Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Διάψευση

Πάντα αυτό συμβαίνει. Σου συμβαίνει αυτό που χλευάζεις, αυτό που θεωρείς αδιανόητο να σου συμβεί. Θεωρείς ότι έχεις διορατικότητα και ευστροφία να ανιχνεύεις το ψέμα από χιλιόμετρα, χώρια που έχεις την πανοπλία της εποχής, τις θαλερές άμυνες. Όλα αυτά στη θεωρία γιατί η Πράξη είναι εραστής της διάψευσης. Κατεδαφίζει τους κανόνες της θεωρίας σχεδόν σαρκαστικά, καγχάζει μάλιστα για το μεγαλοπρεπές τους περίβλημα. Χορτάσαμε από κούφιες θεωρίες που τις βλέπουμε να καταρρέουν ελλείψει εφαρμοσιμότητας. 

Κάπως έτσι βρέθηκα κι εγώ στην ταράτσα του σπιτιού μου εκείνο τον ταλαίπωρο Αύγουστο να αναρωτιέμαι τι στην ευχή έκανα στραβά, πότε η λογική μου αποκοιμήθηκε. Πολύχρωμες ομπρέλες έμοιαζαν να εξανεμίζονται κάνοντας έναν αλλόκοτο κρότο, σαν όνειρα υπερφιλόδοξα σε αιφνίδια πυρπόληση. Φυσούσε ένας βοριάς σαν βάλσαμο που όμως έκανε τις σκέψεις μου οχληρά διαυγείς. Ρέκβιεμ για την εμπιστοσύνη, ήχοι πένθιμοι σκαρφαλώνουν στην ταράτσα, τα όσα έγιναν με πνίγουν αυτό το σαββατιάτικο βράδυ το πανέρημο που διακηρύττει μια μακρινή, συλλογική ευτυχία.

Αυτός που θέλει να εξαπατήσει, αυταπατάται. Εκείνος που διψά να γίνει θύτης, θυματοποιείται αυτομάτως. Και όποιος διαψεύδει την εμπιστοσύνη, γίνεται εσαεί ανάξιός της
.
Σε πίστεψα τυφλά, ήθελα βλέπεις να κρατηθώ από κάπου, τότε που όλα κατεδαφίζονταν από το πουθενά. Άκουσα λόγια όμορφα, υποσχέσεις και όνειρα κοινά, λέξεις που μαρτυρούσαν γνήσια συναισθήματα, αυτή την ευλογημένη αμοιβαιότητα στον έρωτα που καταλήγει καταραμένη γιατί δεν την εντοπίζουμε ποτέ. Είδα σε εσένα έναν παράδεισο που δεν υπήρχε, ψυχή και αλήθεια και ορμή, που έκρυβαν την πιο οικτρή προσποίηση. 

Έφυγες χωρίς λέξη εκείνο το ξημέρωμα που είχε διαδεχθεί την κατάστρωση των κοινών μας διακοπών. Αφέθηκα σε έναν μακάριο ύπνο, πεπεισμένος ότι αν υπήρχε νόημα στη ζωή, το είχα πια ανακαλύψει. Στράγγιξε η σκέψη από τα ζιζάνια που την έκαναν αυτοκαταστροφική. Και το φρικτό ξύπνημα με βρήκε να δοκιμάζω την πικρία της απουσίας σου. Τη γεύση της εξαπάτησης που πάντα πίστευα ότι τεχνηέντως θα απέφευγα. Σε αναζητούσα, παράφρων, παντού. Σε αγαπημένα στέκια και γωνιές, στο σπίτι σου, στο κινητό σου που ήταν απενεργοποιημένο, παντού. Είχα αρχίσει να πανικοβάλλομαι. Η μέρα είχε γεύση από μαρτύριο και αγωνία. Τιναζόμουν από την καρέκλα κάθε φορά που άκουγα το τηλέφωνο να κουδουνίζει. Περίμενα να μάθω νέα σου έχοντας γράψει νοερά τα πιο δραματικά σενάρια. Και έψαχνα νέα σου μέρες, η τύχη σου αγνοούμενη, όπως κι εσύ..

Τα ίχνη σου τα εντόπισα καιρό μετά, όταν ένας κοινός φίλος με πήρε τηλέφωνο να με ρωτήσει κάτι και στο τέλος κάπως αμήχανα μου ομολόγησε ότι σοκαρίστηκε που γύρισες στον πρώην σου έτσι ξαφνικά. Δεν ήξερε ότι δεν ήξερα και κάπως έτσι μάθαμε όλοι.

Το βουβό σου τηλέφωνο αγνοούσε θρασύδειλα την κραυγή μου, αρνούμενο να απαντήσει στη φλέγουσα απορία μου. Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο μπερδεμένοι και ανασφαλείς;Γιατί φέρονται ελεεινά χωρίς καμία ενοχή; Γιατί πληγώνουν πάντα τους ανυπαίτιους;Και γιατί ,επιτέλους, κουβαλούν πάντα το ψέμα μαζί τους;

O χρόνος φρόντισε ώστε να διέλθω χωρίς εξάρσεις μέσα από όλα τα στάδια ανάρρωσης, την θλίψη, την απορία, την ανασφάλεια, την αποστροφή, το θυμό, την αδιαφορία. Παλεύουμε με τόσα δαιμόνια αλλά κανένα δεν είναι ανθεκτικό στο χρόνο όταν εμείς δεν του το επιτρέψουμε. Κάθε μέρα πονάω και λιγότερο, κάθε μέρα δυναμώνω τις αντοχές μου.Δεν αξίζει να μοιραστείς τη ζωή σου με κάποιον που δεν καταδέχεται να μοιραστεί την αλήθεια του μαζί σου. 

Φυσάει μανιασμένα, από τις στέγες των σπιτιών ξεπηδούν αλαφιασμένες μορφές, σε συναισθηματική σύγχυση, με  ανασφάλεια στην όψη, με αποσκευές τα πιο τρανά ψέματα. Ο πυρετός του κόσμου με  νανουρίζει, μου φαίνεται αστείος πια, προδότες έτοιμοι να ριχτούν στα πιο περίπλοκα συναισθηματικά σενάρια, μια οσμή ποταπότητας μου προκαλεί ασφυξία. Οι άμυνες μου διατρανώνονται, σε αυτό τον Κόσμο είναι ευλογία να είσαι μόνος με την αλήθεια σου, κατάρα να ζευγαρώνεις με τερατώδη ψέματα. 

Το ένιωσα όταν προχθές σε είδα από μακριά, να μιλάς στο κινητό αναζωογονημένη, χωμένη στην υποκειμενική σου ευτυχία. Σα να μην τρέχει κάτι, σαν η ιστορία μας να μην υπήρξε ποτέ. Και στην ουσία αυτή είναι η χαρά, ότι ουδέποτε υπήρξε.

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Ουδέν Πρόβλημα

Αυτό το Καλοκαίρι που ο Κόσμος συνέχιζε συγκαταβατικά την κατηφορική του πορεία, έλεγες συνεχώς πόσο έχεις ανάγκη να ξεχαστείς από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Σε έτρωγε κάτι, κάθε μέρα και πιο πολύ. Πότε με γκρίνια που αθέλητα ξέφευγε από την αυτοκυριαρχία σου, πότε σαν παιχνιδιάρικο παράπονο και πότε σαν ρεαλιστική διαπίστωση. Το έλεγες με κάθε διαθέσιμο τρόπο, κυρίως επειδή προσπαθούσες πάση θυσία να το κρύψεις. Είχες ανάγκη από διακοπές. Όπως και όλος ο κόσμος, ήσουν κι εσύ σα να παράδερνες σε μια έρημο, επαίτης ενός σημαδιού, ικέτης για λίγη δροσιά στο άνυδρο τοπίο. Αμήχανη, ξένη, σα να πέρασαν δεκαετίες από πάνω σου, πάσχιζες να αφομοιώσεις τις τεκτονικές αλλαγές της εποχής γλιτώνοντας τη χρόνια ψυχοθεραπεία. Μέσα από άδειες τσέπες, εξευτελιστικά παζάρια, καταστροφολογικές φιληδονίες και αναπότρεπτους συμβιβασμούς. Μέσα από μία απαξίωση χωρίς όρια, έναν εκμηδενισμό της ύπαρξης. Κάπως έτσι γύρευες να χαθείς μέσα στο απέραντο γαλάζιο κάποιου αιγαιοπελαγίτικου νησιού, να νιώσεις το κύμα να σε σύρει στον άγνωστο βυθό, να περπατήσεις σε δρομάκια όλο μικρά θαύματα. Να αισθανθείς ευτυχισμένη μέσα από τα απλούστατα, αυτά που δεν εξαγοράζονται, ούτε αποτιμώνται.

Τα προβλήματα τα δημιουργεί το μυαλό μας, έχει εκείνο το σπάνιο ταλέντο να μεγιστοποιεί την καταστροφή αναβιβάζοντάς την σε πανωλεθρία. Το χειρότερο είναι ότι η πανωλεθρία ουδέποτε αγνοεί τις τυχοδιωκτικές προκλήσεις. Ανταποκρίνεται με θέρμη σε αυτές και συντελείται δραματουργικά. Αν δεν κουβαλούσαμε το δράμα μέσα μας, δε θα επιμέναμε στην εξύψωση του προβλήματός μας σε μέγιστη συμφορά. Ένα γεγονός που εκ πρώτης φαντάζει προβληματικό μπορεί να δώσει λύση σε μύρια προβλήματα αν ο δαιμόνιος νους μας δεν το καταχωρίσει στη λίστα με τα δυσεπίλυτα, τρομακτικά και ανυπέρβλητα προβλήματα. Δεν είναι οι συνθήκες που μας θλίβουν όσο η αντίληψή μας για αυτές. Γιατί όσο πιο εχθρικές είναι οι συνθήκες, τόσο πιο αισιόδοξη πρέπει να είναι η αντίληψή μας, εκτός αν θέλουμε να διασταυρωθούμε με την παράνοια την ίδια. Η ανάγκη για επιβίωση ξεσκεπάζει τον πιο μοχθηρό εαυτό μας, είναι πρόκληση μέσα από όλο αυτό να αναδυθεί μια ηρωική πλευρά. Όταν ρέπουμε προς τη μισανθρωπία χρειαζόμαστε τον ηρωισμό. Εκείνον που θα ποδοπατήσει την επιδερμική φύση των προβλημάτων και μέσα από αυτά θα διακρίνει λύσεις.

Φέτος οι διακοπές αποκτούν άλλη διάσταση. Σηματοδοτούν την αποχή από έναν ανυπόφορο εαυτό, έναν εαυτό που γίνεται αποκρουστικός μέρα με τη μέρα, χωρίς την αρωγή μιας έξωθεν συμμαχίας. Όταν όλα πάνε κατά διαόλου πρέπει να γίνεις μικρός Θεός. Όλα αυτά όμως σε μια εποχή που η πίστη ξεφτίζει ολοένα και θεωρείται ντεμοντέ.

Θέλεις διακοπές από το απροσμέτρητο Χάος. Μόνη, με το βιβλίο σου στην ξαπλώστρα, χωρίς κινητό και υπολογιστή, χωρίς την έγνοια να δώσεις σημεία ζωής. Διακοπές από όλα εκείνα που πάντα θα είναι εκεί αλλά στην επιστροφή δε θα τα βλέπεις πια σαν βάσανα αλλά σαν οχήματα για τις πιο δυνατές σου στιγμές. Αυτές που αναπολείς κάθε βράδυ μελαγχολικά με την αλαζονική βεβαιότητα ότι προσυπέγραψαν μέσα από την απαράμιλλη χάρη τους την μελλοντικη σου δυστυχία. Τα προβλήματα είναι σαν τα ταξίδια, όταν μάθεις να μη βιάζεσαι να φτάσεις στον προορισμό σου, ίσως ανακαλύψεις ότι αυτός βρίσκεται ήδη μπροστά σου.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

(Αν)ισορροπία

Aνισόρροπα βήματα. Τσιγάρα στο τασάκι με το σωρό. Μυρωδιά από οινόπνευμα και βαφή στο σκοτεινό δωμάτιο. Τρεκλίζει, παραπατά, πέφτει. Ζωή ράθυμη, χωρίς εξέλιξη, αιώνες τώρα. Ένα άδειο ψυγείο κραυγάζει εγκατάλειψη. Ξέφτισε το χρώμα στους τοίχους, σάπιες μορφές αναδύονται, ματωμένα κρανία και μελανιασμένα χείλη, νεκρά βλέμματα παντού. Τις έθαψε τις αναμνήσεις ένα βράδυ παγερό. Μια και έξω,με την αναγκαιότητα του αποχωρισμού. Φθαρμένα έπιπλα φαγωμένα από το χρόνο, το δωμάτιο μυρίζει θάνατο, το σκοτάδι τη σπρώχνει στο φόβο.

Αγάπες ατελέσφορες και όνειρα σακατεμένα, η Δυνατότητα σωριάζεται στο έδαφος, η σκόνη σκεπάζει τις ελπίδες που καταχωνιάστηκαν σε ερμάρια ουτοπίας. Τα αλλοτινά της σύμβολα την τρομοκρατούν.

Ξέρεις ότι πέθανες όταν όσα σου έδιναν ζωή έχουν μπολιαστεί με θάνατο. Το ξέρει τώρα καλά. Με κόπο συγκρατεί τις μακάβριες σκέψεις της, με κόπο συρρικνώνει τις καλπαζόντως πεισιθανάτιες ιδέες της. Κάθε πρωί, η άγρυπνη μορφή της παραδέρνει σε έναν Κόσμο μασκαρεμένο, που παλεύει για κάτι αδιευκρίνιστο. Πασχίζει να τοποθετηθεί μέσα σε αυτόν, να στεριώσει σε μια και μόνο θέση. Συνήθως την παραγκωνίζουν φιγούρες ανενόχλητες, φαινομενικά ισορροπημένες. Κρατούν καφέ σε πλαστικό, πελώριες τσάντες παραφορτωμένες έγγραφα και μιλούν ακατάπαυστα στο κινητό. Την αποδιώχνει η κατάρα του μέσου όρου.Σηκώνεται με αίσθηση άχθους και ατροφική υπομονή.

Αλλάζει ματιά, όψη, ψυχή. Και πάλι αδυνατεί να μείνει σε μια θέση για πολύ. Δεν ανήκει κάπου, η αίγλη της ομάδας την απογοητεύει και τη δαιμονίζει. Φθονεί όσους συναποτελούν μια ομάδα. Γερή, δεμένη, ετερόκλητη, δημιουργική ή μη, σημασία δεν έχει.Νιώθει ότι αντικρύζει ευλογημένα όντα  που έχουν βρει τη βασιλική οδό για την ισορροπία και την κρατούν επτασφράγιστο μυστικό.Μια συνομωσία εχθρική, που αναπαράγει τους εχθρούς της. Εκείνη αισθάνεται παράλυτη, αδύναμη να προχωρήσει, να αλλάξει γραμμή πλεύσης, να βρει το βλέμμα και την πορεία της. Αναζητώντας μυστικά ισορροπίας καθίσταται ανισόρροπη. Παρατηρώντας τη διαδρομή των Άλλων, χάνει τη δική της πορεία, ακόμα και αν δεν έχει δρομοδείκτες και τα εμπόδια τής φράζουν συνεχώς το δρόμο. Η αίσθηση ότι δεν ανήκει κάπου είναι αυτή που την κάνει ανισόρροπη, ως επαίτη μιας καθολικής, ανεδαφικής αρμονίας που εξυπηρετεί την επιδερμικότητα του ''φαίνεσθαι'' και μόνο. Εκείνη τη διαβολεμένη ψευδαίσθηση της ορθόδρομης και επιτυχημένης πορείας που κατοχυρώνει η εξασφάλιση ενός κλισεδιάρικου τρίπτυχου που ορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές επιταγές. Η αίσθηση ισορροπίας από την άλλη, είναι αυστηρώς υποκειμενική. Μπορεί κάποιος να είναι άπορος ή επαγγελματικά αποτυχημένος αλλά να βαίνει πέρα από όλα αυτά και από εκλαϊκευμένες οδηγίες για την ευτυχία και να αισθάνεται παράλογη αγαλλίαση μέσα του. Και vice versa:να διαθέτει το διαβόητο τρίπτυχο και μέσα του να αναγεννάται η πιο ανυπόφορη κόλαση. Κάθε προσπάθεια αντικειμενικοποίησης της έννοιας της ισορροπίας δε μπορεί παρά να είναι άστοχη, αφού αν η ισορροπία ήταν συνισταμένη ορισμένων παραμέτρων, δε θα ήταν τόσο πολύτιμη, ούτε επιδιώξιμη. Θα ήταν απλώς υλοποιήσιμη με απλά μαθηματικά, μόνο που η ευτυχία δεν υπακούει σε απλοϊκές εξισώσεις.

Έχει θανατώσει η ίδια τους δρόμους της, τα θέλγητρα, τις μνήμες, τις φωνές. Όσα την απομάκρυναν από την ισορροπία που θα έσβηνε τα ίχνη από τις παλιές της αυταπάτες. Και δε μπορεί να δει πια ότι εκεί, σε αυτό το θάνατο τον εκούσιο, κρύβεται η ματιά, η ψυχή και η φωνή της. Ότι ακόμα και οι δαίμονες και οι εχθροί της είχαν κάποιο ρόλο στη ζωή της, ιδανικά κομπαρσικό. Και ότι το να βάζει φρένο στις δικές της επιθυμίες για να συγχρονιστεί με το βήμα μιας αλλοπαρμένης ανθρωπότητας, απλώς την συνεπαίρνει σε μια χαώδη μάζα όπου κουρδισμένα ανθρωπάκια εκτελούν διαταγές χάριν της πανανθρώπινης ανισόρροπης ισορροπίας.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Εξαίρεση

Περίμενε στα σκαλιά της πολυκατοικίας με μάτια πρησμένα. Η ζέστη πυρετώδης, ο Αύγουστος έχει ξεσηκώσει σμήνη ταλαίπωρων ανθρώπων προς άγνωστα καταφύγια, να ξεχάσουν τα παρελθόντα και τα επικείμενα, και ας είναι για λίγο.Παρατηρεί με κάποια αηδία την υγρασία να έχει πνίξει τους τοίχους, τις ρωγμές στην είσοδο, τη δυσοσμία από κλεισούρα και παραίτηση. Νιώθει το γαλάζιο της φόρεμα να κολλάει πάνω της καθώς η ζέστη δυναμώνει, ξαφνικά σιχαίνεται που κάθεται κάτω, σε αυτά τα βρώμικα σκαλάκια όλο σκόνη και πατημασιές τεμπέλικων βημάτων, φοιτητών που τρέχουν μόνο για να παραλάβουν τα ταπεράκια της χρυσοχέρας μάνας από τα Κτελ. Ορκίζεται ότι θα απολυμανθεί με οινόπνευμα μόλις γυρίσει στο αποστειρωμένο της σπίτι, θα βάλει και πλυντήριο.

 Εύχεται να έχει κάνει λάθος τη διεύθυνση αλλά η μνήμη της σπανίως σφάλλει. Έπρεπε να το φανταστεί πως ένας φοιτητής γύρω στα τριάντα δε θα έμενε και σε καμία καλοβαλμένη μονοκατοικία. Αισθάνεται απελπισμένη που ήρθε να τον συναντήσει, της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και...ξεκαρδίζεται. Σπαρταριστά γελάει η μέρα με τα καμώματα της νύχτας, εκείνη έπινε το ένα ποτό μετά το άλλο, ήθελε να βυθιστεί στην ανακούφιση της νύχτας, να σκεπάσει τα αδιέξοδα που καιρό τώρα την καταδίωκαν.Κάπου εκεί γνώρισε Εκείνον, μέσα σε γέλια ανέμελα και φλερτ επίμονο με τη λήθη. Δε θυμάται τι είπαν, αν είπαν κάτι. Γελούσαν μόνο και χόρευαν, σε μια χαοτική τάξη όπου όλα είχαν νόημα ακριβώς επειδή δεν το έψαχναν. Στο τέλος, σημείωσε κάτι εκείνος σε ένα κομματάκι χαρτιού, μόνο που δεν ήταν ο αριθμός του τηλεφώνου του αλλά του σπιτιού του.Εκείνη το βρήκε χαριτωμένο, οι αναστολές της είχαν τραπεί σε φυγή άλλωστε, γελούσε σα χαζή και του υποσχέθηκε ότι το επόμενο πρωί που θα συνέλθει θα περάσει. Ήρθε το επόμενο πρωί, ο πονοκέφαλος τη ζορίζει, καμία αίσθηση, καμία επαφή με την περιρρέουσα πραγματικότητα, πρέπει να βάλει κομπρέσες στα μάτια, νιώθει ένα μυρμήγκιασμα σε όλο της το κορμί, τα μαλλιά της επιδίδονται σε ένα ανατρεπτικό χτένισμα..αρνούμενα να χτενιστούν.

'' Φρίκη'' σκέφτηκε και έτρεξε στο μπάνιο όπου υπήρχε κάθε είδους βάλσαμο και εργαλείο για έκτακτη ανάγκη...ολικής αναπαλαίωσης!

Καθώς έπινε τον καφέ της που ήταν σα νεροζούμι και πικρός παρά τα τρία κουταλάκια ζάχαρη, σκέφτηκε ότι θα πάει να τον δει. Τι θα μπορούσε να πάει χειρότερα άλλωστε;Μπορεί να ξεστόμισε ανοησίες χτες, οπότε η σημερινή, νηφάλια και σοβαρή της στάση, θα διορθώσει τα πράγματα. Δεν είχε να χάσει και τίποτα εδώ που τα λέμε. Η ζωή της τους τελευταίους μήνες έμοιαζε με ταινία τόσο αργή και νερόβραστη, που ακόμα και ο πρωταγωνιστής είχε αποκοιμηθεί πριν τους τίτλους τέλους. Κανένα ενδιαφέρον, δεν έβγαινε, δεν μιλούσε, δεν συνέβαινε κάτι που θα τη βγάλει από το κώμα. Για ερωτικές ιστορίες, μετά τον πολύκροτο χωρισμό της ένα βήμα πριν τον αρραβώνα , ούτε λόγος. Παραήταν 'μεγάλη΄ για σαχλές ιστορίες του σωρού, για να διασκεδάζει με ρηχότητα τη γυναικεία της ματαιοδοξία. Σήμερα ήθελε όμως να γίνει κάτι, να αλλάξει κάτι, ακόμα και αν ήταν για μια στιγμή. Τώρα που περιμένει όμως σε ένα οίκημα ρυπαρό και με αγωνία περιμένει το πρώτο ποντίκι να ξετρυπώσει από πουθενά, συνειδητοποιεί ότι ήρθε για έναν άνθρωπο όχι απλώς άγνωστο αλλά και ξένο. Τι κοινό να έχει με κάποιον που έχει μάθει να ζει σε μια τρώγλη και να ξενυχτάει μεθώντας ενώ φοιτεί ακόμα, σε ηλικία που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να δουλεύει κανονικά;

Δεν προλαβαίνει να ανασκαλέψει τις εικασίες της. Εκείνος βρίσκεται μπροστά της, λιώμα. Κρύβει την έκπληξή του πίσω από ένα βεριεστημένο ύφος, την καλημερίζει με φυσικότητα:
-Πάμε για καφέ εδώ δίπλα;Για να ανέβεις πάνω δε σου λέω, είναι ακατάστατα...
-Οk, απαντά μαζεμένη εκείνη και αμήχανη.
-Υποχόνδρια είσαι;
-Δεν σε καταλαβαίνω...
-Επειδή εγώ σε καταλαβαίνω το ρωτάω...

Εκείνη σώπασε. Σουρεαλιστική συνομιλία στο φως της μέρας για δυο αγνώστους(και ξένους, αυτό πού το πας);

Στον καφέ εκείνος μιλάει αρκετά αλλά όχι φλύαρα. Αφήνει να ξεδιπλωθεί ο εξανθρωπισμένος του εαυτός, αν και στο βάθος παραμένει σφιγμένος. Εκείνη σα να απολογείται ολόκληρη για τη χθεσινή της κατάντεια, σα να ήρθε για να αποκαταστήσει την εικόνα της. Τον κοιτάζει με μάτια συνεσταλμένα,στο φως της μέρας η γοητεία του είναι αναμφισβήτητη αλλά κάνει πως την αγνοεί.Κρατά στα χέρια της την απόδειξη που κοντεύει να σχιστεί από τη νευρικότητα. Τής την αρπάζει από το χέρι και την κρύβει κάτω από το τασάκι.

-Και πώς σπουδάζεις ακόμα; τον ρώτησε με αθέλητη αγένεια.
-Γιατί οι πτυχιούχοι στην ηλικία μου έχουν όλοι αποκατασταθεί; ανταπαντά αμυνόμενος
-Δεν είπα αυτό, απλώς...
-Δεν έχει απλώς..δεν κολλάω στους τύπους όπως οι πιο πολλοί..Ε θα είχα ένα πτυχίο στην κορνίζα και θα το αναθεμάτιζα ως άχρηστο...όπως η μισή και βάλε Ελλάδα..Αρνούμαι να μπω σε αυτό το τριπάκι..Βγάζω τα προς το ζην και βλέπουμε...

Την βλέπει προβληματισμένη και συνεχίζει.
-Να όπως εσύ. Είσαι εδώ σα να θέλεις να σβήσεις τη χτεσινή νύχτα. Γιατί όμως; Δεν πέρασες ωραία;Όχι, πέρασες παραπάνω από ωραία αλλά όχι με τον τρόπο που σε έμαθαν να θεωρείς ωραίο..Αυτό είναι άσχημο! φωνάζει με θυμό, λύπη, απογοήτευση ακόμα.
-Πού τα ξέρεις όλα αυτά;
-Τα βλέπω!Βλέπω ότι για εσένα το χτεσινό ήταν λάθος. Για εμένα αυτό που γίνεται τώρα είναι λάθος. Που είσαι απέναντί μου όλο προκατάληψη, λες και αν με γνώριζες μέσω ενός φίλου θα άλλαζε κάτι...Θα ήμουν ξαφνικά πιο αξιόπιστος! Μπούρδες!

Το παραλήρημά του ενέτεινε την ανησυχία της. Ορμητικός, μιλούσε πια ακατάπαυστα, για τα γυναικεία κλισέ, τον ψευτοπουριτανισμό της κοινωνίας και τη δαιμονοποίηση του διαφορετικού.
-Όποιος πιστεύει στον κανόνα, απλά τον ακολουθεί..δεν τον ανατρέπει..τής πέταξε με ύφος.
Εκείνη τον παράτησε στα κρύα του λουτρού:
-Είσαι τρελός...του είπε και έτρεξε μακριά.

Τα έβαλε με τον εαυτό της που στάθηκε τόσο τυχοδιώκτης και αφέθηκε σε μια γνωριμία ουρανοκατέβατη. Η ανιαρή ζωή της είχε αρχίσει να τη στρέφει σε επικίνδυνα θέλγητρα. Ο άνθρωπος ήταν ψυχωτικός, χίλιες φορές τον προτιμούσε πότη και άλαλο παρά νηφάλιο και με άποψη για τα πάντα. Άκου δεν ανατρέπει τον κανόνα όποιος τον πιστεύει! Άκου μεγαλοστομίες!Έτσι έριχνε αυτός μάλλον τα κοριτσάκια, φοιτήτριες άπειρες που νομίζουν ότι το μέλλον τους ανήκει και διψούν για τόσο συναρπαστικά τσιτάτα. Εκείνη όμως ήταν συνομήλική του και χάνει  το παρόν αναζητώντας το μέλλον της που δεν φαίνεται πουθενά. Την κουράζουν οι θεωρίες, όπως και οι μεγαλομανείς και επιδειξιομανείς τύποι με τις αντισυμβατικές αντιλήψεις. Είδαμε και στην πράξη πώς ποδοπατούν τις συμβατικότητες!Ζώντας σε βρωμερά σπίτια, αναιρώντας τους παλιούς τους στόχους και πίνοντας με το ραχάτι τους ολημερίς έναν φραπέ με μπόλικα παγάκια.Ή μεθώντας σα να μην υπάρχει αύριο σε συνοικιακά μπαράκια και προσκαλώντας σπίτι τους την κάθε τυχούσα που προσπαθούν να πείσουν μετά ότι είναι στενόμυαλη και οπισθοδρομική.

Μέσα της εύχεται να ήταν αλλιώς τα πράγματα, όπως παλιά, που ο ρομαντισμός δεν ήταν ασυγχώρητος. Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να υπερεκτιμούν το μυαλό τους, ο ρομαντισμός εξαφανίστηκε. Μετατράπηκε σε ένα κατάλοιπο γραφικό μιας ρετρό εποχής που είναι ρετρό να νοσταλγούμε. Μιας εποχής όπου δε χωρούσε εξιδανίκευση γιατί ήταν όντως όλα ιδανικά. Τώρα με όλες αυτές τις φιλελεύθερες απόψεις και τους υπολογισμούς, όλοι κάνουν αγώνα για να μην ερωτευθούν.Για να χαθούν σε σχέσεις που κάνουν τη μοναξιά ακόμα πιο έντονη αλλά δε γεννούν πόνο, ούτε απώλειες. Σχέσεις πολλές, όχι μονοτονία. Και σχέσεις χαλαρές, επ' ουδενί δεσμευτικότητα. Σχέσεις ανακυκλώσιμες, ουδείς αναντικατάστατος. Και σχέσεις που διαλύονται στην πρώτη αναποδιά γιατί στην ουσία αγωνιούν για την ημερομηνία λήξης τους. Υπάρχουν απλώς για τα πρακτικά, για να στριμωχτούν και αυτές στο βιογραφικό με τις πλούσιες ερωτικές εμπειρίες που υπογράφουν το συναισθηματικό άδειασμα. Θέλει να  πάει να του πει κατάμουτρα πόσο γελιέται αν νομίζει ότι αποτελεί την εξαίρεση. Ότι η σκέψη του είναι γεμάτη από βολικά κλισέ για να νιώθει ασφαλής και διαφορετικός. Ότι είναι ο κανόνας, γιατί η εποχή αυτό προστάζει, τον ζαμανφουτισμό και τη φθηνή επίδειξη. Ότι η ανατροπή, στην τελική, κρύβεται στην παραγωγή ενός νέου κανόνα, όχι στην αποθέωση της εξαίρεσης. Πολλά θέλει να του πει και απορεί γιατί. Νιώθει στην τσίτα, επιτέλους νιώθει ζωντανή, σα να την ανέσυραν από ένα βαθύ πηγάδι όπου είχε μείνει ξεχασμένη αφόρητους αιώνες. Νιώθει τον αντίλογο να δίνει νόημα και υπόσταση στο λόγο της. Νιώθει ότι θέλει να γίνει ο αντίλογος.

 Ίσως ο ρομαντισμός να φωλιάζει στις πιο κυνικές γωνιές. Κάνουν και αυτές υπερπροσπάθεια για να τον κουκουλώσουν, έτσι επαίσχυντα που γυρεύει και αυτός θέση, μέσα σε πεζά ανθρωπάκια που τον παραγκωνίζουν καγχάζοντας. Όπως όμως κάθε Εξαίρεση που επιβιώνει μετά το Θάνατο ενός Κανόνα, έτσι και αυτή είναι αρκετά ισχυρή για να γεννήσει έναν Κανόνα Ανατρεπτικό της Εποχής. Να γεννήσει μια νέα Εποχή, αφού όλα ανακυκλώνονται.
Κάπως έτσι το απόγευμα την βρήκε στο κατώφλι του ερειπίου του, να την κοιτάζει έκπληκτος, σαστισμένος, αυτή τη φορά αμίλητος.
-Για εσένα έκανα την εξαίρεση και ήρθα..του είπε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.Και έμεινε εκεί, να διαφωνούν για τα πάντα, να υψώνουν τους τόνους, να συγκρούουν τους κανόνες τους και τις αγέρωχες εξαιρέσεις τους, με μερικές παράταιρες αγκαλιές στα διαλείμματα.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Πίσω

Κοίταξε το ρολόι του με φανερό εκνευρισμό. Ήδη είχε αργήσει δώδεκα λεπτά και ο πυρετός της ώρας τον έζωνε σαν απειλή. Μεσημεριάτικη ραστώνη, τα πάντα καθηλωμένα. Εκτός από τα πάθη..αυτά, σε ακραία αναπτέρωση. Νιώθει ότι ακόμα και ο μεσόκοπος σερβιτόρος της αδιάφορης καφετέριας τον κοιτάζει με σταγόνες περιφρόνησης και μουρμουρίζει λόγια χλευασμού μέσα από τα δόντια του. Προσπαθεί να προσποιηθεί ότι διαβάζει μια παρατημένη εφημερίδα, σύντομα όμως εκνευρίζεται με την ξύλινη γλώσσα του εντύπου, νομίζει ότι οι εξελίξεις στην κοινωνία τρέχουν σαν μια κακόγουστη πλην όμως δαιμόνια φάρσα. Δεν τις αντέχει πια, τσαλακώνει την εφημερίδα στην ιδρωμένη παλάμη του, ο σερβιτόρος  μοιάζει να καγχάζει με εκείνη την κουτοπόνηρη φάτσα του. Ορκίζεται ότι αν Εκείνη αργήσει λίγο ακόμα, θα την πληρώσει αυτός. Όταν τα νεύρα του είναι ανεξέλεγκτα, το υβρεολόγιό του διανθίζεται αυτομάτως. Του ρίχνει ένα μοχθηρό βλέμμα και σκύβει στο φλιτζάνι με τον νερόβραστο ελληνικό. 

Τότε Εκείνη καταφθάνει. Κάπως βιαστική, ντυμένη στα μαύρα, παράξενα όμορφη. Η κούραση εμφανής στο πρόσωπό της, προδίδει μια νύχτα άυπνη και βασανιστική. Κάθεται απέναντί του, η μορφή της μια γιγαντιαία ενοχή. Χάθηκε από Εκείνον άλλη μια φορά,πεθύμησε το δικό της σύμπαν και εξανεμίστηκε σε μια οικεία εξαφάνιση. 

''Τι θα πιεις''; τη ρωτάει αγνοώντας τις αλεκτικές της φλυαρίες.
''Έναν ελληνικό κι εγώ..πολύ γλυκό'' απαντάει χωρίς να τον κοιτάζει.

Παραγγέλνουν,τα μουστάκια του σερβιτόρου γελάνε, Εκείνος θέλει παράφορα να του ρίξει μια γροθιά, νιώθει ότι θα εκραγεί με την επικείμενη σκηνή και κάνει αγώνα να κρατηθεί αξιοπρεπής.
Τής ζητάει εξηγήσεις, πρώτα ήρεμα και χαλαρά, στη συνέχεια κτητικά και οργισμένα.
''Δε μπορείς να χάνεσαι όποτε δεν αντέχεις να είμαστε μαζί.Και δε μπορείς να περιμένεις να σε περιμένω.Να σου το συγχωρώ ξανά και ξανά'' λέει Εκείνος και η ταχυπαλμία τον τσιτώνει παραπάνω.
Εκείνη λέξη, δε μπορεί να βρει τις λέξεις που θα κάνουν την Αλήθεια ανώδυνη.Η σιγή ιχθύος που κρατεί πυροδοτεί το ξέσπασμά του:
''Νομίζεις ότι το αντέχω αυτό;Να αποφασίζεις εσύ και για τους δύο;Δεν έχω άλλη υπομονή...'Εχεις φύγει τόσες φορές..Και μετά πάλι πίσω...Δε με θέλεις, αυτό είναι όλο..''
Γατζώνεται Εκείνη από τη στιγμή. Η ζάχαρη γαργαλάει τον ουρανίσκο της μα τα χείλη της μαρτυρούν πικρία έτσι όπως μάχονται να ανοίξουν για να ξεστομίσουν την αλήθεια.
'' Είναι αλήθεια..Πρέπει να φύγω εξάλλου..αυτή τη φορά οριστικά.Λυπάμαι που άργησα τόσο να το καταλάβω...''

Σα να πάγωσε ο χρόνος και όλα να βυθίστηκαν σε μια θεότρελη στασιμότητα. Το μυαλό του αναπαράγει με κεκτημένη ταχύτητα τις χιλιάδες φορές που εγκατέλειπε και τον άφηνε πίσω, να την περιμένει, μόνο για να επανεμφανιστεί και να ξαναφύγει. Φευγάτη, αψυχολόγητη, αινιγματική, όμως την αγαπούσε και βάδιζε με τους όρους της γιατί ο ίδιος δεν έθετε κανέναν. Ούτε όρο, ούτε όρια. Βαθιά μέσα του ήθελε να πιστεύει ότι στο τέλος σε Εκείνον θα γυρνούσε οριστικά, και να που στο τέλος από Εκείνον φεύγει οριστικά. Του το ανακοινώνει μάλιστα με περίσσεια ψυχρότητα, σαν ανακοινωθέν που δεν τον αφορά καν. Αφού απαλλάχτηκε η ίδια από την αμφιταλάντευση και το δίλημμα, κανένα πρόβλημα. Αυτό εξέπεμπε η συμπεριφορά της και αυτή τη φορά θα την άφηνε να φύγει. Αυτό που φοβόταν τόσο, ίσως να είναι και αυτό που είχε ανάγκη.

Εκείνη φεύγει σαν κυνηγημένη, μένει Εκείνος αποσβολωμένος μέσα, και λίγο αργότερα βγαίνει να περπατήσει. Ο καυτός αέρας τον πνίγει, μυρίζει τριγύρω κάτι σαν διάψευση, η ερημιά τον στοιχειώνει. Κουδουνίζουν στο κεφάλι του μακρόσυρτα κεφάλαια που τόσο καιρό έκαναν παράνομη κατάληψη στη ζωή του. Πίσω η ζωή του σε όλα, υπό μια αέναη αίρεση-αφέντρα να επισκιάζει το τώρα, κατασκευασμένη για μια αναμονή με αυτοδίκαιη παράταση. Όλη η ζωή του μια παράταση στη συνάντηση με την πραγματική χαρά.Αυτή που βιώνεις, όχι που οραματίζεσαι, προσμένεις και αυτοσχεδιάζεις. Μια αληθινή συνάντηση, όχι μια νοερή προεπισκόπηση αυτής.

Αυτοί οι άνθρωποι!Ανίατη η ηλιθιότητά τους!Αγωνιούν δειλά να κάνουν την Αλήθεια ανώδυνη ενώ η Αλήθεια είναι ανεκτίμητη ακριβώς επειδή είναι επώδυνη. Καθυστερούν να την ομολογήσουν ακόμα και στον εαυτό τους, ενώ η κωλυσιεργία αυτή προκαλεί αμίμητη μιζέρια. Τρέμουν μήπως πληγώσουν τον άλλο με την Αλήθεια και έτσι τον ακυρώνουν με αναπαραγόμενα ψέμματα. Αφήνουν τον άλλο πίσω να τους περιμένει επειδή δεν έχουν τη γενναιότητα να τον απελευθερώσουν εγκαίρως.

Εκείνη χάνεται σε μια ακόμη φυγή. Αυτή τη φορά ανεπιστρεπτί, ακόμα και αν έχει το θράσος να εμφανιστεί ξανά μια πρωία μπροστά του. Γιατί αυτή τη φορά βλέπει μια τελεία να τον γυροφέρνει δυναμικά. Αξιώνει με πυγμή να εγκατασταθεί σε ένα κεφάλαιο άνοστο και χλιαρό που έσυρε σε μάκρος δίχως αιτία. Η επιστροφή της αυτή τη φορά θα μοιάζει με ανέκδοτο, με άλλο ένα σκηνικό τραγελαφικά προβλέψιμο, μέσα στα τόσα που σκαρώνει η κοινωνία, εμετική και παραπαίουσα, σε ένα παιχνίδι με κανόνα την απόκλιση από αυτόν. 

Οδηγεί  με μουσική στο ραδιόφωνο, δροσίζει ανέλπιστα, ένα αεράκι-ευλογία στο διάβα του, μια καλοσημαδιά. Στο δρόμο τρώνε παγωτά, παιδιά σε κυνηγητό όλο τρανταχτά γέλια, ζευγάρια χαζεύουν το ηλιοβασίλεμα. Μια νεογέννητη ευφορία μεγαλώνει μέσα του. Λες και σε μια στιγμή ξεκόλλησε από εκείνο το σημείο και πάει μπροστά. Δεν ξέρει πού πάει αλλά είναι βέβαιος ότι είναι μακριά από εκείνο το σημείο, και αυτό είναι που μετράει. Η φιγούρα της απομακρύνεται ολοένα, φαγωμένη από τις ερμαφρόδιτες φυγές της και τα νόμιμα διλήμματα. Στο τέλος της μέρας ξέρει πολύ καλά ότι Εκείνη άφησε τώρα Πίσω.

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Αποχαιρετισμός στα Κόλπα

Ξεκίνησε ο μήνας( με) Μαγικά. Με χρώματα μπερδεμένα το ένα μέσα στο άλλο, αλήτικα παντρέματα και όνειρα επαναστατικά. Με δανεικά και ιδανικά, συνωμοτικά κλεισίματα ματιών και ανατρεπτικά χαμόγελα. Το κύμα σκάει στην άμμο, ο παφλασμός που γαληνεύει το πνεύμα του ανθρώπου το χαοτικό, ο ήλιος πανταχού παρών και ας μας ξεγελάει όταν για στιγμές κρύβεται πίσω από σύννεφα.Κάτι βαλίτσες πολυκαιρισμένες στο διάδρομο εισπνέουν τη σκόνη του κλειστού σπιτιού. Κουβαλούν ιστορίες από ταξίδια, θύμησες και καλοκαίρια όλο αλμύρα. Κάθε Αύγουστο, ξεσκονίζονταν σχολαστικά για να ξεκινήσουν ένα ταξίδι που έμοιαζε γνώριμο αλλά κάθε φορά το ένιωθαν αλλιώτικο. Στριμώχνονται τα χρώματα στις βαλίτσες, λευκό απέραντο, γλυκό κοραλί, ονειροπόλο γαλάζιο. Στριμώχνονται οι μυρωδιές, βανίλια, καραμέλα, ροδάκινο, καρπούζι. Χωρούν εκεί και οι προσδοκίες από το ταξίδι, που συνήθως στο τέλος του σταυρώνουν τα χέρια όλο θυμό και ανικανοποίητα.

Αυτό τον Αύγουστο θέλουν να κινήσουν για έναν τόπο ανόθευτο. Βραχώδη, με κάποια αγριάδα, χωρίς κοσμοπολίτικη οχλαγωγία. Θέλουν νερά ολοκάθαρα, γιασεμί και βανίλια υποβρύχιο. Το φως του ήλιου μέσα στην κατανυκτική ησυχία. Τη νηνεμία, μακριά από το Χάος. Διακοπές να κάνει κυρίως το μυαλό και έπειτα το κορμί. Να μείνει ασάλευτη η σκέψη, προσηλωμένη στην αρμονία της στιγμής.
Είναι η ώρα για τον αποχαιρετισμό στα κόλπα. Για καθάρια εμπειρία χωρίς επεξεργασία, για χρόνο με τον εαυτό τον ιδιότροπο που γυρεύει αμήχανος διευκολύνσεις αποφεύγοντας να φανερωθεί. 

Συγκεκριμένες προσδοκίες. Η προσδοκία υποβιβάζει την όποια εμπειρία αλλά όταν είναι κατασταλαγμένη την εξυψώνει. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας που συγχωρεί την αφέλεια των προσδοκιών, σε βαθμό να τις εκπληρώνει κάποιες φορές. Είναι ο μήνας που κοπάζει η καλπάζουσα πορεία του χρόνου, που ανακόπτεται η φρενήρης μανία των επιθυμιών. Οι επιθυμίες αποβάλλουν το αφηρημένο του χαρακτήρα τους μετατρεπόμενες σε προσδοκίες. Αφελείς, αγνές, θυμωμένες, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει που τολμούν να διεκδικήσουν τη μετουσίωσή τους σε βιώματα.

Φέτος οι προσδοκίες δεν κρύβονται συνεσταλμένα σε σοκάκια δειλίας. Ξεπροβάλλουν θαρρετά, φωνάζουν την ύπαρξή τους. Κυνηγούν θέλω καθ' όλα ορισμένα που ακριβώς γι'αυτό γίνονται πιο προσιτά. Αγωνιούν, καρδιοχτυπούν, παλεύουν, ζουν. Και ακόμα και αν το ταξίδι τους φορτώσει ανικανοποίητα, δε θα κάθονται στην γωνιά σαν οργισμένα παιδιά.  Ακόμα και χωρίς κόλπα, οι προσδοκίες είναι συναρπαστικές όταν αυτοελέγχονται και αποποιούνται την ψυχωτική  φύση του αυτοσκοπού. Όπως και ο Αύγουστος: είναι μήνας άσκοπος, νωχελικός, αυτάρκης: γι' αυτό φιλοξενεί την απόλυτη μαγεία στις καυτές του μέρες. Απροσδόκητα μαγικός, αυτός είναι, όπως και να είναι.