Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Άγνωστο

Αιφνίδια μπόρα ξέσπασε στον παράταιρα θερμό Οκτώβρη. Ο δρόμος γέμισε ζακέτες, φουλάρια και μποτάκια, αλλαγή ενδυμασίας που μαρτυρεί την επιβεβλημένη αλλαγή εποχής. Εκείνη περιμένει στη στάση του λεωφορείου συννεφιασμένη. Είναι από τις μέρες που τίποτα δεν προμηνύει την ελπίδα-ή το κέφι για πίστη σε αυτή.Υγρασία ανυπόφορη παντού, αισθανεται τα μαλλιά της ανυπότακτα και τη φιγούρα της ατημέλητη-αμελώς ατημέλητη. Φοράει μια μακριά μπορντώ ζακέτα και κάθε τόσο κοιτάζει μηχανικά το ρολόι της-η πληροφορία που τής δίνει είναι σε κάθε ματιά εξίσου αδιάφορη.

Σπάνιο πλάσμα, μέσα από τη σιωπηλή του διαφορετικότητα αποτυπώνεται ένας πόνος περίτεχνα κρυμμένος, αλλόκοτα όμορφος. Πλούσια κώμη, σε φυσικό κόκκινο χρώμα, χαριτωμένες φακίδες στο κατάλευκο δέρμα, χείλη σαρκώδη και μάτια γκρίζα, αμυγδαλωτά. Συλλέγει μυρωδιές, η βροχή όπως νοτίζει το χώμα, ανάκατη με μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ και κρέμας από το γειτονικό ζαχαροπλαστείο. Μόνο οι οσμές αυτές εξημερώνουν την οργή της για τα άκομψα σκηνικά που διαδραματίζονται αυτό το τυπικό δευτεριάτικο μεσημέρι.Κυρίες καμωμένες από ζάχαρη που δε θέλουν να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους και κατσουφιάζουν που ο άνεμος παρασύρει τις πανάκριβες ομπρέλες τους, οδηγοί με απελευθερωμένα πρωτόγονα ένστικτα που πιτσιλάνε παντού λάσπη τρέχοντας ιλιγγιωδώς, κόρνες επίμονες, παιδάκια να τσαλαβουτούν στους πλημμυρισμένους δρόμους, βλαστήμιες των πεζών που έγιναν αγνώριστοι από τα οχήματα, βλαστήμιες των οδηγών που θα αργήσει και άλλο η επιστροφή στο σπίτι.Και έπειτα ξέρει, θα ανέβει τη σκαλιά της πολυκατοικίας σαν ανήμπορη, η διπλανή θα την περιμένει στην πόρτα προσποιούμενη πως πετάει στυμμένα πορτοκάλια στη σακούλα σκουπιδιών που αφήνει στο κατώφλι της πόρτας της για να αλιεύει ειδήσεις. Η ίδια κάθε Δευτέρα τρώει φακές, τις συνοδεύει με σαλάτα εποχής και λίγο κρασί κόκκινο. Τρώει γρήγορα και χάνεται στο μικρό της δωμάτιο. Την περιμένουν βιβλία πολλά, μυρωδιά τυπωμένου χαρτιού, θεωρίες και συσχετισμοί, γνώση ατελεύτητη και ερωτική που ποτέ δε θα δαμάσει. Ξεχνιέται μέσα στα βιβλία και ξαναθυμάται μέσα από αυτά.Ξεχνιέται από τις πυρετώδεις Δευτέρες που όλα εκτελούνται με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Κουρδισμένος ο κόσμος αφήνεται σε επανάληψη στείρων ενεργειών και άγονων παραλείψεων. Άκαρπα όλα, όπως και η συνήθεια.

 Η μόνη ώρα της Δευτέρας που ξεκλέβει μέσα από ζαβολιές από το χρόνο, είναι στις πέντε το απόγευμα ακριβώς.Φτιάχνει ένα απίθανο ζεστό τσάι, με μέλι, κανέλα και μυρωδικά και διαβάζει παλιά ημερολόγια. Αισθάνεται ότι έτσι εναντιώνεται στο στείρο παρόν, ακόμα και αν ζητιανεύει ζωή μέσα από τις θύμησες. Τότε τη γαληνεύει να ξέρει ότι δε θα χτυπήσει το κουδούνι της-ούτε το τηλέφωνό της. Νιώθει τη θαλπωρή της μοναχικότητάς της να την κυριεύει, νιώθει ότι η αλλαγή προέρχεται από μικροκινήσεις αντίδρασης και αντίστασης σε ένα δικό μας κατασκευασμένο κατεστημένο.Μήπως το χάος όμως εμείς δεν το γεννάμε;Σαν φωτεινή επιγραφή την κυνηγάει η λέξη ''αυτοτυραννία''. Πάντα θα φοβάσαι την καταδυνάστευση όταν δεν απαλλαχθείς από την πιο ύπουλη μορφή της, την αυτοτυραννία.Καμία δυναστεία δεν είναι δυνατή όταν ανακαλύψεις άφοβα το δικό σου μανιφέστο. Οι κανόνες που εμείς επινοούμε είναι συχνά και οι πιο ανάλγητοι γιατί δεν έχουν παράθυρο στην εξαίρεση. Τη σνομπάρουν επιδεικτικά ενώ εκείνη στέκεται ανεπιτήδευτα λαμπερή, πάντα κλέβει την παράσταση χωρίς καν μια ατάκα. Η συνήθεια δε μπορεί να νεκρώσει το αλλιώτικο αν εμείς δεν τη νομιμοποιούμε. Η νομιμοποίηση της συνήθειας είναι η χείριστη μορφή αδικίας.

Μέρες ομοιόμορφες, καθόλου όμορφες, πανομοιότυπες, αποστειρωμένες και κοινές, σαν ο σεναριογράφος να ζει το σενάριο που ο ίδιος έγραψε.Σκηνές προκαθορισμένες, τόσο προβλέψιμες και στεγνές από πρωτοτυπία που παγώνουν την όποια επιθυμία να τις ζήσεις. Το άγνωστο τελικά που τόσο τρέμουμε είναι εκείνο που έχουμε ανάγκη. Την εκρυθμία, το μάγεμα, τη λήθη, το μηδέν και την αφετηρία. Έναν αλλιώτικο δρόμο,μια διαφορετική προσέγγιση, μια χαμογελαστή ματιά στην αγέλαστη τύχη, μια αισιόδοξη σκέψη, και ας στάζει νήπια αφέλεια.Δεν είναι δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος, δύσκολο είναι να αλλάξουμε τη ματιά μας απέναντί του. Δύσκολη δεν είναι η αποποίηση της συνήθειας αλλά η δύναμη αποδοχής της ανατρεπτικής ζωής. Και όσο οι μέρες οι άχρωμες πληθαίνουν ασφυκτικά, εκείνη στρέφει το βλέμμα σε πολύχρωμους ουρανούς που φιλοξενούν μέρες όλο εκρηκτικές αποκλίσεις και απρόοπτα.
 
 Καμιά φορά η εναντίωση στο καθιερωμένο δε σηματοδοτεί απλώς μια καινοτομία αλλά αναγέννηση ψυχής. Η αίσθηση ασφάλειας που κλειδώνει εντός της η συνήθεια είναι επικίνδυνη γιατί η  ζωή ξεκινάει εκεί όπου η συνήθεια.  θανατώνεται . Και, ναι, είναι ανασφαλές το ταξίδι και αβέβαιο, αυτό όμως είναι που το κάνει πραγματικά ωραίο.
Δημοσίευση σχολίου