Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Εμμονές

Αναρωτιόταν γιατί το Σύμπαν είχε γίνει τόσο εχθρικό. Μια τετραπέρατη φάρσα του ψιθυρίζει ότι τα όνειρά του θα συναντούν τα πιο τρομερά φράγματα. Τελευταία ζει συνέχεια αλλού. Σε ένα ρομαντικό μπιστρό με θέα τη βροχή, σε μυστικά καλντερίμια να βαδίζει νωχελικά, σε μία απρόσωπη πόλη όπου χάνει το γνώριμο εαυτό του μέσα στη μαζική παράνοια. Απελευθερωτικά μόνος. Χωρίς τη σκλαβιά της προϊστορίας, με εκείνη την αγαλλίαση που σπείρουν τα άγραφα, ακόμα, δεδομένα. Χωρίς πληγές και οδυνηρά αντίο, χωρίς αποχαιρετισμό της χαράς και της επαφής, από το μηδέν,ολόκληρος, από το μηδέν ατόφιος.

 Αντ' αυτού μένει να περιφέρεται στην πόλη του, ξένος πιο πολύ και από τουρίστα. Περπατάει με προορισμό αδιευκρίνιστο, κάνει κύκλους άσκοπα, σκοντάφτει σε οικεία πρόσωπα που του γνέφουν με την κατάχλωμη ψυχή τους. Με τις γνωστές εμμονές του αγκαλιά, ετεροχρονισμένος, να ψάχνει τη θέση του σε ένα χώρο κατάμεστο από αγοραφοβικούς. Πιάνει τον εαυτό του να μην αντέχει τη μίζερη εικόνα των περαστικών. Το ντύσιμό τους, τα τεράστια γυαλιά, τις υπερμεγέθεις τσάντες, τις όλο υπεροψία και ξιπασιά κουβέντες τους. Τη μεμψιμοιρία που κουβαλάνε σε κάθε τους βήμα, τη μυρωδιά από τσιγάρο και βαριά αρώματα, τις συμβουλές που ξεστομίζουν με την αυτοπεποίθηση του ειδήμονα. Ακλόνητοι σε ένα μικρόκοσμο όπου όλα είναι νεκρά από ανία. Έτσι πλάθει και αυτός τους δικούς του, εικονικούς κόσμους, και τους τροφοδοτεί. Έναν Οκτώβρη αληθινά μελαγχολικό, χωρίς ανούσια τρεχάματα και υπερβολική δόση από την προβλεψιμότητα των άλλων. Δε μπορεί να στέκεται άλλο πια σε έναν κόσμο όπου όλα καμαρώνουν στραγγισμένα από ζωή. Αδυνατεί έτσι να φοβηθεί και το θάνατο, αδυνατεί έτσι να ερωτευτεί τη ζωή. Οι εμμονές του κυκλοφορούν αυτοερωτικές στα πρωινά της φωτεινής του έμπνευσης. Προσκρούουν στον παροξυσμό του κοντόφθαλμου μικρού σύμπαντος, όπως τότε που άκουσε εκείνον τον τροφαντό μεσήλικα να λέει με πονηριά στο ύφος μιλώντας στο κινητό του:
-Τι λες παιδί μου...Αυτή δεν είναι εποχή για αγαθοεργίες! και γέλασε με έναν τρόπο που  του έχει χαραχθεί στο μυαλό.
Τον τραυμάτισε αυτή η φράση, έτσι αβίαστα όπως καθρέφτιζε την πραγματικότητα. Βλέπει κάθε μέρα έναν κόσμο σε απόλυτο αλληλοσπαραγμό. Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι ακόμα και να ερωτευθούν. Όπως και οι εμμονές του, σκαρώνουν υπολογισμούς για να έχουν το πάνω χέρι. Ερωτεύονται την αντανάκλασή τους στα μάτια του Άλλου και όχι τη ματιά του.
Περπατούν με απύθμενη σιγουριά, σαν μια επίμονη βοή που τον κατατρέχει.
Νιώθουν άτρωτοι επειδή δεν έχουν ανάγκη κανένα, ενώ  τρωτός είναι όποιος καμώνεται τον αυτεξούσιο.
 
Οι Εμμονές του του κρατούν ακατάπαυστα συντροφιά. Εμμονές με παράλληλους κόσμους όπου αποθεώνεται η δημιουργία. Εμμονές με γυναίκες του χτες που κρατούν τα κομμάτια του πεισματικά αιχμαλωτίζοντάς τον ισόβια. Αλλά και η μέγιστη εμμονή, η πανίσχυρη, εκείνη που τον κυριεύει. Μια ιδέα που φυτεύτηκε στο μυαλό του, και εξαπλώθηκε, θαλερή και ρωμαλέα. Η Εμμονή με τα παράλληλα σύμπαντα. Η βεβαιότητα ότι η ευτυχία του κατοικεί σε άφαντες πολιτείες και σε ανθρώπους προς το παρόν άγνωστους.Η αλάνθαστη αίσθηση ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, γι' αυτό άλλωστε εκτροχιάζεται από τα τυπικά πλαίσια του χωροχρόνου τόσο συχνά.Παρατηρεί φάτσες αλλόφρονες να καταβροχθίζουν η μία την άλλη με μένος, σε μια πάλη όλο ρήγματα και τριγμούς και εκδορές.Γεμίζει ο ουρανός από κλισέ και μίσος υπερτροφικό.Καλπάζουν στα σύννεφα όνειρα σάπια και άδεια τρένα με οδηγό την εικασία.
 
Η κυριαρχία των εμμονών σημαίνει τρέλα, η κυριαρχία πάνω στις εμμονές σημαίνει χειραφέτηση.Και ο ίδιος αγνοεί έτσι χαμένος στις εικονικές του πολιτείες ότι, ακόμα και εκεί, εγκλωβισμένος θα  νιώθει.Καλλιεργώντας εμμονές, κατακρεουργεί το παρόν, το οποίο δεν είναι παρά ένα συγκέρασμα αντιφατικών στοιχείων. Όταν κάποιος ΄ξέρει να ζει ολιγαρκής σε ανάσες πολύχρωμων τοπίων, τότε τις αποπνικτικές μεριές ούτε καν τις βλέπει.Χωρίς κίνδυνο ορατό τι νόημα θα είχαν τα καταφύγια;Εκείνος όμως εμμονικά παραλύει θαμπωμένος από την εκτυφλωτική γοητεία των αυτοσχέδιων κόσμων του, κι έτσι το μόνο που κάνει είναι να είναι θεατής εφιαλτικά αποκρουστικών αναμετρήσεων. Ακόμα και το Θαύμα να περάσει από δίπλα του, οι πανούργες εμμονές θα το βαφτίσουν συμφορά.Πράγματι, είναι συμφορά να περιστοιχίζεσαι από ομορφιά και να μη μπορείς να τη διακρίνεις, ακριβώς επειδή μετά την γυρεύεις στα πλέον απίθανα μέρη.Η ομορφιά ξεπροβάλλει ακόμα και μέσα από τα πιο βλοσυρά τερατουργήματα, και αν καταφέρεις και την εντοπίσεις, έχεις γίνει και εσύ Θαύμα.
Δημοσίευση σχολίου