Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Στον Ουρανό του Απρίλη

Εκείνες οι συναντήσεις τους κάθε απόγευμα, είχαν αρχίσει να γίνονται ανυπόφορες. Πότε ολιγόλεπτες, πότε αρμένικες, πάντα λαθραίες. Όλο το πρωινό στο γραφείο σκάλιζε ασυναίσθητα το κινητό της, μην τυχόν και έβλεπε μήνυμά του. Έψαχνε αφορμές να ακούει τη φωνή του και χαιρόταν πανηγυρικά όταν κατάφερνε να γίνει πειστικά αδιάφορη. Κατά τα φαινόμενα, δηλαδή, γιατί μέσα της έβραζε. Τον άκουγε να μιλάει για τη νέα του σχέση, του έδινε μάλιστα και συμβουλές, πολιτισμένες διαδικασίες! Κι εκείνος έλεγε εμφατικά πως υπολόγιζε τη γνώμη της, μπορεί να μην ταίριαξαν ως ζευγάρι, αλλά αυτό δεν αναιρεί την επικοινωνία τους, το ότι μαζί της μπορούσε να συζητήσει, να εξωτερικευθεί, να είναι αυθεντικός. Δέχθηκε και αυτή τον άχαρο ρόλο του συμβουλάτορα, του ερασιτέχνη ψυχαναλυτή. Πώς αλλιώς; Οι προηγούμενοι έρωτές της, της είχαν προσάψει κτητικότητα, η ίδια είχε βαρεθεί να προσκολλάται σε ένα πρόσωπο επί μισή δεκαετία, ήθελε πάνω από όλα να αποδείξει στον εαυτό της ότι τον είχε ξεπεράσει, ότι δεν έχει κάτι να τη συνδέει μαζί του. Ανακαλούσε τον κατάλογο με τα ελαττώματά του, ζωήρευε την έντασή τους, τον ζωγράφιζε νοερά σαν μια καρικατούρα, σαν γραφική αναπαράσταση ακατάλληλου συντρόφου. Και αυτή η συνήθεια! Δολοφόνος της εξέλιξης, ακόμα και αν αυτή δεν οδηγεί στη βελτίωση, είναι όμως αλλαγή, και η συνήθεια την ανακόπτει!
 
Δύο χρόνια καθημερινής επαφής δυσκολεύουν πολύ τον άμεσο αποχωρισμό τους. Κάπως έτσι, έστηναν αυτά τα ημιαπόκρυφα ραντεβού κάτω από τον ουρανό του Απρίλη, δυο άτομα διχασμένα, σε αναζήτηση ταυτότητας και ρόλου, που όμως στο λεπτό κούρδιζαν τα σώματα και τις ψυχές τους και έκλεβαν κάτι από τη νωχελικότητα της ώρας. Είχε ανάγκη να προσδιορίζεται μέσα από τη ματιά του, είχε ανάγκη να την εκτιμά ακόμα, ακόμα και αν πλέον η ερωτική του προσοχή ήταν αλλού στραμμένη. Όσο και αν γνώριζε τα κυκλοθυμικά του ξεσπάσματα και τις ακραίες του απόψεις για τις σχέσεις, έτρεφε την ενδόμυχη ελπίδα ότι αυτός ο ακαθόριστος σύνδεσμος που τους έφερε κοντά, δεν είχε χαθεί ολότελα. Πάντα πίστευε ότι κάθε τους συνάντηση ήταν μια έμμεση απόπειρα επανασύνδεσης. Όμως, οι μοντέρνοι καιροί επιτάσσουν χαλαρή συμπεριφορά. Ακομπλεξάριστη, κυνική, με αποθέωση του εφήμερου και ευκολία προσαρμογής σε νέα δεδομένα. Αν επιμένεις να συντηρείς το ρομαντισμό σου, κινδυνεύεις σοβαρά να γελοιοποιηθείς. Αυτά σκεφτόταν και φορούσε το ανέμελο προσωπείο της, γινόταν και πάλι δεκαοκτώ και ανέλυε στο μικροσκόπιο κάθε του κίνηση. Εξαντλητικά, μέχρι που και η ίδια εξαντλήθηκε.
 
 
Είχε περάσει μισός χρόνος, για να ακούσει από τα χείλη του τη βαρυσήμαντη δήλωση ότι πρώτη φορά νιώθει ερωτευμένος, αυτός που ήταν πολέμιος των συναισθημάτων και πίστευε ότι όλα έρχονται και φεύγουν. Την ευχαρίστησε που τον συμβούλεψε να την κυνηγήσει πιο επίμονα, που του έδωσε μια άλλη οπτική...χωρίς εκείνη δε θα ένιωθε τώρα τόσο ευτυχισμένος! πήγε να την αγκαλιάσει, εκείνη, μουδιασμένη, αποτραβήχτηκε. Ήξερε να δίνει τις πιο εύστοχες συμβουλές στους άλλους, και για τον εαυτό της έδινε ρεσιτάλ αστοχίας. Δεν ανταποκρινόταν στο φλερτ κανενός, με την νοσηρή ελπίδα ότι θα κατέληγαν και παλι μαζί. Να που κατέληξε μόνη, σε έναν ρόλο που έραψε η ίδια στα μέτρα της και συναίνεσε στο να τον υποδύεται, ακόμα και αν το μόνο χειροκρότημα που την ενδιέφερε ήταν το δικό της. Για αυτό και στην επόμενη συνάντηση, δεν εμφανίστηκε ποτέ.
 
 
 
 Δε μπορείς να θυμώσεις για ένα έγκλημα στο οποίο συναινείς. Ούτε μπορείς να επιρρίπτεις ευθύνες σε άλλον για τα δικά σου αυτοκαταστροφικά σύνδρομα. Πολλές επιλογές δεν είναι παρά καρποί εγωπάθειας. Όταν παλεύεις να αποδείξεις κάτι που δεν είσαι, χάνεις αυτό που όντως είσαι. Και αυτό πρέπει να το κρατάς με πείσμα, να μην το αποχωρίζεσαι στιγμή, γιατί ,μαζί με τη στιγμή, θα αναχωρήσει και η αλήθεια σου. Όταν σε μία σχέση μπαίνει μια τελεία, πρέπει να τη σέβεσαι. Να μη βλέπεις στη θέση της αποσιωπητικά. Να μη φαντασιώνεσαι εναλλακτικά σκηνικά που σου απαλύνουν τον πόνο. Αλλιώς, οι φρούδες ελπίδες θα σε απελπίσουν, η μανία να διασώσεις κάτι που έχει παραδοθεί στη φθορά, θα σε ισοπεδώσει. Να ξέρεις να φεύγεις, την κατάλληλη στιγμή. Αλλιώς θα μένεις να συντηρείς μάταια κάτι που έχει ήδη αποβιώσει. Η χειρότερη μορφή θανάτου είναι αυτή που εσύ επιλέγεις.
 
Μετά από καιρό, όλως τυχαίως, πέρασε από το σημείο των κρυφών συναντήσεων. Ήταν πάλι κάτω από τον ανέφελο ουρανό του Απρίλη, μόνο που η ψυχή της δε γύρευε κάτι ανήσυχη. Αυτάρκης απολάμβανε την πανεμορφία του απογεύματος, ρίχνοντας ένα βιαστικό βλέμμα στην παλιά της μορφή που άφησε πίσω.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Ένα Όνειρο την Άνοιξη

Το φως έμπαινε από τις γρίλιες σαν ενοχλητικός εισβολέας. Ήθελε να χαθεί στο βαθύ σκοτάδι της, σε εκείνο που χωρούσαν οι θύμησες όλες σε εναγκαλισμό με τον πόνο. Με έναν πόνο που αγκιστρώνει τη στιγμή, αιχμάλωτή του και έρμαιο την κάνει, ένα αιώνιο μαρτύριο. Να μη μπορεί να αγαπήσει πια, να μην έχει τίποτα να δώσει, να μην τρέφει τη νοσηρή προσδοκία για αντάλλαγμα. Ξύπνημα σε μία Άνοιξη αναβλητική. Ακόμα και η φύση, τιμωρός της ανθρώπινης μωρίας.
 
Τι να τον κάνεις τον ήλιο όταν δεν το αντέχεις καν; Όταν σου υπενθυμίζει το σκοτάδι, το αδιέξοδο μέσα σου; Η Άνοιξη είναι δυσβάσταχτη χαρά, όταν έχεις μάθει να ερωτοτροπείς με τη θλίψη . Πάντα παράταιρη θα έρχεται δίπλα σου, ειδικά όσο πασχίζεις να ξεγλιστρήσεις.
 
 Να που το ξύπνημα αυτό τη βρίσκει σε άλλο τόπο και άλλο χρόνο. Δεν αναγνωρίζει κανέναν, δε γνωρίζει τίποτα. Βλέπει τριγύρω κάτι αλαφιασμένες φιγούρες να αντανακλώνται με αυταρέσκεια σε έναν ταλαιπωρημένο καθρέφτη. Μέσα από τα προσωπεία τους, παραμορφώνεται και αυτός. Κάτι μουρμουρίζουν όλη την ώρα, κενό από νόημα, συμβολίζει το κενό μέσα τους. Την έλλειψη που γεννά η αρρωστημένη επιθυμία για ολοκλήρωση. Μέσα από λάθος δρόμο. Βιαστικό, θρασύδειλα απλό, μια βασιλική οδός για αυτό που λαχταρούν, πατώντας επί πτωμάτων. Στα ακατάληπτα λόγια τους, κεφάλια γνέφουν καταφατικά, ανταπαντούν  με ισόποσες δόσεις υποκρισίας, λογαριάζουν σιωπηλά ποια θα είναι η επόμενη ζαριά τους.
 
Σε κάποιο μορφασμό τους, σε κάποια αδιόρατη έκφρασή τους, είναι σα να ξαποσταίνει ο θεατρινισμός και επανέρχεται το οικείο. Κάτι της  θυμίζουν, αλλά σύντομα το λησμονεί. Ξένη, ανάμεσα σε ξένους. Φοβήθηκε κάποτε να ξεστομίσει ένα αντίο, μα τα αντίο τα λέει ο χρόνος, με τον πιο απίθανο τρόπο.
 
Όσο και αν επιμένει να συντηρεί τα προϊόντα του χρόνου όπως ήταν, εκείνος τα μετασχηματίζει με καταστροφική μανία, τα αλλοιώνει, τα θανατώνει, τα αναγεννά. Το μη αναγνωρίσιμο, σωτήριο όσο και σκλαβωτικό. Γιατί αυτές οι αλλόκοτες μορφές την πλησιάζουν με ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη, άλλοι κρατούν λουλούδια και άλλοι τείνουν τα χέρια τους, της εύχονται χρόνια πολλά, μετά βίας καταλαβαίνει τι λένε. Την ενημερώνουν ότι μεγάλωσε κατά ένα χρόνο και εκείνη ψάχνει να βρει το ρολόι που άφησε το χρόνο στάσιμο στους δείκτες του και αυτός έτρεξε σαν τρελός. Νιώθει τόσο μικρή, νιώθει να μικραίνει στη ματιά τους, ποιοι είναι όλοι αυτοί, ποια είναι η ίδια μέσα από τα γυάλινα μάτια τους; Ακόμα πιο ξένη, όλα έσβησαν στο λεπτό, το φως πλημμύρισε αδιάκριτα το δωμάτιο, τα λουλούδια εμφατικά της θυμίζουν την ανυπόφορη άνοιξη, ο καθρέφτης της φιλοξενεί τώρα το ναρκισσισμό αυτών των αγνώστων.
 
 
 
Μένει να ονειρεύεται κάτι εποχές που περίμενε την άνοιξη σαν μικρό παιδί, που μεγάλωνε στην ψυχή και στο μυαλό, κέρδιζε την αλήθεια της μέσα από βλέμματα αγάπης, τραβούσε την κουρτίνα να κυριαρχήσει το φως στο χώρο, έβγαινε με το ποδήλατο πρωί και επέστρεφε με τη δύση του ήλιου σπίτι. Τότε που τα πρόσωπα ήταν οικεία και απλά, μιλούσαν ακόμα και χωρίς λέξεις, χαμογελούσαν και ήταν αρκετό. Η Άνοιξη ήταν παρούσα ακόμα και αν το τοπίο επέμενε να σκεπάζει τα πάντα με χιόνι. Δεν ήταν ξένοι, δεν ήταν ξένη, μόνο η αγάπη τους ένωνε σε μέρες ηλιόλουστες, σοφές. Ερχόταν η νύχτα και το σκοτάδι έφευγε, ο χρόνος κυλούσε μόνο στους δείκτες του ρολογιού, γιατί όσο και αν έτρεχε, παρέμεναν νέοι. Ή Άνοιξη μέσα τους δεν έτρεμε μπροστά στα χειμωνιάτικα φόβητρα, ήξερε πόσο εφήμερα είναι. Έχει ο καιρός γυρίσματα, ψιθύριζε, και στεκόταν νηφάλια σε μια γωνιά, για να τα απολαύσει.