Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Τελειότητα

Η τελειότητα είναι ουτοπία. Ούτε υφίσταται, ούτε ξεχωρίζει. Αγώνας δρόμου μόνο είναι για το ανέφικτο.Ένα κίνητρο αυτοβελτίωσης, στο διηνεκές.
Ακόμα και αν κατορθώσει κάτι υψηλό, δεν το χαίρεται. Το αποδίδει στη συγκυρία ή σε κάποια ανώτερη δύναμη, το θεωρεί ανεπαρκές και το προσπερνάει. Πάντα υπάρχει κάτι απροσπέλαστο, και ας είναι άοριστο  ή αφηρημένο.

Πάντα πιεζε τον εαυτό της να αποδίδει τα μέγιστα. Δε δίσταζε να ωθείται στην υπερβολή για να το επιτύχει. Η μετριότητα για εκείνην ήταν η υπέρτατη συμφορά. Και όταν κάποιος άλλος με περισσότερες γνώσεις περί προσγείωσης δοκίμαζε να την κατεβάσει από το επαρμένο της συννεφάκι, εκείνη θεοποιούσε ακόμα πιο αφοσιωμένα τους αχόρταγους στόχους της. Δεν δεχόταν ότι δε μπορεί να είναι σε όλα καλή: στα μαθήματα, στις ξένες γλώσσες, στη μουσική, τον αθλητισμό, τη ζωγραφική και το μαγείρεμα. Μέχρι και χειροποίητα κοσμήματα φτιάχνει για να αντικρούσει αυτή την ηττοπαθή θεωρία.

Οι γνώσεις της κεραυνοβολούν κάθε ανυποψίαστο με την ποικιλότητά τους. Μιλάει τόσο εύγλωττα που μετά βίας μπορείς να διακρίνεις ένα ανεπαίσθητο γλωσσικό ατόπημα. Ανανεώνει τα ρούχα της με την ταχύτητα που η μόδα αλλάζει διαθέσεις. Το μακιγιάζ της αψεγάδιαστο, αλαβάστρινο δέρμα και βλεφαρίδες καμπυλωτές. Και ένα άρωμα φινετσάτο, που αποπνέει καθαριότητα και αυτοπεποίθηση υπογραμμίζοντας την ατσαλάκωτη εικόνα της.

Είναι αλλεργική στις ατέλειες κάθε λογής. Τής νοθεύουν την ονειρική εικόνα στην οποία παρελαύνουν ορικισμένοι τελειομανείς. Χάνεται σε αυτοσκοπούς αδιάλειπτα και ξεχναει τη γλύκα του απλού σκοπού, αυτού που καθοδηγεί , όχι αυτού που προστάζει. Η ψύχωση με την τελειότητα είναι άρνηση του τρωτού και ο άτρωτος άνθρωπος είναι νοσηρά επιρρεπής στην κριτική. Με κανέναν δε μπορεί να συναναστραφεί πια, γιατί κανέναν δε βρίσκει άμεμπτο. Η τραχύτατη κριτική της τσακίζει κόκκαλα και μαζί με αυτά και κάθε πιθανότητα ανθρώπινης επαφής.

Την ενοχλεί η τεμπελιά, η αναβλητικότητα, το νωχελικό βλέμμα των γύρω της που έχουν ανάγει τη γκρίνια σε στάση ζωής. Την αποδιοργανώνουν οι σημειώσεις στο περιθώριο μιας σελίδας, ο χλιαρός καφές, τα φλούο χρώματα, τα αχτένιστα μαλλιά, το χρώμα από βερνίκι που ξεφτίζει στις άκρες των νυχιών. Ένα από όλα αυτά τα..θανάσιμα αμαρτήματα είναι ικανά να ρίξουν τη διάθεσή της στα Τάρταρα καταστρατηγώντας την θεϊκή, αρμονική της εικόνα.

Αλλά και η ίδια αν εντοπίσει την παραμικρή πλημμέλεια σε κάποια εργασία της,  αυτοτιμωρείται εσαεί. Γιατί η απόκλιση από το Τέλειο είναι για αυτήν ανεπίτρεπτη. Ρέει άφθονη η καταπίεση στο αίμα της αλλά η τελειομανία κοχλάζει ανυποχώρητη.

Ακόμα και όταν σκηνικά παραίτησης τη διεγείρουν σα διαβολικοί αντιρρησίες σε ένα μοτίβο συνειδητής αυτομαστίγωσης, εκείνη επιλέγει να κυνηγάει την τέλεια εκδοχή.
Πόσο τέλεια να είναι όταν είναι ανελεύθερη;
Κανείς δεν είναι αρκετά άξιος για τον πανύψηλο πήχυ της, άρα είναι όλοι συλλήβδην απορριπτέοι.
Μόνη περιμένει το άλλο της μισό- αν και δεν το έχει ανάγκη, δεν είναι ημιτελής.
Πάντα την τρόμαζαν οι συναισθηματικές εξαρτήσεις και πάντα γνώριζε πώς να τις αποφεύγει.

Καμώνεται την ασυμβίβαστη αλλά δίνει ρεσιτάλ συμβιβασμών. Κρύβεται πίσω από ουτοπικές ανυπαρξίες και έτσι αφανίζεται και αυτή. Καμία επαφή και κανένα νόημα.

Η αποθέωση της τελειότητας είναι κλισέ ενώ η αποθέωση της ατέλειας επίτευγμα. Το να υποστηρίζεις σθεναρά τα αδύνατα σημεία σου είναι όχημα για την ευτυχία ενώ το να μάχεσαι για την ολοκληρωτική εξόντωση των ατελειών σου είναι αυτοϋπονόμευση.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο απωθητικό από εναν άνθρωπο κομπλεξικό.  Η αποδοχή του εαυτού είναι αναγκαία συνθήκη για να μην εξελίσσεται η κάθε απόρριψη σε δράμα ολκής.
Και τελικά...η μόνη περίπτωση για να γίνει κανείς τέλειος, είναι να παραιτηθεί από την προσπάθεια για να το πετύχει. Αν αναλωθεί σε αυτή, σίγουρα θα έχει καταφέρει να γίνει αβάσταχτα πληκτικός.



Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Κορεσμός

Ο ενθουσιασμός. Αυθόρμητο συναίσθημα στιγμιαίας ικανοποίησης που προέρχεται από την έκπληξη, το θαυμασμό και την απορία. Από την ανατροπή του σκηνικού. Το σκηνικό, όταν εδραιώνεται, παλιώνει και εξουθενώνει. Φθορά και θάνατος, και ακόμα χειρότερα...κορεσμός.

Το  πρωτόγνωρο είναι σαγηνευτικό, πυροδοτεί  δυνατές συγκινήσεις αλλά και την ευδαιμονία του ανεξερεύνητου. Τα ταξίδια μας συναρπάζουν γιατί μας φανερώνουν νέα σκηνικά, αθέατες πλευρές της Ψυχής μας. Το πιο δύσκολο είναι να καταστρώνουμε καθημερινά ταξίδια...από εκείνα που δεν απαιτούν γεγραφική μετακίνηση. Πάμε κόντρα στην ακινησία των πάντων, και τότε τα ελώδη ύδατα δε μοιάζουν τόσο εχθρικά.

Πόσο θα ήθελε να έχει τη ματιά την ανέπαφη από το χρόνο, με τη ζωηρή περιέργεια και το ακόρεστο της επιθυμίας. Να περπατήσει σε νέους δρόμους, ολόφωτους, με ανθρώπους που τίποτα δεν του θυμίζουν, να ξεχαστεί περπατώντας. Μαγεμένος από όσα περιμένουν στην επόμενη γωνία, από τις μαεστρικά σμιλεμένες αντιθέσεις, από μια εικόνα ικανή να παγιδεύσει τη ματιά του.
Να ξεχάσει το ρολόι του, τις εναλλαγές του φωτός και της θερμοκρασίας. Να στραγγίξει από τις ανασφάλειες που τον χρίζουν ανεπαρκή. Να παραιτηθεί από την καλπάζουσα φιλοδοξία του που καμώνεται τη σπουδαία και αξιώνει να χαράξει τα μελλούμενα.

Να νιώσει χαμένος για μια στιγμή. Συνεπαρμένος από κάτι που δε γνωρίζει και που ούτε μπορούσε να φανταστεί. Η ίδια η πραγματικότητα να τροφοδοτήσει τη φαντασία του. Να μην είναι χαμένος συνέχεια, σε έναν κόσμο που του γδύνει την αξιοπρέπεια και τον ντύνει με περιβολή συμβιβασμού.
Εκεί όπου πλέον όλα είναι γνώριμα και άρα θανάσιμα.

Να είναι όπως τότε, στο πρώτο του ταξίδι. Να συγκινείται ακόμα και με ένα τραγούδι λαλίστατο, ένα χαμόγελο με Ψυχή. Να καταλάβει ότι έχει μπουχτίσει όχι επειδή όλα τα έχει δει αλλά επειδή δε μπορεί να τα ζήσει. Από μακριά τα παρατηρεί, κουράζεται στη θέα τους, αποξενωμένος καθώς είναι από τα πάντα.
Ο κορεσμός είναι ανικανότητα αντίδρασης και ενθουσιασμού. Αλαζονεία ότι καποιος είναι φωστήρας ενώ στην πραγματικότητα είναι δυστυχισμένος επειδή είναι αδαής.
Ευλογία δεν είναι να νιώθεις κορεσμό αλλά να επιζητάς αχόρταγα τον επόμενο δρόμο, το επόμενο βίωμα, γνωρίζοντας ότι όσα και να δεις, στην ουσία δεν έχεις δει τίποτα.

Γραφή.

Η γραφή ουδέποτε ψεύδεται. Ακόμα και σε ένα γαλαξία κατά συρροή και καθ' έξιν εχθρών της αλήθειας, η γραφή τη διασώζει.
Πέρασαν χρόνια που φρονούσα πως όλα ίδια έμεναν- και εγώ η ίδια πιο ίδια από ποτέ. Και όμως, τα όσα αποκρυσταλλώνονταν στη γραφή μου κουβαλούσαν μια αλλαγή που για κάποιο λόγο επέμενε να κρύβεται. Ξεκινάω μια ιστορία χωρίς πλάνο, ευκαιρία να γλιτώσω από τους οχληρούς μου ψυχαναγκασμούς.
Οι ήρωες εύπλαστοι στα περιθώρια της ακμάζουσας φαντασίας μου, πότε καθρεφτίζουν εμμονές, ένοχες σκέψεις και θύμησες που στοιχειώνουν, και πότε με εκπλήσσουν με συμπεριφορές απρόσμενες.
Δεν ξέρω αν τους κυβερνάει η πένα μου ή αν αυτή κινείται ανάλογα με τα κελεύσματα που λαμβάνει από τους χαρακτήρες.
Και η ιστορία τρέχει, ξετυλίγεται, ξαφνιάζει και ξαφνιάζεται.
Μια διαδικασία μαγική που αφιονίζει το Χρόνο.

Για να κυλήσει η ιστορία όμως, στη δική μου περίπτωση προϋποθέτει μια συναισθηματική κατάσταση αλλόκοτη, ένα κράμα μελαγχολίας, θλίψης και προβληματισμού. Μια εσώτερη επιθυμία για την οικοδόμηση ενός εναλλακτικού κόσμου, ακόμα και αν είναι φαντασιακός.
Ποτέ δε μπορούσα να γράψω ούσα χαρούμενη- τουλάχιστον όχι ένα κείμενο με συνοχή, το οποίο να υπερβαίνει τις διακόσιες λέξεις.
Απεναντίας, πάντα έγραφα κινούμενη από το ανικανοποίητο, από μια πραγματικότητα εχθρική και ασφυκτική, από μια βουλιμική τάση να κατασπαράξω τον αλλοπαρμένο μου εαυτό.

Αυτό έβλεπα και στα διάφορα λογοτεχνικά αναγνώσματα που είχα από μικρή. Σχεδόν όλα απεικόνιζαν ιστορίες κάθε άλλο παρά συμβατικές ή τετριμμένες, αδιέξοδα, διλήμματα, φοβερή καταπίεση και καταστάσεις ζοφερές. Ο αναγνώστης ταυτίζεται με τέτοιες ιστορίες, είτε γιατί είναι και δικά του βιώματα, είτε γιατί πολύ θα ήθελε να γίνουν. Υπό την ασφάλεια και την απόσταση της μυθοπλασίας γίνεται κοινωνός μιας -τουλάχιστον- οριακής στιγμής, θυσίας, οδύνης, απώλειας, απολαμβάνοντας νοερά τον εξαγνισμό που συνήθως διαδέχεται την απόγνωση μιας θλιβερής ιστορίας.

Κανείς δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει για ευτυχισμένους ανθρωπους. Προφανώς, η αναζήτηση ενός καλλιτεχνικού καταφυγίου εμφορείται από τη φλέγουσα ανάγκη για απαντήσεις, για λίγο φως στο χαώδες της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Νιώθουμε καλά όταν ο εκάστοτε ήρωας αποτυγχάνει, λαθεύει, χάνει τα πάντα ή καταλήγει καταθλιπτικός στη σκαιώδη μοναξιά του. Και νιώθουμε καλά γιατί δε νιώθουμε μόνοι. Μοιράζεται το φορτίο της ανημπόριας μας- και στο τέλος αντλούμε αισιοδοξία για το αύριο.

Γιατί το βασικό υλικό μιας πετυχημένης ιστορίας είναι η έμμεση φανέρωση λύσεων απέναντι σε ένα λανθάνον πρόβλημα. Η γλαφυρή αποτύπωση του ψυχισμού, όσο και να προξενεί την ηθελημένη ταύτιση του αναγνώστη με τον περιγραφόμενο χαρακτήρα, ουδέποτε αποθεώνει την ιστορία. Η ιστορία αποθεώνεται μέσα από τις αυτοσχέδιες λύσεις. Από λύσεις που ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφεας αγνοεί προτού η πένα του τις ξετρυπώσει.
Η μαγεία της γραφής είναι η ανακάλυψη της Αλήθειας, που, κατά έναν οιωνεί πραξικοπηματικό τρόπο, επιβάλλεται. Δεσπόζει καθώς ξεπηδάει μέσα από ασυγκρατητες λέξεις και μορφές που συντίθενται ανεπιτήδευτα. Ακόμα και αν μια ιστορία δεν κατατείνει στην ανακάλυψη και αποκάλυψη της αλήθειας ως αυτοσκοπού, αν ο συγγραφέας είναι αυθεντικός, θα το καταφέρει.

Θεωρώ ότι δυνητικά είμαστε όλοι οι περιγραφόμενοι χαρακτήρες μιας ιστορίας, απλώς υπάρχουν πλευρές μας με τις οποίες δεν έχουμε εξοικειωθεί. Ψήγματα ετερόκλητων προσωπικοτήτων κατοικούν εντός μας αφυπνίζοντας ανατρεπτικές αντιδράσεις ή και προκαλώντας μας φρίκη ή αμηχανία.

Ας πούμε ότι η γραφή είναι για εμένα ο μίτος που με κρατάει σε επαφή με τις ποικίλες προσωπικότητες που αθροιστικά συνιστούν τον ψυχισμό μου. Πρόσωπα ακατάληπτα που με παιδεύουν και με διχάζουν, στο χαρτί εξημερώνονται και γίνονται προσεγγίσιμα.Ακόμα και αν μου κρύβονται με κάθε τρόπο, όταν είμαι θλιμμένη πάντα τα ξεσκεπάζω- και τότε ξορκίζω τη θλίψη και  τα κάθε λογής δαιμόνια.