποίηση.

Χωρίς θυμό και χωρίς πόνο, δε νοείται Άνθρωπος. Ας βρούμε τη δύναμη για αυτά, προτού η απάνθρωπη φύση μας(στην οποία είμαστε ευλαβικά πιστοί) οδηγήσει σε πανανθρώπινη δυστυχία..

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Δεκέμβριος

Δεκέμβριος. Ο μήνας των πιο αντιφατικών συναισθημάτων. Της εφιαλτικής αναμέτρησης με τα παρελθόντα και της κάθαρσης που αναφύεται μέσα από το ανεπίστρεπτο της φύσης τους.
Ο μήνας της αναγκαστικής γιορτής που αποθεώνει τα κλισέ και μασκαρεύεται πίσω από καταναλωτικές παρασπονδίες και απενοχοποιημένες αφθονίες.
Το τέρμα και η αρχή την ίδια στιγμή. Πόσα και τι μπορεί να σημαίνει αυτό;
Όπως στέκομαι σ'ένα σταυροδρόμι μετέωρη, με την αμφιταλάντευση να μου ροκανίζει την ηρεμία, δεν ξέρω αν θέλω να παραμείνω σε αυτό και άλλο ή απλώς να ξεκολλήσω και να πάρω το ρίσκο μιας τελικής επιλογής. Τόσο καιρό ακροβατώ ανάμεσα σε ξεθωριασμένες επιθυμίες και στο φόβο να τις εγκαταλείψω εγκαινιάζοντας νέες. Που θα με αφυπνίζουν αληθινά, και θα με εξιτάρουν να τις ανακαλύπτω και να τις κυνηγάω με θέρμη. Ένα θέλω που θα αξίζει τον κόπο, και δε θα είναι μια αναγκαία απόληξη των χθεσινών μου αποφάσεων.

Είναι αλήθεια ότι αυτό τον καιρό η μνήμη μου κατορθώνει να λειτουργεί τελείως επιλεκτικά, κατά τα συμφέροντα. Πολλά τεμάχια στιγμών έχουν περιθωριοποιηθεί ως μη βολικά και αρεστά. Αυτά που επιβιώνουν είναι ελάχιστα, και στην πλειονότητά τους ευχάριστα. Έπειτα είναι  εκείνη η κυρίαρχη διαδικασία που αυτοματοποιημένα κάθε χρόνο τέτοια εποχή τίθεται σε εφαρμογή: στο μυαλό μου δεσπόζει η αντιπαραβολή όλων των μικρών στιγμών που είχαν τη δυναμική να με αλλάξουν.
Νιώθω ευλογία να μπορώ να τις διακρίνω και να τις αποτιμήσω με τη ματιά τη νηφάλια του μη εμπλεκόμενου βιωματικά. Γιατί πλέον σαν ξένη τις ατενίζω, μερικές φορές απορώ και εξίσταμαι που τις έζησα ή ποια ήμουν τότε και πόσο απέχω από εκείνο τον εαυτό μου τώρα.

Είναι ο Δεκέμβριος και ψυχαναγκαστικός έτσι που μας φορτώνει με προσδοκίες και μας δαιμονίζει με την φιλόδοξη αναμονή μελλοντικών στιγμιοτύπων. Κάνουμε ευχές, σκαρώνουμε σχέδια, δίνουμε υποσχέσεις αυτοβελτίωσης...μέχρι ο αναβλητικός μας εαυτός να καγχάσει με τις αφελείς του πρακτικές.Σα να περιμένει πράγματα από εμάς αυτός ο αλλόκοτος μήνας: να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να κλείσουμε αξιοπρεπώς ή και μεγαλοπρεπώς τη χρονιά, ενώ παντού γύρω μας αναμασάται το ίδιο ατέρμονο βουητό...Μια αλυσίδα προβλημάτων και το αιώνιο ανθρώπινο αδιέξοδο.

Πάντα όμως στο Χειμώνα κατάφερνα να διακρίνω μια αφύσικη ομορφιά. Μυστηριώδη και αγέρωχη, ξεδιπλώνει τα μυστικά της μόνο κοπιωδώς. Την ομορφιά του να μην νιώθεις την ανάγκη να ενσωματωθείς, να γιορτάσεις, να ξοδέψεις και να ξοδευτείς. Το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του να μείνεις λίγο ακόμα σε εκείνο το σταυροδρόμι, και ας σε ζαλίζουν όλοι ότι ο χρόνος είναι πολυτέλεια στις μέρες μας. Η αποποινικοποίηση της άγνοιας, όταν όλοι γύρω κυνηγούν με προπέτεια την παντογνωσία. Η απελευθέρωση από την εκθείαση της απόφασης.

Αυτό το Δεκέμβριο θα πάρω λίγο χρόνο ακόμα  για να αποκρυπτογραφήσω τα σιβυλλικά σήματα που εκπέμπει η αβυσσαλέα μου ψυχοσύνθεση. Δε θέλω αιφνιδιασμούς, ούτε πίεση για να τοποθετηθώ και να επιλέξω. Άλλωστε ο χρόνος είναι το υπέρτατο αγαθό όταν τον καθορίζουμε εμείς, και ο υπέρτατος δυνάστης όταν μας καθορίζει εκείνος.
Και είναι πολλά τα καθεστώτα δουλείας και δειλίας για να νομιμοποιήσουμε ένα ακόμη...