Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ζωή υπό αίρεση

Ποτέ δεν κατάλαβα πότε έπρεπε να φύγω. Πίσω από έναν τοίχο, πίσω από μια επίφαση ασφάλειας, πάντα γαντζωμένος από την απόσταση, έκανα αυτό που γνώριζα άριστα, να αναβάλλω. Η ζωή μου υπό αίρεση, η αγωνία του να λάβω μια απόφαση ήταν συνήθως πιο φρικτή από τις ίδιες της συνέπειές της. Μέσα στην ανεξήγητη γαλήνη της αδράνειας, ήσουν και εσύ. Μάλλον ενσάρκωνες το τίμημα της θρασύδειλης απραξίας μου. Ενσάρκωνες τις ελλείψεις μου την ίδια ώρα που μπορούσες να τις θεραπεύσεις. ΄΄Όλα τα δαιμόνια που μαίνονταν μέσα μου, σε αντανάκλαση στη μορφή σου, σε ένα χαμόγελο που ποτέ δεν κατάλαβα τι έκρυβε.
 
Να μη διώχνεις τη λύπη εάν θέλεις να νιώθεις τη χαρά. Αν δε θέλεις να την ψάχνεις με βλέμμα απόγνωσης σε τόπους όπου περιπλανιέσαι αποξενωμένος και ανήμπορος να είσαι ο εαυτός σου. Είναι ο πόνος ακατανόητος πια.. νόσος και γιατρειά, παγίδα και όχημα απελευθέρωσης.
 
Εξοικειωμένη με τον πόνο, με δύναμη υπεργήινη, τόσο αλλόκοτη, τόσο ξεχωριστή. Έλεγες πως πρέπει να βιώνουμε όσα φοβόμαστε γιατί ο φόβος είναι ιδέα αυτοδημιούργητη. Κάθε φορά που ο φόβος θα γίνεται βίωμα, θα αποδυναμώνεται η ιδέα. Ο δειλός μας εαυτός ηττείται κάθε φορά που μια παράτολμη φωνή επιβιώνει. Να γελάσεις, να κλάψεις, να πεις αυτό που όλα θα τα τερματίσει ή όλα θα ξεκινήσουν από αυτό. Μόνο τις μέρες τις πανομοιότυπες να φοβάσαι, εκείνες όπου η συνήθεια γιορτάζει, με πρόσωπα έρημα και αλήθειες βουβές. Μέρες γεμάτες υγρασία και επαναλαμβανόμενες κινήσεις χωρίς ψυχή, με το ανέλπιδο να βασιλεύει και να νιώθεις τη στασιμότητα να σε καθηλώνει. Να γίνεσαι ένα με αυτή και ,σιγά- σιγά, να πεθαίνεις.
 
 
 
 Μου έλεγες πως πρέπει να αγαπάς αυτό που σε κάνει να αποδέχεσαι αυτό που είσαι. Αλλά και αυτό που σε λυτρώνει, κοντράροντας την παντογνωσιακή αυταπάτη που συνήθιζες να τροφοδοτείς. Μέσα στο χρόνο, ήλπιζα σε μια απομυθοποίησή σου. Σε μια επιβεβαίωση ότι δε σε ερωτεύθηκα, ότι ο έρωτας είναι αλλιώς, ότι δεν άξιζε τον κόπο. Αποφεύγουμε συνήθως ό, τι είμαστε ανάξιοι να διαχειριστούμε. Η πλήξη του προβλέψιμου είναι ένα ενδεχόμενο που όλα τα απλουστεύει. Σε κάθε δειλή επιλογή, αντιστοιχεί ένα τίμημα ισόβιας αιχμαλωσίας. Γιατί η σκλαβιά είναι παραμορφωμένη ασφάλεια, ένα κελί από το οποίο παρατηρούμε πως η ζωή που περιμέναμε, έχει ήδη εξανεμισθεί.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Στη Φύση σου

Θυμάται τον εαυτό του από μικρό, να κρύβεται πίσω από τους συμμαθητές του, να γράφει σε αποκόμματα του τετραδίου, να βάζει τα δυνατά του για να περάσει απαρατήρητος. Τα σημάδια της προσωπικότητας που θα διαμορφωθεί, όσο πρώιμα και να θεωρούνται, είναι πιο ξεκάθαρα τότε, πιο ουσιαστικά, γιατί λείπει η τετράγωνη λογική ώστε να τα φιλτράρει. Αγχωνόταν διαρκώς από το απειλητικό χάσμα που υψωνόταν, ανάμεσα στον ίδιο και τους συνομήλικους υποψήφιους φίλους του. Φίλοι δεν έγιναν ποτέ. Τα παιχνίδια ουδέποτε τα εκτίμησε, οι ιδέες που κυκλοφορούσαν αντάρτικα στο μυαλό του σχεδόν τον σόκαραν, τα όσα έγραφε, αράδες σκόρπιες δεξιά και αριστερά, ήταν αποτύπωμα μιας ανήσυχης, σίγουρα όχι παιδικής ψυχής.
 
Στην εφηβεία, το χάσμα έγινε αγεφύρωτο. Εισέπραξε περιφρόνηση, χλευασμό, αδιαφορία. Με τη ρετσινιά του ακοινώνητου, προσπαθούσε να πειθαρχήσει τα όσα ένιωθε και σκεφτόταν, με τα όσα παρατηρούσε στον εξωτερικό κόσμο. Χανόταν σε θεότρελες ασυμφωνίες και αυτάρεσκους γρίφους, δραματοποιημένους από την έντονη συναισθηματικότητα με την οποία επέμενε να ντύνει τα πάντα η ηλικία. Ηρεμούσε μόνο όταν έκανε την αγαπημένη του μοναχική βόλτα, από το Μοναστηράκι στο Κουκάκι. Περιπλανιόταν ανάμεσα σε ποικιλόμορφες φιγούρες, μελωδίες από το πουθενά, ζωηρά βλέμματα και παγωτά στο χέρι μέσα στο καταχείμωνο. Κάπου μέσα σε όλον αυτό τον εορτασμό του παροδικού, δεν έμοιαζε τόσο παράταιρος. Δεν τον κοιτούσαν παραξενεμένοι, ούτε με τη νύστα του αποχαυνωμένου που έπεσε άλλη μια φορά σε λήθαργο. Δεν του ζητούσαν εξηγήσεις, δεν γνώριζαν καν ποιος είναι, κανένα δεδομένο, κανένα ιστορικό.
 
 Η λύτρωση του να ανακαλύπτεις ποιος είσαι από το μηδέν, να μπορείς να γίνεις τα πάντα γιατί δεν είσαι τίποτα. Τα μέχρι τότε συμπεράσματα ήταν βιαστικά και επιπόλαια, δεν είναι ένα αθόρυβο και συνεσταλμένο αγόρι που καταφεύγει τρομαγμένο στο παιδικό του δωμάτιο. Αυτή είναι μία πλευρά του εφήμερη, που θα διαμορφώσει μια άλλη, ίσως αντίθετη εκ διαμέτρου.
 
Με επιτακτική ανάγκη για επικοινωνία και συναίσθημα, ευαίσθητος όσο ποτέ, βίωσε την γλυκόπικρη γεύση του μονόπλευρου. Πικρή γιατί η μη ανταπόκριση μπορεί να τον στοιχειώνει για μια ζωή, Γλυκιά γιατί μόνο μέσα από τον πόνο του μονόπλευρου μπορεί να εξασκήσει την επιθυμία του. Να επιθυμεί εκείνα που χρειάζεται.
 
Περνάει μια ζωή όπου έχεις όλα όσα χρειάζεσαι εμπρός σου και εσύ κοιτάζεις αλλού. Σε εκείνα που νομίζεις ότι θες. Υπάρχει μεγαλύτερη ειρωνεία από αυτή;
 
 
Η φύση του τον παίδεψε πολύ. Σήκωνε αντιρρήσεις, ανέτρεπε τα δεδομένα, τον παγίδευε σε χαρακτηρισμούς ανεπιθύμητους, του χάρισε γενναιόδωρα μοναξιά. Ουδέποτε, όμως, προσπάθησε να αλλάξει. Η φύση είναι ιερή, είναι η πηγή της διαφορετικότητας. Αν επέμβεις σε αυτή, σε αντεκδικείται. Τόσο απλά. Αφύσικο είναι να εγκλωβίζεις τη φύση σου, να νιώθεις ένοχος για αυτή, να απολογείσαι για το ότι ακολουθείς το δικό σου μονόδρομο όταν οι άλλοι περπατούν ασφαλείς και υπνωτισμένοι στην μεγάλη λεωφόρο.
 
 Μη φυσιολογικό είναι να βαδίζεις ενάντια στη φύση σου για να είσαι αρεστός και για να γίνεις αποδεκτός. Γιατί ως άλλος πια, δε θα μπορείς να νιώσεις την ευτυχία παρά μόνο ως μια παραμορφωμένη εκδοχή της. Σημασία έχει να είσαι Εσύ στο Ταξίδι. Να παραμένεις Εσύ. Ακόμα και αν η καρέκλα του συνεπιβάτη εξακολουθεί να είναι άδεια. Αυτό που θα ζεις δε θα είναι φαντασίωση, ούτε υποκατάστατο. Δε θα πετάς αιχμάλωτος πάνω από συννεφιασμένους αιθέρες. Όλα θα είναι αληθινά, θα μπορείς να τα δεις κατάματα, να απλώσεις το χέρι και να τα αγγίξεις, να διακρίνεις ομορφιά ακόμα και στο σκοτάδι.
 
 
 
 
 Γιατί είσαι ελεύθερος όταν μαθαίνεις να αποδέχεσαι τη φύση σου. Ακόμα και αν σε τρομάζει, ακόμα και όταν σε ξεβολεύει. Η ανασφάλεια συχνά είναι η αφετηρία στο δρόμο για την απελευθέρωση. Από όσα προσπαθούν να οικειοποιηθούν τη φύση σου, να σε εξομοιώσουν με το πλήθος, να σου σαρώσουν την αλήθεια.
 
Τα χρόνια πέρασαν μέσα από πολλές μεταπτώσεις, τον βρήκαν άγρυπνο σε απόγνωση, αλλά και με αίσθηση ικανοποίησης. Για τις σπάνιες στιγμές που έδινε στη διαδρομή κάτι από τη δική του ματιά. Και αυτή μεταμορφωνόταν, και γινόταν κάθε μέρα και άλλη, και περίμενε κάθε μέρα το Θαύμα. Πλέον, την αγαπημένη του διαδρομή, δεν την κάνει μόνος. Αλλά χρειάστηκε να περάσει από πολλή μοναξιά μέχρι να θελήσει να την αποχαιρετήσει οριστικά. Έπρεπε να νιώσει πραγματικά ελεύθερος προτού μπορέσει να δεσμευτεί. Να επιτρέψει στην αγάπη να εισβάλλει. Είναι στη φύση του.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Παιχνίδια της Μνήμης

Ξεκίνησε τη γνώριμη διαδρομή με έναν πόνο σφηνωμένο μέσα του. Είναι πολύ πρωί, είναι η ώρα που χαράζει η ελπίδα, και ας καταποντίζεται κάτω από σκηνές φρίκης και ασήκωτης ρουτίνας. Συνήθισε η μέρα του να ξεκινάει με ένα παυσίπονο. Ρίχνει άφθονο νερό στο πρόσωπο αποφεύγοντας να αντικρύσει το είδωλό του στον καθρέφτη. Μισεί τους καθρέφτες, σα να φιλοξενούν τερατουργήματα, θολές μορφές και μισοσβησμένα λόγια. Αποτυπώματα που ξεθώριασαν μέσα στη θρασυδειλία τους. Πίνει μερικές γουλιές από τον πικρό καφέ που βράζει και με το ζόρι τρώει λίγο ψωμί. Νιώθει πως όλα έχασαν τη γεύση τους. Τα καταβροχθίζει μια ανελέητη ουδετερότητα. Μια ταυτότητα που λείπει τα ακινητοποιεί στην αεργία.
 
 
 Περπατάει ασθμαίνοντας, μερικές σκηνές που εκτυλίσσονται γύρω του μοιάζουν ολοκαίνουργιες. Μια φωτεινή επιγραφή, μια πρόσχαρη φιγούρα στον παμπάλαιο φούρνο που μοσχομυρίζει κανέλα, η παράξενα λεπτή σιλουέτα του κυρίου στο περίπτερο με τα πελώρια γυαλιά να παραποιούν το βλέμμα του, το παλαιοβιβλιοπωλείο που μάλλον είχε στήσει ολονυχτία. Δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν είναι η κατανυκτική φύση της ώρας που προσδίδει τέτοια διαύγεια στη σκέψη του ή αν η παρατηρητικότητά του ανέτειλλε άξαφνα και όψιμα. Πάντως, τα νέα στιγμιότυπα τον ανασύρουν από το λήθαργο. Τον τέρπουν, δίνουν άλλη πνοή στην ημέρα, μια ανανέωση της ματιάς.
 
 
 Αρχίζει να φυσάει ένας ψυχρός άνεμος που προοιωνίζει το Χειμώνα.. Πάντα η έλευση του Χειμώνα τον βρίσκει απροετοίμαστο. Νομιμοποιεί τον εγκλεισμό του στο σπίτι, ενθαρρύνει τη μοναχική του τάση. Αυτό είναι που φοβάται, ότι συνήθισε τη μοναξιά, έμαθε να την αγαπάει. Τα χρόνια τον βρήκαν απόκοσμο και ενοχικά ευτυχή. Αν εξαιρεθεί η αλλιώτικη αίσθηση ορισμένων στιγμών, όπου το παρελθόν αναδύεται δυναμικά στο παρόν και το θέτει σε αμφισβήτηση. Όλα εκείνα που τον στοιχειώνουν, που ριζώνουν μέσα του, που τον κατακλύζουν με ''αν'' και εναλλακτικές εκβάσεις, που του κατασπαράζουν την ηρεμία. Μια ηρεμία εύθραυστη, ίσως και εικονική. Εκκρεμείς συζητήσεις, αδέξιες αντιδράσεις, ψέματα βολικά που τον ξεβόλεψαν πολύ περισσότερο από ό,τι μια ξάστερη αλήθεια, μια απειροελάχιστη στιγμή, ένα κρυφό κοίταγμα στο ρολόι, μια αθέμιτη παράταση...και η ευκαιρία εξανεμίστηκε. Λόγια που ήθελε να βγάλει από μέσα του, θα του ανέτρεπαν τις σταθερές αλλά θα ξαπόσταινε ακροβατώντας. Ώρες σκοτεινές που ήθελε να τρέξει προς το φως, αλλά καθηλώθηκε στην αθέατη θέση του. Δεν ήταν έτοιμος για υπερβάσεις της καλοκουρδισμένης φύσης του, ποτέ δεν είναι έτοιμος. Δεν έπαιξε ποτέ, διάλεξε τον ένα και μοναδικό ρόλο του ανθρώπου που κρύβεται από όσα φοβάται. Από όσα επιθυμεί.
 
 
 
 Μα έρχεται η ώρα που του λείπει το παιχνίδι, η φλόγα, το να είναι παιδί. Η φωνή της, η κοριτσίστικη μορφή της, το χαμόγελο και η ευγένεια στη ματιά της. Αυτό που ήταν τότε, από το οποίο τώρα πιθανότατα διασώζονται μόνο κατάλοιπα. Όσα δε μπορεί να διώξει από μέσα του είναι εκείνα που με μισή καρδιά προσπάθησε να απωθήσει. Η μνήμη του αντεπιτίθεται, γίνεται πιο δυνατή όσο προσπαθεί να την αποδυναμώσει. Η μνήμη διασώζει την αλήθεια-και από την αλήθεια δεν γίνεται να ξεφύγει. Οι εκκρεμότητές του με το Χρόνο τον επισκέπτονται ολοένα και πιο συχνά. Πότε είναι χαιρέκακες, έχουν θεριέψει από την αλλοτινή περιφρόνηση, πότε πρόξενοι βαθιάς θλίψης. Η θλίψη για όσα δεν ήταν άξιος να ζήσει και έσπρωξε με μισή καρδιά μακριά, κάνει την καρδιά του αιωνίως μισερή. Το ανεπίστρεπτο, τα ερωτήματα που θα μείνουν αναπόκριτα, οι επιλογές δειλίας που έκαναν τους φόβους υπερτροφικά θηρία. Η ανικανότητα να ζήσει όπως θέλει τον καταδιώκει σαν αυτοσχέδιος θάνατος. Σαν άλλη αυτοκτονία, ύπουλη και αργή, που τον βυθίζει στη νάρκη μιας εθιστικής υπνηλίας. Συνηθίζει να πονάει μέχρι που παθαίνει ανοσία στον πόνο. Και τότε, δε νιώθει τίποτα. Αδειάζει από συναίσθημα, συρρικνώνει τις άμυνές του, πορεύεται σα ζωντανός-νεκρός σε δρόμους άδειους, δίχως έκπληξη.
 
 
 
 Και είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές της αφύπνισης, που τις περιμένει με αγωνία. Τις τρέμει, όσο και τις εύχεται. Είναι οι αναμνήσεις αναμέτρηση με το χρόνο, αλλά και με ό,τι κατάφερε να γίνει μέσα σε αυτόν. Υπενθυμίσεις της ουσίας που είναι ανθεκτική και επιβιώνει παρά την φοβισμένη απόπειρα εξόντωσής της. Είναι οι αναμνήσεις διαχρονικές συναντήσεις με τις επιθυμίες, που, ανεκπλήρωτες, φανερώνουν την ισχνή του θέληση. Είναι επίπονες διεγέρσεις των επιθυμιών, ακόμα και αν ο ίδιος έμαθε να τις χλευάζει μέσα από τις υπερωρίες της μοναξιάς του. Όσα δεν αξιώθηκε να ζήσει, είναι καταδικασμένος να τα ζει ξανά και ξανά, στη φαντασία του.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Άφαντες Πατρίδες

Συνήθιζε να περιμένει το Νοέμβριο με παιδική λαχτάρα. Παρά το τσουχτερό κρύο και τις αντιφάσεις του, είχε και απρόσμενες λιακάδες και έρωτες από το πουθενά. Ο χειμώνας, στη συνείδησή της, ήταν παρεξηγημένη εποχή, υποτιμημένη ως μη πολλά υποσχόμενη. Αλλά αυτά τα ανέλπιστα δώρα του κάθε φορά, έμοιαζαν με καλοκαιρία μέσα στον παγετό. Αυτό την εξίταρε περισσότερο, ότι η καλοκαιρία είναι λανθάνουσα, είναι πιο ουσιαστική όταν είναι αθέατη. Όπως τα όνειρα, είναι λυτρωτικό να γίνονται χειροπιαστά όταν δεν προπορεύεται μια προσδοκία. Συμβαίνουν μόνο και τότε ονοματοδοτούνται. Αναδρομικά και ετεροχρονισμένα κατανοείς ότι αυτό χρειαζόσουν, και ας ήταν κρυμμένο πίσω από αλλοπαρμένα σχέδια και αυτοεπιβαλλόμενες επιθυμίες.
 
 
Απομακρύνεται σιγά-σιγά από όλους. Βρίσκει στη φασαρία των καθημερινών επαφών τη ματαιότητα μιας υποκριτικής επίφασης. Πάει όλο και πιο μακριά για να πλησιάσει σε εκείνη. Κάπου, σε χρόνο αόριστο, η απροβλημάτιστη μορφή της έκανε στροφή και χάθηκε . Ξαφνικά, έγινε αυτό που ανέκαθεν φοβόταν: επαίτης της χαμένης της χαράς. Φορτωμένη ενοχές για όσα την ανύψωναν πάνω από το καθημερινό, για όσα την έκαναν να στροβιλίζεται πάνω από τον πεζό κόσμο που λειτουργεί κακοκουρδισμένος. Εκείνα που φαίνονταν ασυνάρτητα, έδιναν συνοχή σε έναν θεότρελο κόσμο, που είχε το προσωπείο της τετράγωνης λογικής. Η κάθε παρασπονδία της, την βοηθούσε να μένει πιστή στους κανόνες. Μα και η εξαίρεση από αυτούς ήταν αναγκαία για να είναι σε θέση να σέβεται το πνεύμα τους. Όμως, χωρίς να αντιληφθεί το πώς, άρχισε μια έμμεση αυτοτυραννία. Η ανασφάλεια σε έξαρση, τα μάτια της ανέκφραστα, χάνεται σε βόλτες όλο ζάλη, μέσα σε βοερές πολιτείες δίχως όνομα. Δε μπορεί να εντοπίσει τη χαμένη της χαρά. Δεν έχει κουράγιο να την ψάξει, δεν ξέρει πού να ψάξει, ίσως δεν κατοικεί πουθενά.
 
 
 Ο Νοέμβριος πάντοτε ήταν ορμητικός, παράξενος, γεμάτος αναπάντεχα. Κεφαλαία γράμματα και τελείες. Όχι αποσιωπητικά. Ή του ύψους ή του βάθους. Μέσα σε φλογερούς έρωτες και σε ανεπιθύμητες φυγές, έπαψε να αγαπάει τον εαυτό της. Εκπαιδεύτηκε, μάλιστα, να τον πολεμάει με μένος. Υπάρχει κάτι πιο λυπηρό από ανθρώπους που οικειοποιούνται όλη σου την ενέργεια, και αυτό είναι να το κάνεις εσύ για εκείνους. Να υπονομεύεις κάθε προσπάθεια, κάθε τι ελπιδοφόρο, κάθε πιθανότητα απεγκλωβισμού. Να εφησυχάζεις, μέσα σε παραλείψεις εκλεπτυσμένες, παρωπίδες όλο πείσμα, απαράλλαχτες πορείες και ματιές δίχως βλέμματα. Να παραιτείσαι από εκείνη τη φωνή που κάνει τα πόδια σου να ξεκολλάνε από το έδαφος και να ανατρέπουν το ρου της μέρας, απλούστατα επειδή δεν υπάρχει.
 
 
 Τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο όσο υπάρχει ισχυρή θέληση για να το αναδιαμορφώνει. Η αγάπη για τον εαυτό είναι επίπονη, είναι αγάπη για την ελευθερία, είναι βαθύτερη προϋπόθεση ευτυχίας και σίγουρα δεν εξομοιώνεται με τη φιλαυτία. Είναι ανακωχή με δαιμόνια που σου φράζουν το δρόμο, ειλικρίνεια και αυτοκριτική, μηδενισμός και ακροβασία. Αλλά είναι και μια ζωηρή διαπίστωση: τα πράγματα γίνονται όσο πιο δύσκολα τα αφήσεις να γίνουν.Όσο περιμένεις έναν σωτήρα, αυτοκαταστρέφεσαι γιατί λησμονείς τη δική σου δύναμη να σωθείς. Θέλεις, άραγε, να σωθείς; Όσο ψάχνεις επιβεβαίωση από το περιβάλλον, τόσο πιο έντονη διάψευση θα κατοικεί μέσα σου. Γιατί ο κόσμος επιμένει να συντηρεί ένα ανούσιο παιχνίδι αλληλοεξουδετέρωσης ή αλληλοαφύπνισης ανασφαλειών. Αναζητεί σε αυτό την κίβδηλη συναισθηματική ισορροπία, την άφατη γαλήνη. Μόνο που φουρτουνιασμένος συνεχίζει το δρόμο του και πνίγεται μέσα από τους υποτιθέμενα ασφαλείς δρομοδείκτες. Συχνά, τα σημάδια είναι αποπροσανατολισμός. Δε χρειάζεται να βλέπεις πού πηγαίνεις γιατί δε θα τερματίσεις εκεί όπου όντως ήθελες.
 
 
 
 
Το οξύμωρο με την πατρίδα είναι ότι δεν μπορεί να είναι προορισμός. Καταλαβαίνεις ότι την βρήκες, μόνο αφού φτάσεις σε αυτήν. Όταν τα μάτια σου πλημμυρίσουν δάκρυα συγκίνησης και στην ψυχή σου σπαρταράει μια φλόγα ευδαιμονίας. Η πατρίδα δε μπορεί να είναι ιδανικό ή φαντασίωση. Μόνο υποστατή, είναι το καταφύγιο που βρίσκεις όταν κανένα σημάδι δε σου δείχνει το δρόμο. Έτσι είναι και η αγάπη για τον εαυτό σου: για να αγαπήσεις τον εαυτό σου πρέπει πρώτα να μισήσεις την αυτοκαταστροφική του μανία. Να την ξεριζώσεις με πάθος, να την αποβάλλεις από μέσα σου. Όσο κρυφοζεί έστω και ένα κύτταρο της αυτοκαταστροφικής σου πλευράς, η ευτυχία θα μοιάζει απροσπέλαστη γιατί δε θα μπορείς να την επιλέξεις.
 
 
 Όπως στην πατρίδα, στον εαυτό σου δε θα πλησιάσεις μέσα από σημάδια, μεσάζοντες και αλληγορικές ιστορίες. Απλά και ξάστερα, με πόλεμο με όσα σε ταλανίζουν. Θύτης και θύμα, εκεχειρία και εχθροπραξίες, όλα θα είσαι εσύ και όλα εσύ θα τα κινείς. Και όταν, πια, αποκαμωμένος, ξαποστάσεις στο πολυπόθητο καταφύγιο, θα νιώθεις ελεύθερος απέναντι σε κάθε έξωθεν ομηρία..γιατί θα είσαι ήδη νικητής στην πιο παράξενη μορφή ομηρίας, την αυτοαιχμαλωσία. Πριν ξεκινήσεις, βεβαιώσου πως δε φοβάσαι τις χαμένες πατρίδες, ούτε τις χαμένες χαρές. Ο φόβος για την ελευθερία είναι ο βασικότερος λόγος που περνάμε τη ζωή μας σε πελώριες φυλακές χρόνου, σε τόπους σκοτεινούς και αθέλητους. Όταν τον αποχαιρετήσεις οριστικά, ξεκινάει το δικό σου συναρπαστικό ταξίδι. Θα σου φέρει κάτι νέο, και ας μην το υπόσχεται. Όπως και ο Νοέμβριος.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Η απενοχοποίηση της εσωστρέφειας

Άλλη μια φορά που γεμίζει η οθόνη του μηνύματα και κλήσεις, όλα αναπάντητα. Αρχικά αισθανόταν ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια απερίγραπτη πίεση. Στην πορεία, συνήθισε να τα αγνοεί. Συνήθισε να τον αγνοούν, νιώθει πολύ πιο άνετα όταν περνάει απαρατήρητος. Με αγωνία προσπερνούσε γνώριμες μορφές στο δρόμο, έστρεφε περίτεχνα το βλέμμα του αλλού, προκειμένου να αποφύγει έναν τυπικό χαιρετισμό που τον διαδέχονταν ζεύγη αδιάκριτων ερωτήσεων. Η ζωή είναι μια παρέλαση άχαρων συμβατικοτήτων. Αυτό κατάλαβε ένα απόγευμα που ιδρωμένος και αλαφιασμένος ξαπόστασε σε μια άκρη, στο ημίφως του μικρού του διαμερίσματος. Η μουσική πάντοτε βοηθούσε, σαν μοχλός αποπροσανατολισμού του μυαλού του από όσα του συρρίκνωναν την ψυχή. Κάθε κοινωνική επαφή, άσκοπη εκ φύσεως και καθ' όλα υποκριτική, ένιωθε πως κατάφερνε να αποτελειώσει την ψυχή του, που σε σμίκρυνση πια χαμογελούσε όλο λύπη.
 
Σκάρωνε ωρολόγια προγράμματα που θα τον βοηθούσαν να γλιτώσει  τις ανεπιθύμητες συναντήσεις. Έβγαινε να ψωνίσει πολύ πρωί, προσποιούμενος πάντα ότι ακούει μουσική(τα ακουστικά στα αυτιά φίμωναν πιθανές εξάρσεις αδιακρισίας), έκανε κύκλους μέχρι να τελειώσει ο γείτονας το πότισμα στον κήπο, φρόντιζε αθόρυβα να εισέρχεται και να αποσύρεται. Κάποιες στιγμές κατηγορούσε τον εαυτό του για ασυνήθη έλλειψη κοινωνικότητας και για μη φυσιολογική αντίληψη των καθημερινών επαφών. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, κατάλαβε πως η εσωστρέφεια, είναι δικαίωμά του-και μάλιστα ζωτικής σημασίας. Οι άνθρωποι ήταν, ως επί το πλείστον, κακόβουλοι, κινούμενοι από στείρα περιέργεια, πανέτοιμοι να ρίξουν τη χαριστική βολή την στιγμή που θα ήταν πλέον ευάλωτος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, οι άνθρωποι ήταν αδιάφοροι. Αναμασούσαν χιλιοειπωμένες ατάκες, ένα σκηνικό αφόρητης επανάληψης η καθημερινότητα, καμωμένο από  ανούσιες στιγμές υποκρισίας και προβαρισμένων φράσεων. Ούτε που ήξεραν κάτι ουσιαστικό για αυτόν-ούτε φυσικά ήθελαν να μάθουν. Στη μορφή του έμεναν, σε μια εικασία, διαμορφώνοντας ένα είδωλο κατά την οπτική τους, που όσο μυστικοπαθές επέμενε να γίνεται, τόσο πιο συστηματικά το καταδίωκαν. Δεν ήταν λίγες φορές που είχε συλλάβει βλέμματα και μικρές, πλην όμως εύγλωττες χειρονομίες, που τον χλεύαζαν-και τότε ντρεπόταν  για λογαριασμό τους. Η σιωπή είναι υποτιμημένη δύναμη. Άνθρωπος που μιλάει λίγο, κάνει τις λέξεις, θησαυρό. Αλλά η φλυαρία είναι εύκολη, οι λέξεις ανέξοδες και αχρηστεύονται όταν ξεστομίζονται καταχρηστικά.
 
 Έμαθε με τον καιρό να αφοσιώνεται στη δική του πραγματικότητα, να απομονώνει τη σωρεία των ''γνωστών'' και των επίδοξων ''φίλων'' που ευκαιρία του έκρουαν τον κώδωνα της βοήθειας και της συμβουλής. Σταμάτησε να νοιάζεται για τη γνώμη των άλλων, για τα πειρακτικά σχόλια και τα αγενή γέλια τους. Του πήρε χρόνο να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με όλα εκείνα που προσδίδουν σε κάθε ενήλικα μια επίφαση ασφάλειας. Χρειάστηκε σκληρότητα για να απομακρυνθεί από αλλοτινούς φίλους, από ξεπερασμένες αγάπες και απομεινάρια αναμνήσεων. Τη σκληρότητα του τη δίδαξε η ίδια η ζωή με τις απανωτές απογοητεύσεις. Περίμενε μια ζωή κάτι που δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει-και κάπως έτσι έχανε την ίδια τη ζωή.
 
 Οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να ανατείνουν τις ψυχές, μπορεί όμως και να τις συρρικνώνουν, μπορεί να απελευθερώνουν τις ψυχές από βλαβερά στοιχεία, μπορεί και να τις δαιμονίζουν. Άλλοτε ένα αντίο είναι θάνατος και άλλοτε λύτρωση. Εξαρτάται ποιος σε αποχαιρετά κάθε φορά. Αλλά είναι μια αξιοπρεπής στάση ζωής η εσωστρεφής. Η ηθελημένη μοναξιά είναι γενναία επιλογή, όταν όλοι οι γύρω σε αφήνουν αφόρητα μόνο, όταν, πολύ περισσότερο, σε αφήνουν άδειο από τον εαυτό σου. Όταν μέσα στη βαβούρα των συναλλαγών και των αμοιβαίων προσδοκιών, η όρασή σου γίνεται θολή, ξεχνάς ποιος είσαι, αλλοιώνεις πλευρές σου και τις διορθώνεις για να είσαι αρεστός, όταν συγκρατείς τα νεύρα σου για να προλάβεις έναν ομηρικό καυγά, όταν εξασκείσαι σε ωραιοποιημένες συμβουλές για να μην προκύψουν προβλήματα, είναι ήδη πολύ αργά γιατί το πρόβλημα έχει μετοικήσει μέσα σου. Χρειάζονται κότσια να διαφοροποιηθείς από όσους συμπορεύονται και έχουν μάθει να βασίζονται σε κοινούς κώδικες και υποσχέσεις αλληλεγγύης. Η σύγκρουση πάντοτε θέτει το ερώτημα της μη φυσιολογικότητας, ειδικά όταν απέναντί σου στέκεται ο μέσος όρος. Ξεκινάει ένας πόλεμος με την ανασφάλεια και τα τρωτά σημεία, γεμάτος πισωγυρίσματα, φόβο, άγχος και αυτοαναιρέσεις. Μια παραδοχή της μικρότητας που είναι αναγκαία αν θέλεις να μεγαλώσεις ουσιαστικά .Η ψυχή σου όμως δεν είναι σε σμίκρυνση, την τροφοδοτείς με στοιχεία κάθε λεπτό, με όσα αγαπάς, με όσα διαλέγεις, χωρίς δάνεια και ατάκες τρίτων. Έχει κάτι από εσένα αλώβητο, αυτό που πασχίζεις να διασώσεις μέσα από το καθημερινό κρυφτό. Έχεις ήδη απαλλαγεί από το σύνδρομο του επιδειξιομανούς. Θέλεις να διασκεδάσεις αυτό το βράδυ, μόνο για εσένα. Χωρίς τύπους, θεατές ή κάποια στερεότυπη συνταγή. Με τη μουσική, τα βιβλία σου, έναν περίπατο χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Συλλέγοντας εικόνες μιας πόλης που χιμαιρικά εξελίσσεται και φαντάζει πανέμορφη ακόμα και μέσα σε σκηνές φρίκης.
 
Αυτή είναι η ευλογία της εσωστρέφειας: εσύ διαμορφώνεις την εικόνα, χωρίς να την τροποποιείς διαρκώς για να είναι αρεστή. Μαθαίνεις να γίνεσαι εσύ. Η σιωπή δεν είναι μαρτυρική, γίνεται πρόσκληση γαλήνης και έμπνευσης. Για αυτό είναι παρεξηγημένη η εσωστρέφεια, γιατί η εξωστρέφεια συνήθως είναι μεταμφιεσμένη ανασφάλεια. Προσπάθεια αναχαίτισης των φόβων, όπου ο αληθινός εαυτός μικραίνει ώσπου εξαφανίζεται. Γιατί κανένας δεν είναι μόνος όταν έχει διασώσει τον εαυτό του.
 
Κάποτε, θα έδινε τα πάντα για μια γρήγορη βόλτα στη βροχή, σε έναν άδειο δρόμο. Τώρα, απλώς το ζει και το χαίρεται με όλο του το ΄΄είναι''. Ξένος, παράξενος, με μια ηδονική ευφορία, μέσα στη δική του εικόνα πανευτυχής. Στο δικό του κόσμο, με το δικό του τρόπο. Με δικαίωμα αναφαίρετο στο δικό του τρόπο. Στον τόπο της απενοχοποιημένης εσωστρέφειας.
 
 

 
 
 

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Το Φως

Στο μυαλό της, κυριαρχεί ένα χάος από προθεσμίες. Σημειωματάρια και χαρτάκια αυτοκόλλητα με μικροσκοπικά γράμματα(όσο πιο πολύ βιάζεται, τόσο συρρικνώνει τα γράμματά της), δυσανάγνωστα πρέπει και ακόμα πιο αδιευκρίνιστα θέλω. Σήμερα ο δρόμος την έβγαλε σε ένα μέρος με μαγική επενέργεια. Στην τύχη, για υποχρέωση πάλι, αλλά αυτό το μέρος της θυμίζει ποια είναι και την κάνει να ξεχνάει τα ανούσια. Βρέθηκε αυτό το μυστήριο Φθινόπωρο πάλι κάτι να προσμένει, με τη ματιά πίσω και την ψυχή μπροστά. Και το τώρα να της ξεφεύγει, η ίδια, γνώριμη ιστορία.
 
 
Είπε να ξεκινήσει από τα μικρά. Σταμάτησε να πίνει καφέ το πρωί, τόσα χρόνια με μια συνήθεια αχώριστη, καιρός να αναθεωρήσει. Φρέσκος χυμός, άλλωστε για να ξυπνήσει πρέπει απλώς να το θέλει. Η καφεϊνη ξεγελάει τη λειψή της πυγμή, βαρέθηκε να αυταπατάται. Η δροσιά του πρωινού, ο γενναιόδωρος ήλιος και η κατανυκτική ησυχία, τη συναρπάζουν. Αποφάσισε στη στιγμή να μπει στο μαγαζάκι που πάντα χάζευε από έξω και ποτέ δεν περνούσε το κατώφλι του. Γέμισε μια σακούλα μυρωδιές από μπαχαρικά και βότανα και φρεσκοκομμένο καφέ. Την έβαλε προσεκτικά στην πελώρια τσάντα της, που αναδύει τη μυρωδιά ενός παμπάλαιου βιβλίου και μιας ασφυκτικά γεμάτης ατζέντας. Είναι σα να ακούγεται μουσική από κάπου, παρότι η ησυχία είναι κραταιά. Ορκίζεται ότι ακούει τη φωνή της Hope Sandoval, αιθέρια και μαγευτική...ίσως είναι που περιμένει αδημονώντας τις νέες μουσικές της περιπλανήσεις. Γαλήνια η ψυχή της, θαύμασε τα κιτρινωπά φύλλα των δέντρων να πέφτουν στους πάγκους των υπαίθριων βιβλιοπωλείων, ένιωσε μια απρόσκλητη ψύχρα να τη διαπερνάει, μύρισε πικραμύγδαλο και κανέλα από το γειτονικό παντοπωλείο. Η ώρα πέρασε σαν αστραπή και η καθημερινότητα την περίμενε στη γωνία με τα χέρια πλεγμένα σε στάση άμυνας. Και όμως. Θυμήθηκε όλα εκείνα τα μικρά που αγαπάει και την κάνουν αυτό που είναι.
 
 
 
Κάθε μέρα παίρνει τη μορφή που της δίνει. Γίνεται η ανάμνηση που η ίδια επιλέγει. Από όλο το σκοτάδι του κόσμου, μπορεί να επιλέξει το φως. Αλλά ξεχνάει ότι μπορεί, και η πίστη στη δυνατότητα είναι η βάση της επιλογής.
 
 
Πήγαινε καιρός που επέτρεψε στον εαυτό της να κάνει αποστασία από το πρόγραμμα. Κατάλαβε πως το πρόγραμμα είναι, σε ένα βαθμό, αυτοσχέδια εμμονή. Παίρνει ανάσα από όλα όσα αφήνει να την πνίγουν. Η ίδια θέτει τους κανόνες, η ίδια εισάγει τις εξαιρέσεις. Ελεύθερη, ανέμελη, αληθινή. Αυτά που τόσο καιρό ψάχνει να βρει πού τα άφησε να εξανεμιστούν. Τον χαρούμενο εαυτό της που χάνεται στα θέλγητρα μαγικών διαδρομών. Στο φως που ξεπροβάλλει απρόσμενα, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Απλώς επειδή επέλεξε να το δει.
 

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Τα μυστικά της θλίψης

Δεν είχε νόημα να κρύβεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Βίωνε μια παρατεταμένη περίοδο θλίψης, όπου μάταια κυνηγούσε τη χαρά και εκείνη δραπέτευε σε μια στιγμή μόνο. Και όμως, την είχε δει, είναι σίγουρος πως την είχε κατακτήσει.. κάποια πρωινά ηλιόλουστα, μέσα σε ένα καταιγισμό από χαμόγελα, κάποια απογεύματα συννεφιάς, γεμάτα δυνατότητες, βόλτες στην απεραντοσύνη και παθιασμένα φιλιά. Κάτι στιγμές που αισθανόταν παιδί πάλι, αναπτερωμένος και κινούμενος από καθαρό συναίσθημα. Χωρίς ενοχές ή δεύτερες σκέψεις, χωρίς ψυχαναγκαστική αυτοκριτική. Ελεύθερος, ικανός να είναι τα πάντα και συνάμα τίποτα. Χωρίς ταυτότητα, γιατί η ταυτότητα σκλαβώνει. Σε χιμαιρικές μεταμορφώσεις, να δοκιμάζει την γλυκόπικρη επίδραση του αναπάντεχου. Ανοιχτός στα λάθη, τρωτός, μικρός, θνητός, ταπεινός, ο εαυτός του που δε θα μάθει ποτέ.





 
 
 
 
Όμως οι εποχές αλλάζουν και συμπαρασύρουν ακόμα και την πιο τρανή δυναμική. Πλέον, οι καιρικές μεταβολές τον αφήνουν παγερά αδιάφορο, όπως και τόσα άλλα. Δε χωράει στο σώμα του, η ψυχή του ξεπηδάει αντάρτικα από μέσα του και εξανεμίζεται, το πρόσωπό του δεν το αναγνωρίζει πια, μοιάζει με ένα θεόρατο σύννεφο που χάνεται σε κατάμαυρους αιθέρες. Ο χρόνος στατικός, μια απειλή σωρευμένης φθοράς που θα αποκαλυφθεί μέσα από έναν μνησίκακο ετεροχρονισμό. Εκούσια απόκοσμος, απεχθάνεται την υποκριτική αδεξιότητα των ανθρώπων που παριστάνουν τους φυσιολογικούς και ευτυχείς. Μια αλυσίδα από συμβατικότητες και φρικτά ψέματα περιφράζει τις αποστειρωμένες τους προσωπικότητες. Προτίμησε να είναι μόνος. Κάπου όπου μπορεί να φωνάξει φοβερές αλήθειες και ας είναι ανέτοιμος για αυτές. Την απώλεια του χρόνου, το ξόδεμά του σε μια ζωή που παρήλθε αλλά δε γίνεται να ήταν δική του. Δεν την επέλεξε, δεν ήταν αυτό που φαντάστηκε, αυτό που ποθούσε. Μακριά από όλους, ακόμα και η γεύση ενός ποτού είναι καλύτερη. Πιο έντονη, πιο καθαρή, πιο βαθιά.
 
 
 Η θλίψη ήρθε πιο ισχυρή μαζί με ένα βιαστικό φθινόπωρο. Γιατί όμως μάχεται τόσο σθεναρά εναντίον της ; Η ανακωχή με τη θλίψη είναι αναγκαία για να μη μοιάζει η χαρά με εμπόλεμη ζώνη. Να ενδώσει στη θλίψη του, ως συναίσθημα εσώτερης έκφρασης και αποκωδικοποίησης των σκοτεινών του πλευρών. Να γίνει η θλίψη πυξίδα και γιατρικό του. Τότε θα γίνει και η χαρά, ευδαιμονία. Έτσι όπως περιπλανιέται σε φαινομενικά ανέλπιδες μέρες και μανιωδώς κρύβεται πίσω από άχαρα σκηνικά, να τον μάθει η θλίψη να εντοπίζει τη χαρά. Γιατί χωρίς τη θλίψη, η χαρά γίνεται εχθρική και ακατανόητη, ανούσια και άφθαστη. Είναι η θλίψη που απελευθερώνει τον πόνο.. και για να αγγίξει τη χαρά πρέπει να έχει συμφιλιωθεί με τον πόνο. Με τα όσα λάθος πήρε και λάθος έπραξε, με όσα άφησε να φύγουν και όσα αντίο δεν τόλμησε να πει, με όλα εκείνα που τον βασανίζουν και δε μπορεί να βγάλει από μέσα του, ακόμα και αν η ζωή φαίνεται ατάραχη.
 

 
 
 Δεν πειράζει για τη ζωή που έφυγε. Με το να την αναλογίζεται, δίνει παράταση στο θάνατο. Η ζωή ξεκινάει τώρα. Ξεκινάει όποτε το επιλέξει. Μπορεί να γίνει κάποιος άλλος, μπορεί να γίνει όποιος θέλει να είναι. Αρκεί να πάψει να κυνηγά ανέφελους αιθέρες. Τότε ακριβώς θα διαπιστώσει ότι οι ηλιόλουστες μέρες είναι μπροστά του.