Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Κυριακή

Εκεί που ξεκινά η μέρα, στο αχνό φως του ήλιου, στη ζωηρή δροσιά που τρυπώνει από τα ανοιχτά παράθυρα, στα μολυβένια σώματα που νωχελικά στριφογυρίζουν στο κρεβάτι, στη μυρωδιά του καφέ που διαχέεται ως έξω, στους ήχους που καλωσορίζουν άλλο ένα πρωινό...γιορτάζει η δική του Κυριακή. Η δική του ανάπαυλα από την εβδομαδιαία σχιζοφρένεια.Θα σηκωθεί χαλαρά, θα πιει αχνιστό καφέ και θα ξεχυθεί στους δρόμους μιας υπνωτισμένης κατάνυξης. Τα χρώματα του πρωινού καταπραϋνουν το χάος που σιγοσβήνει μέσα του, οι άνθρωποι που συναντά μοιάζουν πιο οικείοι και αυτάρκεις, όλος ο κόσμος μουρμουρίζει κάτι σοφό μέσα από μια λυτρωτική σιωπή.

 Η ματιά του εγκλωβίζει εικόνες που την τροφοδοτούν, αλλοτινά απαρατήρητες. Ρουφάει κάθε στιγμή σαν ακόρεστος έφηβος που μόλις ανακαλύπτει τη ζωή. Είναι η μέρα που το άγχος ξαποσταίνει. Καμία επαφή με δηλητηριώδεις ειδήσεις, καμία παλινδρόμηση σε ερεβώδη περιστατικά που πέρασαν, κανένα αγκάθι να ματώνει την άσπιλη διάθεσή του. Σήμερα όλα παύουν να τον ερεθίζουν, υποχωρεί η αίσθηση ματαιότητας που στοιβάζεται όλη την εβδομάδα στο κορμί του κάνοντας το αλγεινό και την ψυχή του συσκοτισμένη. Σήμερα γιορτάζει η απλότητα, το νόημα που διαφεύγει σε καθημερινή βάση μέσα σε αγχωτικά παραληρήματα για υπερεκτιμημένες διεκπεραιώσεις-με εκείνο τον αγεφύρωτο, αγέρωχο φόβο της αποτυχίας, με εκείνη την αβάσταχτη αίσθηση καταδίωξης από μια ψυχωτική αδικία.
 
 Τίποτα δεν επιτρέπει να διεισδύσει στην Κυριακή του, η Κυριακή του είναι μέρα απόστασης. Μέρα γιορτής και καθαρής εξερεύνησης.Τη νιώθει απ' άκρη σ' άκρη, νιώθει την αφιλόξενη πόλη να στεγάζει τους φόβους του και να τους κοιμίζει, μέσα από την άγρυπνη ματιά του που αγωνιά να ανιχνεύσει το Θαύμα. Έπειτα είναι και εκείνη. Μπορεί να έχει μέρες να τη δει, όμως είναι πάντα η ίδια αίσθηση. Μια έξαλλη αντάμωση περίσσειας οικειότητας, σα να μην αποχωρίστηκαν ποτέ. Τον περιμένει κάθε κυριακάτικο πρωινό στο μικρό καφέ,με το ίδιο λαμπερό βλέμμα και το χαρακτηριστικό χαμόγελο που εκπροσωπεί την απόλυτη ευτυχία.Με εκείνο το ατάραχο βλέμμα να περιφέρεται στον άδειο χώρο και να γεμίζει συναίσθημα όταν τον αντικρύζει. Κι έπειτα λέξεις, σιωπές, γέλια και συγκινήσεις, πόσα μπορούν να χωρέσουν σε μια μέρα;Άπειρα σκηνικά που απαθανατίζονται, αποκρυσταλλώνονται στη μνήμη που τα έχει ανάγκη για να μη νεκρώνεται...μέχρι τα επόμενα. Κυριακάτικες συναντήσεις με τον λανθάνοντα εαυτό τους που επιμένει να παραμένει αναλλοίωτος. Εκείνος διαπιστώνει με ανακούφιση ότι η  μικρή λαίλαπα της εβδομάδας που πέρασε την άφησε ανεπηρέαστη. Εκείνη παράφορα καταλαβαίνει πως η αγάπη της ακμάζει κάθε Κυριακή. Τους περιμένει μια μέρα που δεν έχουν καταστρώσει ούτε κατά διάνοια. Όταν είσαι ευτυχισμένος άλλωστε τα σχέδια μοιάζουν αφελή και οχληρά. Οι στιγμές διαδέχονται αβίαστα η μία την άλλη, αγκιστρώνονται από τη μνήμη σαν βάρβαρη αναγκαιότητα, σαν έρωτας που φοβάται μην ξεθωριάσει. Για Εκείνον, οι στιγμές τους είναι παυσίπονο σε έναν κόσμο απέραντης οδύνης και ανούσιου ξοδέματος. Πλημμυρίζει ευγνωμοσύνη που είναι πάλι εκεί. Η ματιά της ζωντανεύει στη δική του. Η δική του Κυριακή.
Δημοσίευση σχολίου