Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Ανακωχή, όπως Αγάπη

Στο γαλαξία μου, βρέχει συνέχεια. Η νεφέλη του ουρανού, ο αχνιστός καφές, αμέτρητα βιβλία, η γοητεία των λέξεων. Παροδικές αγάπες στο δικό μου αιώνιο Φθινόπωρο. Ανάποδος άνθρωπος. Ποτέ δεν κατάφερα να διακρίνω γοητεία σε ένα καλοκαίρι. Νιώθω πως πολλοί γύρω μου προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι τους αρέσει το Καλοκαίρι. Να κρύψουν τη δυσθυμία τους πίσω ενθουσιασμό γεμάτο υποκρισία για όλα εκείνα που επιβάλλεται να τους αρέσουν. Γκρινιάζω ολημερίς για την ανυπόφορη ζέστη και την υγρασία που με εξουθενώνει. Για τις εφιαλτικές ειδήσεις που έχω σταματήσει να βλέπω και να ακούω. Για την αυθάδικη αυτοπροβολή όλων όσων θαρρούν πως το σύμπαν ολάκερο περιστρέφεται γύρω από την ανυπέρβλητη ύπαρξή τους. Για την ελπίδα, που πλανερά μου καλλιεργούν, σε μέρες αλλιώτικες. Η ελπίδα είναι αιχμαλωσία μεταμφιεσμένη. Όταν η απογοήτευση από την αναίρεσή της καρτερά στη γωνία, αισθάνομαι την προδοσία που νιώθει ο αφελής, από τον ίδιο του τον εαυτό.
Με ξάγρυπνο βλέμμα, υποψιασμένο και γεμάτο από την αγωνιώδη απόγνωση εκείνου που τίποτα δεν παζαρεύει γιατί τίποτα δεν έχει να χάσει, ζυγίζω, διακρίνω, εκτιμώ. Η ματαιοδοξία του κόσμου σάρωσε και τη δική μου αξιοπρέπεια. Όλα γύρω μου έγιναν μόδα. Κοινοποιώ για να νιώθω ότι ζω. Λες και ζω για κάποιον άλλο και ζητώ τη δική του την έγκριση ή μέθεξη. Λείπω εγώ από τη ζωή μου και καρτερώ να τη νοηματοδοτήσουν άλλοι που γίνονται παρόντες με το έτσι θέλω. Κοινοποιώ διαρκώς, μέχρι να γίνω γραφικός. Και όσο πάει γίνομαι κοινός, ένας μέσα σε όλους, λησμονώ το πρόσωπό μου, με το προσωπείο καθεστώς. Και τρέμω μη με δουν στα αζήτητα, να προσεύχομαι για λίγες σταλαγματιές βροχής και περαστικούς έρωτες, να μην πεθάνω από την πλήξη του κανόνα.
 
 
 
 
Η κανονικότητα θάνατος είναι και εμείς που τη γυρεύουμε απλώς θνητοί. Πώς να δω το πρόσωπο των διπλανών μου, όταν αποφεύγω να αντικρύσω το δικό μου; Πώς να ακούσω με προσοχή το συνομιλητή μου όταν σκαρώνω αυτάρεσκα την επόμενη πνευματώδη ατάκα; Πώς να πιστέψω σε κάτι καλύτερο, όταν κρύβομαι σα δειλό ανθρωπάκι πίσω από τη βολική απραξία μιας χυδαίας κινδυνολογίας; Μα και πώς να αλλάξω όσα αφόρητα μου πυρπολούν τη γαλήνη όταν τα αληθινά δαιμόνια κατοικοεδρεύουν εντός μου και τα αναπαράγω ασταμάτητα;
 Την έκπληξη γυρεύω, ένα ασυμβίβαστο όχι. Το να γυρίσω την πλάτη στο χειροκρότημα του πλήθους.Το να μη με νοιάζει πια ένα περιφρονητικό σχόλιο ή μια κριτική αποδοκιμασίας. Το να κόψω τον ομφάλιο λώρο από συνήθειες που με εξοντώνουν, από σχέσεις συνήθειας που φράζουν το δρόμο σε κάθε νέα ζωή και δυνατότητα. Το να συγχωρέσω όσους με πίκραναν, να δώσω άφεση αμαρτιών και σε εμένα για τις αστοχίες μου. Ήρεμος και σε πλήρη ανακωχή με αυτό που είμαι. Χωρίς διάθεση να το προβάλλω ως υποψήφιο ελκυστικό προϊόν προς σχολιασμό και περαιτέρω επεξεργασία. Εκεί όπου συμφιλιωμένος με όσα είμαι και όσα δεν έχω, θα συναντηθώ με τις επιθυμίες μου που μου γνέφουν τώρα σαν γρίφοι, και οι εχθροί μου φίλοι θα γίνουν καρδιακοί, σε ένα παρανοϊκό παιχνίδι μεταλλάξεων, σε ένα δικό μου ορισμό της δικής μου πραγματικότητας.
 Ανακωχή, όπως αγάπη. Για τον Άλλο, για εσένα, για τη ζωή, και ας μοιάζει συχνά με παρατεταμένο πόλεμο. Γίνεσαι οι αντιφάσεις σου και ξαναγεννιέσαι μέσα από αυτές, όταν μαθαίνεις να ζεις μαζί τους. Τότε θα δίνεις και θα παίρνεις αγάπη δίχως όρους, γιατί δε θα τους έχεις ανάγκη.