Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Η Στιγμή

To απέραντο του Χρόνου τον άγγιζε διχασμένο. Μέρες ατέλειωτες, μέσα σε σκόνη αναμνήσεων, το άχθος του Χρόνου που κυλάει μέσα στις αντιφάσεις, η φθορά και η αλλαγή μαζί. Αποφράδα Σεπτέμβρη και δεν του έμεινε κάτι άλλο από το να παρατηρεί το χάος που τον περιβάλλει. Άλλοτε καλμάρει την εσωτερική του φρίκη και άλλοτε την εξάπτει. Μέρες που έχουν εκχωρηθεί στη συνήθεια, με κινήσεις μηχανικές, αιχμαλωτισμένες στην ενοχική εκτέλεση του δέοντος. Σκέψεις τελματώδεις, που απλώς οικειοποιούνται βάρβαρα την αυτοτέλεια της απλής στιγμής. Πρόσωπα παραμορφωμένα που ούτε τα κοιτάζει, ούτε τα βλέπει, ξυστά μόνο περνούν από δίπλα του σε μια αποθέωση ανέκφραστου. Συνήθισε αυτό το μοτίβο ζωής, το συμβιβασμό. Συνήθισε τη συνήθεια, έτσι δυναμικά όπως την εδραιώνει η ανακύκλωση του Χρόνου και των προβλέψιμων δομικών του στοιχείων.

Νιώθει ότι από το ταβάνι του δωματίου του πέφτουν ορμητικά οι μνήμες καταβροχθίζοντας τη γαλήνη του. Από την τεράστια μηχανή του Χρόνου που κάνει μαγικά τις πιο ακατάλληλες ώρες, πόσες στιγμές μπορεί άραγε να ξεδιαλύνει; Στιγμές ατόφιες, χαραγμένες μέσα του, ανεξίτηλες, από εκείνες που ακόμα και η πιο στυγνή συνήθεια δε μπορεί να ξεθωριάσει. Στιγμές που αγκιστρώθηκαν στο φοβερό παραλήρημα του Χρόνου. Σε άπειρες μέρες άχρωμες, όλο άσκοπο δόσιμο, πισωγυρίσματα και οραματισμούς. Εκείνες τις στιγμές τις ανυπότακτες, τις αιωνόβιες, τις ανυπάκουες σε οποιαδήποτε χρονομηχανή. Που έκαναν αποστασία όταν όλα γύρω πειθήνια τιθασεύονταν από μια λερναία παραίτηση.Σαστίζει με το Χρόνο, πώς ενώ τα φθείρει όλα και τα αποδυναμώνει, στέκεται αδύναμος μπροστά στην Ψυχή που είναι ικανή να τον αψηφήσει. Η διάσωση μιας στιγμής στην απεραντοσύνη του Χρόνου είναι Θαύμα που μας υπενθυμίζει ότι η αιωνιότητα κρύβεται στη σωτηρία μιας αληθινής στιγμής. Στη σωτηρία μας από μία αληθινή στιγμή.
 
Και σκέφτεται πώς ενώ η ζωή του έμοιαζε χαμένη σε μία στείρα επανάληψη, μπορεί να ξεχωρίσει στιγμές παμπάλαιες που μοιάζουν παντοτινές, γιατί  καθόρισαν την πορεία του στο Χρόνο. Τον έκαναν δυνατό, γενναίο, ατρόμητο. Συναντήσεις με φίλους, αγνώστους, το άλλο του μισό. Ευκαιρίες που έχασε και ένιωσε νικητής, αποτυχίες που τον έκαναν πραγματικά επιτυχημένο στη συνέχεια, σωστά που ξεπηδούσαν μέσα από τα πιο ξέφρενα λάθη, αγάπες απρόβλεπτες και βραδινές βόλτες με το αυτοκίνητο και τον Springsteen στο ραδιόφωνο. Μετακομίσεις όλο γόνιμα ξενύχτια, χαμόγελα γεμάτα ψυχή, λέξεις που τον στοίχειωσαν. Και από την άλλη όχθη:πόνος, κλάμα, απογοήτευση, αίσθηση ήττας και ανεπάρκειας. Μέρες γεμάτες πέτρινα βλέμματα και αβάσταχτη σιωπή. Μοναξιά που τον ανάγκασε να βυθιστεί στην ύπαρξή του, να τρομοκρατηθεί, να πεθάνει ο μονόχνωτος εαυτός του, να ξαναγεννηθεί.

 Επισκέπτεται τόπους που του χορηγούν την αιώνια νιότη, τον γυρνούν πάντα πίσω, στην παράφορη ευτυχία. Κάποιες φορές είναι αναγκαίο να γυρίζεις πίσω. Θυμάσαι τι σε βοήθησε να φτάσεις στο παρόν αλώβητος. Τι συμμάχησε μαζί σου για να μπορέσεις να διαχειριστείς τις πληγές σου και να βαδίσεις εμπρός. Στην ουσία σε κινητοποιεί να αφορίσεις τη συνήθεια και να βγεις στην αναζήτηση και άλλων τέτοιων στιγμών. Ο αφορισμός της συνήθειας είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσεις τη σωτήρια στιγμή. Εκείνη που θα σε κάνει ακόμα και την αιωνιότητα να περιφρονήσεις και να αποθεώσεις το παροδικό. Εξάλλου πια θα ξέρεις καλά ότι η παροδικότητα είναι απλώς μια κατασκευή:παροδικό είναι μόνο ό,τι δεν έχεις την ικανότητα να γλιτώσεις από τη λαίλαπα του χρόνου. Και όσο πιστεύεις στην παντοδυναμία της στιγμής, μόνο αιώνιες συγκινήσεις θα σε βρίσκουν.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ανείπωτα

Ξημέρωσε μια μέρα σαν φυγή ουτοπική. Πλημμύρισε το δωμάτιο φως και δυνατότητα. Στέκεσαι στο περβάζι και απολαμβάνεις τη θέα της νεογέννητης ημέρας. Λουσμένα τα πάντα στο φως, η ησυχία της ώρας τόσο εύγλωττη, η μέρα που ξεκινά σε μια πολιτεία έγχρωμη. Τέτοιες μέρες θεωρείς αμάρτημα να κάθεσαι όλο ραθυμία στο κρεβάτι και να χουζουρεύεις. Θέλεις να μαζέψεις ήλιο, ζωή, βλέμματα, φωνές. Και εικόνες, προπαντός εικόνες αλληλοαναιρούμενες, εικόνες όλο λεπτεπίλεπτες λεπτομέρειες, εικόνες γεμάτες από συναίσθημα και ελπίδα.Κάτι σε βασανίζει, και έτσι ψάχνεις θεραπεία σε ατέλειωτες βόλτες και συναντήσεις ουρανοκατέβατες. Κάτι άλλαξε μέσα σου, από το πουθενά. Πλέον χαμογελάς σε ένα εκφραστικό βλέμμα, κάθεσαι κάπου και πιάνεις κουβέντα, όσο ριψοκίνδυνο και αν είναι το ταξίδι σε έναν άγνωστο κόσμο. Οι παλιοί σου φίλοι αφέθηκαν σε μία απαράδεκτη λήθη, ευτυχώς δηλαδή που τους βλέπεις σε κάτι όνειρα που μεθάνε τον ύπνο σου και τον ποτίζουν αναμνήσεις θαλερές, από μια αξέχαστη εφηβεία.
 
Κοιτάζεις τους ανθρώπους να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα, συχνά σε συναρπάζει η απόκλιση που υπάρχει ανάμεσα στην εξωτερική τους εικόνα και στην προσωπικότητά τους, που δειλά ξεδιπλώνεται από τις πρώτες στιγμές, τις πρώτες κουβέντες, τα πρώτα κινήματα. Διδακτορικό έπρεπε να έχεις στη διάγνωση προσωπικοτήτων και την ψυχολογία, να η δική σου αντίφαση, που στην πραγματικότητα ήσουν οικονομολόγος. Γνώρισες άτομα που καχύποπτα σε απέφυγαν για να κλειστούν στο καβούκι μιας πάντα άγονης μοναξιάς. Άνδρες που σε φλέρταραν άγαρμπα και γυναίκες που αρκέστηκαν σε ένα-δύο βλέμματα αποδοκιμασίας. Κι έπειτα γνώρισες ανθρώπους επιφανειακά ψυχρούς, φλεγματικούς και ακοινώνητους, που με την πρώτη ευκαιρία έκαναν κατάθεση ψυχής, μέσα σε ένα καφέ πνιγμένο στον καπνό και τη δυνατή μουσική. Πόση μοναξιά υπάρχει γύρω μας, σκεφτόσουν, και η σκέψη καρφιτσώθηκε στο νου σου έκτοτε. Έλλειψη επικοινωνίας απόλυτη, όλοι να θέλουν να πουν μια κουβέντα, και να μην έχουν σε ποιον να μιλήσουν, είτε επειδή αυτός δεν υπάρχει, είτε επειδή είναι σα να μην υπάρχει. Το ένα και το αυτό δηλαδή, ή μάλλον το δεύτερο είναι αναμφίβολα χειρότερο.

 Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία άγνωστες μορφές σου αράδιαζαν τις ενδόμυχες σκέψεις τους, ίσως επειδή δε σε ήξεραν και ένιωθαν άνετα, ίσως επειδή εξέπεμπες μια σπάνια αίσθηση αξιοπιστίας και οικειότητας. Πόσοι άνθρωποι μας προσπερνούν καθημερινά, και πόσους παραγκωνίζουμε ασυλλόγιστα, πόσες ιστορίες ανείπωτες, πόσο πόνο και πόση αγάπη! Αυτά σκεφτόσουν και οι καθημερινές στιχομυθίες με αγνώστους μετατράπηκαν σε ιδανικό υποκατάστατο της απούσας ζωής σου. Χανόσουν μέσα στις ξένες ιστορίες, ένιωθες ασφάλεια και θαλπωρή να τις ακούς, χωνόσουν με πάθος στα λεγόμενα των άλλων, στη φλόγα που χόρευε στα μάτια τους όσο σου μιλούσαν. Η αλληλεπίδραση αυτή ήταν που είχες ανάγκη για να μην είσαι πια ξεκομμένη από όλα.

 Πρέπει να ανταμώσεις με ξένους καμιά φορά για να γλιτώσεις την αποξένωση.
 
Εκείνη την τρομερή ώρα που όλα και όλοι στέκονται τόσο μακριά από εσένα...δεν τους βλέπεις..δε σε διακρίνουν..δεν τους ακούς...δε σε αφουγκράζονται...δε σε αφορούν..δε νοιάζονται.
Το αντιλαμβάνεσαι όταν σε επισκέπτονται διχασμένα εκείνα τα όνειρα μιας ολάνθιστης εποχής που τίποτα δε μπορούσε να ήταν ξένο.
 
Οι λέξεις των ξένων σε ψυχαγωγούν, σε γαληνεύουν. Η διαφορετικότητα των ανθρώπων σα να σε παρηγορεί, επιπλήττοντας εκείνη την αβίαστη ετυμηγορία σου περί ανιαρού κόσμου και σύμπαντος. Ο κόσμος είναι με σοφία σμιλεμένος. Εμείς δεν έχουμε την ετοιμότητα να τη δούμε και να την εκτιμήσουμε.
 
Έτσι έγινε και ένα μελαγχολικό απόγευμα προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, γνώρισες και εμένα. Με ρώτησες πώς μπορώ και πίνω σκέτο καφέ, αποκαλύπτοντας θαρρετά ότι άκουσες την παραγγελία μου.Στην αρχή σε πέρασα για τρελή, και εκείνη τη μέρα ήθελα απλώς να πιω καφέ και να ρίξω μια ματιά στις εφημερίδες. Δεν είχα διάθεση για συνομιλίες, για αυτό και ήμουν αρκετά σφιγμένος. Μου έκανε εντύπωση το καθαρό σου βλέμμα και η άνεση με την οποία μού απευθυνόσουν. Είχες κάτι αδιευκρίνιστα ελκυστικό, και ένα βλέμμα χαριτωμένα αδηφάγο, που ρουφούσε την κάθε εικόνα, άγρυπνο και ακόρεστο. Περισσότερο μιλούσα εγώ, για όλα τα κλισέ θέματα που μπορούν να απαλλάξουν μια αναγνωριστική συνομιλία από την άβολη αμηχανία. Εσύ με κοιτούσες με ύφος που στάθμιζε κάθε μου λέξη. Αυτή ήταν η αρχή μιας σειράς συναντήσεων. Άρχισα, εκτός από το να σε συναντώ, να νιώθω την επιρροή σου πάνω μου καταλυτική. Μια αλλόκοτη εξάρτηση που γεννιόταν και άκμαζε μέρα με τη μέρα. Μπορούσα να σου πω το κάθε τι, παρελθόν, παρόν, μέλλον, σαν όλα να ήταν ζυμωμένα και ενιαία και να πυροδοτούσαν χειμαρρώδεις εξομολογήσεις. Το γεγονός ότι εσύ δε μου μιλούσες για εσένα σχεδόν καθόλου δεν πρόλαβε να με προβληματίσει, εξάλλου ίσως αυτή η μυστηριώδης σου εικόνα ήταν που επενεργούσε εξαρτησιογόνα πάνω μου. Αυτή η αίσθηση που μου έδινες ότι στη ζωή , στην ψυχή και στη σκέψη σου, επικρατούσε μια θεϊκή αρμονία. Αυτή γέννησε το θαυμασμό και την ανάγκη μου για εσένα. Εκεί που ήμουν ξένος, ήθελα να γίνω δικός σου. Εκεί που ένιωθα ξένος, ένιωθα κομμάτι από εσένα. Δεν ήξερα αν ήσουν γρίφος, πόθος ή χίμαιρα. Απολάμβανα απλώς κάθε απόγευμα να κοιτάζω τα αχόρταγα μάτια σου και να ακούω τη βελούδινη φωνή σου να καταπραϋνει  τις εμμονές μου. Τη μοναξιά που κάποτε αποθέωνα, ήθελα πια να εξουδετερώσω. Δεν ήθελα τον παλιό μου εαυτό τον μονόχνωτο, που βυθιζόταν σε εφημερίδες και φορούσε ωτασπίδες σε μελωδικά καλέσματα. Ήθελα το μοίρασμα, το δόσιμο, το ξόδεμα. Και αν αυτό που ένιωθα για εσένα δεν ήταν έρωτας, τότε τι ήταν; Πάλεψα με τον εαυτό μου να το προσδιορίσω μέχρι που απελπίστηκα. Δε γινόταν να το κρατάω άλλο μέσα μου. Μέσα σε σμήνη εξομολογήσεων, θα γινόσουν δέκτης μιας ακόμα εξομολόγησης, που θα αφορούσε και εσένα. Και από τότε όλα θα μεταμορφώνονταν. Είτε επειδή ως ερωτευμένος εθελοτυφλούσα καθώς είχα ανάγκη να βιώσω αυτό που απρόσμενα αισθανόμουν, είτε επειδή όντως διαπίστωνα την πολυπόθητη αμοιβαιότητα, με διακατείχε μια θεότρελη αισιοδοξία. Έλεγα πως πλησίαζα σε μια ολοκληρωτική αλλαγή της ζωής μου. Η παλιά μου οντότητα θα αποτελούσε και επισήμως παρελθόν μετά από την κινηματογραφική μας αντάμωση. Τώρα που τα αναμοχλεύω αποστασιοποιημένα, ο ονειροπόλος ρομαντισμός μου ήταν ακράτητος και γραφικός, αν και μου λείπει πλέον.
 
Ίσως διαισθάνθηκες τι επρόκειτο να συμβεί και σε εκείνη τη συνάντηση δεν εμφανίσθηκες ποτέ. Έσβησες όλα τα ίχνη, από το πουθενά. Μπορεί να μην ήσουν έτοιμη για αυτή την εξομολόγηση που θα σε έκανε λιγότερο ξένη. Ποιος ξέρει, ίσως τελικά, να ένιωθες ανακούφιση μέσα στη γυάλινη αποξένωσή σου. Σε ιστορίες πλουμιστές και αγωνιώδεις, σαν υλικό για μυθιστοριογράφο που τις ατενίζει σαν εργαλείο για να αναπτύξει το συγγραφικό του ταλέντο. Ιστορίες στραγγισμένες από επαφή. Ανέπαφη έτσι όπως ήθελες να μείνεις, τα κατάφερες. Τα ανείπωτα πάθη μου ίσως ήταν τα πιο απερίσκεπτα λάθη μου. Μία φορά πήγα να λοξοδρομήσω αλλά και πάλι απέτυχα.
 
Μέσα από το ανικανοποίητο, βρήκα ξανά τον παλιό μου εαυτό. Ήταν πάλι εκεί, σκωπτικός όπως πρώτα, μόνο με υπεροψία και έπαρση. Μέσα σε ερείπια και στάχτες, καμάρωνε που επιβίωσε μετά από ένα αφελές ταξίδι-ναυάγιο. Καμιά φορά η μόνη ιστορία που δεν αντέχεις να ακούσεις είναι εκείνη που σε αφορά. Εκείνη που σε ξυπνά, σε τρομοκρατεί, σε ανασταίνει. Από τότε που αντάμωσα και πάλι με τον κυνικό μου εαυτό, η δική μου ιστορία ανασαίνει ανακουφισμένη που παρέμεινε ανείπωτη. Προτιμώ να λεηλατεί την ηρεμία μου κάθε ανυπόφορα μοναχικό βράδυ από το να την είχα μοιραστεί μαζί σου τότε. Πια σε νιώθω παράξενη, μια οπτασία που ήρθε και έφυγε, χωρίς να με αγγίξει ουσιαστικά, ανέπαφη πάντα, να συνεχίζει την περιπλάνηση σε ξένες ιστορίες.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Δρόμος

 Πλάθει λέξεις σε γαλαξίες φανταστικούς. Σκέψεις αλλοπαρμένες, μια εποχή λουσμένη από ένα μωβ ακαθόριστο..δημιουργικής μελαγχολίας ή επικαλυμμένης οδύνης; Τέτοια εποχή, κάθε χρόνο, αγοράζει σημειωματάρια, πένες, βιβλία. Καμαρώνουν στο γραφείο της εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή, έναν νέο καταιγισμό σκέψεων και λέξεων.Μυρίζει το τυπωμένο χαρτί, η οσμή ανακατεύεται με τη μυρωδιά της καραμέλας και του καφέ, γράφει να κατευνάσει τα δαιμόνια, γράφει να ξαποστάσει. Διφορούμενος ο καιρός, όπως και όλα. Τριγύρω βασιλεύει μια αμηχανία, μετά το πέρας των καλοκαιρινών διακοπών που αφέθηκαν σε μια πρωτόγνωρη αλμύρα τα πιο φρικαλέα τους άγχη.

  Και τώρα ψύχρα, νεφέλη,πράσινα μήλα και τυπωμένο χαρτί. Λέξεις και σκέψεις που κάνουν κρότο από χιλιόμετρα. Όταν η ελπίδα είναι απούσα από παντού, η υπομονή πρέπει να δυναμώνει. Ακριβώς τότε που είναι άθλος. Στο μυαλό της καμαρώνουν σχέδια και ιδέες, επιθυμίες για μάθηση, περιπλάνηση, νέες εξερευνήσεις. Όπως νυχτώνει νωρίς και μια γριφώδης ερήμωση την κεντά με θλίψη, δεν τολμάει να παραδεχτεί ότι για αλλού ξεκίνησε, ότι θέλει έναν νέο δρόμο, που θα χαράξει η ίδια αυτή τη φορά, και ας είναι ανατρεπτικός. Σιχαίνεται τα μονοπάτια, όπως και δεν πιστεύει στην πανάκεια. Τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο. Ο νους της σκαρώνει εναλλακτικές διαδρομές. ΄Εχουν φίλους αγαπημένους, γεύση, χρώμα, άρωμα, αγάπη. Όλα εκείνα που άργησε να καταλάβει ότι τής χορηγούσαν χαρά. Τόποι γεμάτοι ευλογία, βλέμματα όλο λαχτάρα, ηδονική προσμονή στιγμές. Η αίσθηση ότι βιώνεις το κάθε τι,όχι απλώς το ζεις.

Κάνει μια εκκαθάριση γενναία, έστω και με χρονοκαθυστέρηση. Άνθρωποι που πίκρανε, άνθρωποι που δεν την υπολόγισαν, εξαπατήσεις, χαμόγελα, εκδρομές και εκδορές. Σε μια νοητή ζυγαριά, η κλίση πάντα διχάζει. Σβήνει σκηνικά αθέλητα και ατυχή, κατανοεί την αναγκαιότητά τους. Αναζωπυρώνει η φαντασία της στιγμές μέθης που η ύπαρξη γιόρταζε, χωρίς ενοχές και δεύτερες σκέψεις.Η παραδοχή μιας λάθος επιλογής μπορεί να αποβεί καταλυτική μόνο αν είσαι δειλός για να την κάνεις. Να αυτοαναιρεθείς, ποιο το κακό σε ένα παράπτωμα αν όχι στην άρνηση ομολογίας αυτού;

Το ξέρει, τής το έμαθαν τα βράδια της ερήμωσης, εκείνο το αμφίσημο μωβ, ο διφορούμενος καιρός, η συρρίκνωση της ημέρας. Αν έχεις τη δύναμη να γίνεις κριτής του εαυτού σου καμία κριτική δε θα είναι ικανή να σε αγγίξει. Αν τσαλακώσεις πρώτος την εικόνα σου, όσο και να θέλουν οι άλλοι να την αλλοιώσουν, θα αποτυγχάνουν. Και επίσης:η αναγνώριση μιας αποτυχίας πυροδοτεί απρόσμενη επιτυχία. Το κρίσιμο είναι η εγκατάλειψη..λάθος ονείρου, απόφασης, ανθρώπου, σκέψης. Γιατί στη σκέψη ριζώνει η όποια αποτυχία..Η σκέψη τη μεθοδεύει, η σκέψη επισπεύδει την έλευσή της.

Κι έπειτα έρχονται εκείνα τα κυριακάτικα πρωινά, τα τόσο νωχελικά, που όλη η πλάση μοιάζει να την καλεί σε μια πελώρια γιορτή που τής θυμίζει ότι οι αποτιμήσεις στη ζωή πάσχουν τελικώς από κάποια γελοιότητα. Πως τίποτα δεν έχει στην ουσία σημασία. Και πως ,όσο μπορεί να γίνεται κοινωνός αυτής της γιορτής μαζί με όσους αγαπάει, όλα τα άλλα είναι πραγματικά ανούσια. Κανένας δρόμος δε μπορεί να είναι λανθασμένος όταν έχει τέτοιους συνεπιβάτες, όταν για συνοδοιπόρο έχει τον ειλικρινή εαυτό της . Και αν αποτυχία είναι η μη πραγματοποίηση στόχων, επιτυχία κάποιες φορές είναι η δύναμη  αναθεώρησής τους. Γιατί δεν υπάρχει πιο πικρή αίσθηση από εκείνην της επιτυχίας σε έναν λανθασμένο στόχο.
 
Χαμογελάει ξαφνικά. Ήρθε η ώρα για τις σκέψεις της να χαθούν σε μια λυτρωτική σιωπή και η ίδια να ξεκινήσει μια πορεία γιορτινή, και ας μοιάζει γεμάτη αντιφατικά, σωτήρια λάθη.
 

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Θυμός

 Όσες φορές και να την ρωτούσαν με τι ήταν θυμωμένη, αδυνατούσε να απαντήσει.
Η ζωή φρόντισε να την κεράσει πολλά φιλέκδικα σκηνικά που την έκαναν να απορεί και να εξίσταται. Κάτι σαν δοκιμασία αντοχής, μόνο που τραβούσε σε μάκρος.

Ο Θυμός ερχόταν πάντα σε γκρίζο φόντο, και με βιαιότητα, τής άρπαζε τη γαλήνη, την πίστη...Και ακόμα χειρότερα...την ελπίδα. Όταν θύμωνε, η οποιαδήποτε ελπίδα τής προκαλούσε φρίκη. Ήταν από εκείνες τις ώρες τις μοιρολατρικές που ήθελε να αφεθεί στο αρνητικό φορτίο της στιγμής, να βυθιστεί στη θλίψη, να αναμετρηθεί με το χάος. Έμαθε ότι το κρυφτό από τον πόνο τον ενδυναμώνει ακόμα πιο πολύ. Πάντα ο θυμός φανερώνει εσωτερικές εχθροπραξίες. Όσο και αν αναφέρεται σε τρίτους, επιφανειακά περιστατικά και ασήμαντες αφορμές, ο θυμός πάντα στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Όπως και εκείνη, αναζητεί τον εχθρό με καχυποψία σε εν δυνάμει κακόβουλα όντα γύρω της αλλά ο εχθρός είναι ο εαυτός της. Υπονομεύει την εξέλιξή της με κάθε πρόσφορο μέσο και έπειτα αποδίδει αποκλειστική υπαιτιότητα στις ατυχείς συγκυρίες ή στην αδικία που βασιλεύει στο σύμπαν. Μισεί όσους γαλήνιοι έχουν παραιτηθεί από φιλοδοξίες όλο ψυχοβόρα πάθη και στην ουσία μισεί την ίδια που αδυνατεί να το πράξει. Να χαρεί ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην μεγαλειώδη του απλότητα. Να περπατήσει ράθυμα, με το βήμα το νωχελικό της άσκοπης περιπλάνησης. Να νιώσει το αεράκι να εξανεμίζει τα κιτρινωπά φύλλα προς άγνωστες κατευθύνσεις. Να παλέψει το αυτοδημιούργητο χάος πριν σαστίσει με το εξωγενές. Το να κάνεις ανακωχή με τον Κόσμο είναι αδύνατο αν δεν έχεις πρώτα κάνει εκεχειρία με τις λόξες του δικού σου Κόσμου. Ο θυμός που πυροδοτείται εκεί είναι ικανός να υποθάλπει αιώνια οργή που, σε μια αλλοπαρμένη σύγχυση, θα κατατείνει προς πάσα κατεύθυνση.
 
Έμεινε τόσο προσκολλημένη στη ματιά των άλλων για αυτή, που στο τέλος έγινε η δική τους αντανάκλαση. Η όψη της αλλοιώθηκε, φιλοξενώντας σμήνη από βοερές αντανακλάσεις που κατατρόπωσαν την αγνή της έκφραση. Πιστεύοντας ακράδαντα τα λόγια των άλλων, έγινε άπιστη απέναντι στη δική της κρίση. Και είναι ματαιοπονία να ψάχνει κανείς για ένα σταθερό σημείο όταν αμαχητί χάνει τις προσωπικές του σταθερές.

Το απόγευμα κυλάει όλο μομφή και κρίσεις πανικού. Περπατάει σαν υπνωτισμένη στην πόλη, χάνεται σε ένα τυχαίο καφέ στα Εξάρχεια. Περίεργα βλέμματα την καρφώνουν, μα εκείνη ανταπαντά με οργισμένες, αδιαπραγμάτευτες ματιές. Παίρνει βαθιές ανάσες, όπου συνήθως παρελαύνουν συνοπτικά τα αλγεινά της απωθημένα. Κάθε απωθημένο, είναι ικανό να της διαλύσει τη μέρα, ακόμα και αν τής το θυμίσει ένας αθώος συνειρμός. Την κουράζει ο κόσμος που αναμοχλεύει της ίδιες κοινοτυπίες, συζητήσεις όλο ερωτήσεις και υπερχειλή ανασφάλεια, εκτιμήσεις ρηχές και ενίσχυση της διάχυτης απαισιοδοξίας. Θυμώνει με τον κόσμο που τη δίδαξε να είναι ρεαλίστρια. Αν συνεχίσει να πιστεύει σε αυτή την πραγματικότητα που την περιβάλλει, θα αυτοκαταστραφεί. Θυμώνει με την ίδια που ο ονειροπόλος της εαυτός τής γλίστρησε μέσα από τα χέρια. Από τότε, παλεύει να τον ξεχνάει, και όταν εκείνος επανακάμπτει, τον αποδιώχνει με βαρβαρότητα.
 
Αυτό το απόγευμα όμως νιώθει να την πλημμυρίζει μια νοσταλγία ξεχασμένη για εκείνο τον εαυτό που πίστεψε πως ήταν πια ενταφιασμένος. Ένα τσίμπημα σαν ξύπνημα απότομο, σαν φωτοχυσία και σαν αγαλλίαση. Αισθάνεται το βάρος των απωθημένων της να εξασθενεί, μοιάζουν σαν γραφικά, εξεζητημένα γεννήματα του νου της. Και μετά από πολύ καιρό, χωρίς να καταλάβει πώς, σταματάει στο ανθοπωλείο και αγοράζει λουλούδια.Βιολέτες, γαρδένιες και τριαντάφυλλα. Τα χρώματα τη μεθάνε, πορτοκαλί, γαλάζιο, μωβ, μπλέκονται αταίριαστα το ένα με το άλλο, είναι όμως απίστευτα αρμονικά. Βάζει τα λουλούδια στο παράθυρο που είναι πάντα ημίκλειστο, σε ένα βάζο-κειμήλιο, που είχε καταχωνιασμένο στην αποθήκη, και ο χώρος της μεταμορφώνεται στη στιγμή. Τόσο καιρό στο ξόδεμα, σε έναν αναίτιο θυμό, ξέχασε τα πιο μικρά θαύματα που κάποτε την έκαναν να νιώθει δυνατή για το Ένα και Μεγάλο Θαύμα.
 
 Το μόνο για το οποίο αξίζει να θυμώσει κανείς είναι όταν απωθεί την ίδια τη ζωή, υπό το βάρος χαοτικών απωθημένων και παράξενων ιδεών. Τη ζωή με κάθε της μικρό στοιχείο, ακόμα και το πιο  ανυπόφορο. Η ανικανότητα να ζει κανείς τη ζωή του όπως τής πρέπει είναι εξοργιστική. Όσο για τα απωθημένα, αυτά λανθάνουν σε επικίνδυνα μέρη. Στέκονται μεταμορφωμένα σε μνήμες που σε κάνουν δέσμιο αν τους επιτρέψεις να κατοικήσουν στο παρόν. Τότε, εκτός από θυμό, η αποθέωση των απωθημένων θα σε κάνει μονίμως απωθητικό.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Τα σχέδια


Ο Σεπτέμβρης σου αυτή τη φορά έμοιαζε να βυθίζεται σε ένα σκοτάδι. Απόλυτο και τρανό, ο γαλαξίας κατάμεστος από βρόχινα φιλιά και χαμόγελα όλο σταλαγματιές οδύνης.Ερεβώδης ο Σεπτέμβρης, να δοκιμάζει την εναρμόνιση με το μόνιμο ψυχισμό σου. Λείπουν αβάσταχτα οι στιγμές που ξαπόσταινες από τις εμμονές σου. Τις απομυθοποιούσες, και χωρίς θολή όραση, διέκρινες ακόμα και την πιο καλά κρυμμένη ελπίδα.Χρόνια τώρα αφόρητα, γκρίζα πρωινά και νύχτες ασήκωτης μελαγχολίας, στέκεσαι όρθια σε ένα σπίτι παρατημένο, μαζεύεις και εσύ τα ερείπιά σου. Η απληστία χορεύει στο βλέμμα σου, τα χείλη σου προφέρουν με την ίδια ακριβώς ταραχή τη νέα συμφορά που σε βρήκε, η ζωή εφεξής δεν έχει κανένα νόημα και κανένα τέρμα.Από το φόβο σου μην χάσεις τη νιότη σου πρώιμα, την απέβαλλες εσύ η ίδια δια παντός.

Και έπειτα ξεπορτίζεις για την ίδια και απαράλλαχτη βόλτα. Μέσα στην ορμητική βροχή, με ρούχα μουσκεμένα και μαλλιά έξαλλα από την υγρασία. Νιώθεις μια ανείπωτη αίσθηση ελευθερίας όταν περπατάς νωχελικά στη βροχή ενώ όλοι τρέχουν φρενήρεις να φυλαχτούν από μια απλή βροχόπτωση. Λατρεύεις τις καταιγίδες γιατί ακυρώνουν τα όποια σχέδια, που έτσι και αλλιώς για αυτό καταστρώνονται. Σου αρέσει να βλέπεις έκρυθμα πρόσωπα, κατηφείς εκφράσεις και γκρινιάρικες ατάκες, μια αντίδραση σα να ήρθε η συντέλεια επειδή ο ουρανός έστειλε από το πουθενά μια χειμαρρώδη μπόρα. Ποτέ δε θα εξασκηθούμε στην αιφνίδια ανατροπή των σχεδίων, και ας ξέρουμε ότι πρόκειται για νοητές κατασκευές. Πιστεύουμε με όλη μας την Ψυχή στα θεωρητικά μας οικοδομήματα και παρανοϊκά επιδεικνύουμε έλλειψη πίστης όταν αυτά μετατρέπονται σε πράξη.
 
Εσύ απολάμβανες έστω και εκείνες τις λιγοστές στιγμές να είσαι ήρεμη και αυτάρκης. Έπινες αρμένικα βύσσινο λικέρ, έτρωγες σοκολάτα με φουντούκια και ένιωθες τα ρούχα  να κολλάνε πάνω σου, το κρύο αεράκι να σε διαπερνάει. Ταυτόχρονα, διασκέδαζες να βλέπεις ομπρέλες να τις παρασύρει ο άνεμος, περιοδικά έξω από το περίπτερο να μουσκεύονται, ωραιοπαθείς γυναίκες να καθρεφτίζονται όλο αγωνία, χτενίζοντας με τα χέρια τα αφηνιασμένα τους μαλλιά. Ήταν μια γιορτή απροόπτων και η σύγχυση που προκαλούσε ήταν το δίχως άλλο κωμική και τερπνή.
 
Αυτές ήταν οι μόνες ώρες που ο γκρινιάρης εαυτός σου γαλήνευε. Όλες τις υπόλοιπες φρόντιζες να διεκτραγωδείς ακόμα και τη φαινομενική εύνοια που σε συναντούσε.
''Δε μπορεί..Κάτι άλλο κρύβεται από πίσω..Δεν παίρνουν τα μυαλά μας αέρα'' μονολογούσες με τη συνήθη υστερία κάθε φορά που κάτι ελπιδοφόρο συνέβαινε. Όταν δε γινόταν κάτι αποθαρρυντικό, δικαιωνόταν η μίζερη κοσμοθεωρία σου.Ότι η ζωή σου είναι ένα ρεσιτάλ ατυχίας και εσφαλμένων συγκυριών.Ότι αλλού έπρεπε να ήσουν, άλλα να έκανες, μαζί με άλλους ανθρώπους. Ότι τα επόμενα χρόνια θα σε έβρισκαν στάσιμη, με μοναδική ηδονή αυτές τις βροχερές βόλτες. Έτσι έβρισκες κάθε άλλοθι για να επαναπαύεσαι στις αυτοσχέδιες συμφορές σου. Μάταια σου φώναζα να ξυπνήσεις από το λήθαργο και από αυτήν την πελώρια ιδέα σου που σε έσπρωχνε σε αέναη θλίψη. Στην ανικανότητα να ευχαριστηθείς ακόμα και τα πιο μικρά, επειδή μια δυστυχία σίγουρα καιροφυλακτεί στην επόμενη γωνία. Συνήθως τραβούσες τις κλωστές από τα ρούχα σου ή γύριζες πλάτη με πρόσχημα ότι έψαχνες ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Η άρνηση του προβλήματος είναι εκείνη που το γεννά και οδηγεί στην υποτροπή του. Στη διαιώνισή του.

Η ζωή γίνεται θάνατος όταν τελούμε εν αναμονή της όποιας συμφοράς ή αποτυχίας. Το μόνο που προκαθορίζεται είναι η ματιά μας απέναντι στο κάθε τι. Ο φόβος ότι όλα θα πάνε διαβολεμένα στραβά ριζώνει στην ποταπή μας ανάγκη να απενοχοποιούμε την παραίτησή μας.Και η γκρίνια είναι μια στάση ζωής ανυπόφορη, κυρίως γιατί φανερώνει απληστία και μεμψιμοιρία.Δεν έχει δύναμη μεταβολής των καταστάσεων, κουράζει όσους μας περιβάλλουν, σφραγίζει τη δική μας φθορά. Και όπως τα σχέδια αναποδογυρίζουν με ανεπαίσθητους μηχανισμούς αναίρεσης, έτσι και την όποια συμφορά μας μπορούμε εμείς να μετατρέψουμε σε θαύμα αρκεί να είμαστε εκεί για να το κάνουμε και να μην έχουμε αφεθεί αμαχητί στον υπέρτατο λήθαργο.

Όλα αυτά δε μπορείς να τα καταλάβεις, ούτε θέλεις. Δεν είσαι εδώ άλλωστε. Όλο λείπεις, προτρέχεις σε μέρες μέλλουσες γεμάτες από αντίξοα και στυφά αδιέξοδα. Και η μόνη διακοπή της καλπάζουσας πορείας σου στο χρόνο γίνεται κάτι τέτοια απογεύματα, που ένας συνωστισμός από μαύρα σύννεφα προκαλεί χαλασμό και βγαίνεις έξω να συναντήσεις τον άλλο σου εαυτό.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Η Αγάπη

Μετράς μέρες για την Αρχή. Στριφογυρίζεις στο κρεβάτι αμήχανα, η αγριάδα του κόσμου σε υπνωτίζει..Και έπειτα το ξόδεμα. Η μέρα που ξεκινά και τελειώνει μέσα στο χαμό. Στιγμές που κυλούν απρόσκοπτα, με απρόσκοπτη αχρησία. Στόχοι που φαντάζουν χίμαιρες απενοχοποιώντας την εκ προοιμίου παραίτηση. Ικετεύεις για βροχή, ένα γιατροσόφι για την ισοπεδωμένη διάθεση, για έναν φίλο που θα σου αλλάξει τη ματιά. Οι μέρες γεμίζουν από το γκρι της αβεβαιότητας. Μια κοινωνία που λατρεύει να καταποντίζει στην αφάνεια αυτό που πριν ανύψωνε στην επιφάνεια.
 
Μέσα  σε απογεύματα που στεκόσουν συνέχεια στο μεταίχμιο, όλη η ύπαρξή σου ρωτά αν σ'αγαπώ. Η Αγάπη δεν πρέπει να αποδεικνύεται, γι' αυτό είναι αυτεξούσια. Πηγάζει, ανθεί, κυριαρχεί, κάνει θόρυβο ακόμα και μέσα από τη σιωπή.
 
 Σταμάτα να λογαριάζεις, σου λέω με αθέλητα απόλυτο τόνο. Όλα θα ακολουθήσουν μια πορεία που εσύ δε μπορείς ούτε να φανταστείς. Σταμάτα την εμμονή σου με τον έλεγχο.Αυτή κάνει αιωνίως ανεξέλεγκτο το θυμό σου γιατί ποτέ δε θα την ικανοποιήσεις. Έτσι είναι άλλωστε οι εμμονές. Τρωτές φιγούρες, αυτοαναφορικές, τρεφόμενες από το ανικανοποίητο.
 
Ζητάς συνεχή επαλήθευση της αγάπης, και χωρίς να το καταλαβαίνεις, την πολεμάς.
Σαμποτάρεις το αγνό της στοιχείο, το αβίαστο, εκείνο που την αναβιβάζει σε  θαύμα και κύημα παράλογο. Μάθε το πιο δύσκολο. Μάθε να αγαπάς εσένα. Τότε δε θα εξαρτάσαι από καμια άλλη αγάπη. Αν δεν αγαπάς εσένα, πάντα θα διψάς για επιβεβαίωση. Δε θα σε αγαπούν γιατί θα τους το έχεις ζητήσει, δε θα μπορέσεις να αγαπήσεις γιατί δε θα έχεις μάθει τον τρόπο. Παρακολουθώ παραξενεμένα την αυτοκαταστροφική σου μανία. Αφήνεσαι σε μια σειρά από ακρότητες, σε μια επαιτεία προσοχής. Γκρινιάζεις, πεισμώνεις, διατυπώνεις όλο μένος ένα νέο παράπονο. Την κατσουφιασμένη διάθεσή σου τίποτα δε μπορεί να γαληνέψει. Ακόμα και οι χιλιάδες τρόποι μου που σου λένε σ'αγαπώ εξάπτουν παραπάνω την παράφορη ανασφάλειά σου. Ρωτάς, θέλεις διευκρινίσεις, αναλύσεις, πλάνο. Ένα σχεδιασμό σε κάτι που στηρίζεται στο απροσχεδίαστο.
 
 Φοβάσαι τις νύχτες του Σεπτέμβρη. Τυλίγεις γύρω σου μια πλεκτή ζακέτα και περπατάς αγέλαστη στο λιμάνι. Η ανακύκλωση των εποχών σου θυμίζει πόσο ίδια μένουν όλα. Κάθε φορά όμως. Γυρεύεις θεραπεία από ομοιοπαθείς. Κανείς δε μπορεί να γιατρέψει τον πόνο μας εκτός από εμάς. Γινόμαστε ανίατες περιπτώσεις γιατί ψάχνουμε την ίαση έξω από εμάς..απλώς για να προσκρούσουμε σε μια ακόμη νόσο. Με κοιτάς με μάτια αδηφάγα. Αναζητάς την απόδειξη του ενδιαφέροντός μου, σαν ελπίδα στο χαώδες της ζωής σου.  Η μανία σου να βρεις το φως σε βυθίζει στο απόλυτο σκοτάδι. Τυφλή, ανήμπορη, μικρή μέσα στις πληγές σου, με ένα γινάτι να σε σπρώχνει στο γκρεμό, εξαλείφοντας και το ύστατο ψήγμα της πίστης σου. Όταν δεν πιστεύεις, πώς να εμπιστευθείς;Και όταν έχεις αρνηθεί τον εαυτό σου πώς να είσαι άξια για την αποδοχή από τους άλλους;

To σ'αγαπώ είναι άρρητο όταν είναι αληθινό. Το συναίσθημα δε μπορεί να είναι περίκλειστο σε λέξεις.Υπάρχει και το αντιλαμβάνεσαι διάχυτο παντού, το νιώθεις να σε διαπερνά, νικά μαγικά την αμφιβολία. Αυτό όταν δεν αμφιβάλλεις για εσένα. Γιατί αυτό το βράδυ του Σεπτέμβρη, αγνοείς με αγωνιώδη προσμονή τους απανωτούς τρόπους που φωνάζουν πόσο σε αγαπώ-και ας είναι αδέξιοι. Κλεισμένη στο βυθό σου, φοβισμένη, δειλή, ταξιδεύεις σε τόπους καμωμένους από καχυποψία και ανασφάλεια. Απορημένη με βλέπεις να απομακρύνομαι μην αντέχοντας άλλο, βλέποντας τον μόνιμο φόβο σου να αποκτά σάρκα και οστά.

 Κάποτε έλεγα ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από άνθρωπο ανίκανο να αγαπήσει.Ο άνθρωπος όμως που είναι ανέτοιμος να αγαπηθεί είναι εκείνος που το έχει πιο πολύ ανάγκη γιατί είναι ανίκανος να αγαπήσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.Κι έτσι θα εκλιπαρεί για αγάπη σε πολιτείες μεθυσμένες από λάθη που θα τον περιφρονούν και θα τον προσπερνούν, σαν τις τρομερές νύχτες του Σεπτέμβρη.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Λόγια

Νέο ξεκίνημα. Πάντα έβρισκε σε αυτή τη μικρή φράση έναν πλεονασμό αισιοδοξίας. Και τώρα ακριβώς που καλείται να κάνει τη μεγάλη επανεκκίνηση, ήτοι την ολική διαγραφή δεδομένων και υποδοχή νέων, άγνωστων και ανεξέλεγκτων, δε βρίσκει κάτι το συναρπαστικό. Μόνο ένα δέος τής ροκανίζει την ύπαρξη, σα να στέκεται μπροστά σε μεγαλεπήβολες εξελίξεις που είναι ανεμπόδιστες. Ακαθόριστες, τής γνέφουν όλο αμφισημία, θολές και πανωραίες, πάντα όμως διχασμένες και ποτέ ξάστερες.

Άφησαν όλοι πίσω ένα Καλοκαίρι-όχι σαν όλα τα άλλα. Η ανεμελιά ήταν το υπ'αριθμόν ένα ζητούμενο. Κυνήγι ανεμελιάς, με έντονες απομακρύνσεις από τα ψυχαναγκαστικά οικοδομήματα του ρεαλισμού. Περιθωριοποίηση κάθε σκοτούρας, φαντασιακής και υποστατής. Μάζεψαν μερικές πετρούλες, κοχύλια και φωτογραφίες όπου κατέστη αθάνατος ο ανέμελος εαυτός τους. Αυτή η εικόνα θα αποδειχθεί πολύτιμη υπενθύμιση κάτι χειμωνιάτικα βράδια που η ανεμελιά θα έχει θαφτεί πίσω από ένα νευρωτικό πρόσωπο.Ένα Καλοκαίρι - Παραμύθι. Ευτυχία ανυπόφορη σχεδόν.
 
Το να περνάει η ευτυχία ξυστά από δίπλα σου, να την ποθείς, να την καμαρώνεις αλλά να μη μπορείς να την αγγίξεις, ιδού η επιτομή της δυστυχίας. Να κυκλοφορεί η ευτυχία γύρω σου και να μη μπορείς να την αναγνωρίσεις, να αδυνατείς να γίνεις κοινωνός της, να πώς το όνειρο μπορεί να κάνει ακόμα πιο φρικτό τον εφιάλτη.Όταν είσαι χωμένος στο λαβύρινθο ενός αυτοδημιούργητου εφιάλτη, κάθε όνειρο έξωθεν ερχόμενο τον επιτείνει. Για να αντέξεις την χαρά πρέπει να αποδεσμευθείς από την ανάγκη να την οικειοποιείσαι κάθε τόσο.

 Ακούει ιστορίες γεμάτες από τη θέρμη καλλωπισμένων αναμνήσεων, περπάτημα σε δρομάκια όλο βουκαμβίλιες, γαρδένιες και ορχιδέες, γεύσεις πεντάγλυκες και νερά θαυματουργά, που ξόρκιζαν με τη δροσιά τους την ασφυξία των προσωπικών αδιεξόδων. Ακούει έπειτα ιστορίες ηδείες και συνάμα πικρές, αυτές συνήθως εκτυλίσσονται γύρω από ένα τραπέζι, με μία τσαγιέρα, βουτήματα κανέλας και πρωτοβρόχια. Ιστορίες για νέα σχέδια, προβλέψιμη μελαγχολία ποτισμένες και αναπόληση του προσφάτως παρελθόντος Καλοκαιριού. Οι μνήμες από το Καλοκαίρι είναι αδύνατο να ξεθωριάσουν. Είναι πάντα νωπές, πάντα γλαφυρές, είναι πάντα εκεί για να μας θυμίζουν με άχαρη νομοτέλεια πως δε γίνεται κάθε στιγμή στη ζωή μας να είναι γέννημα μαγείας. Αλλά για τις ελάχιστες στιγμές που αγγίζουν τη μαγεία, οι υπόλοιπες δεν επιτρέπεται να εκχωρούνται στο βάλτωμα. Είναι μια ευλογία σπάνια, που καθιστά επιτακτικό το καθήκον της διαυγούς ματιάς. Του άγρυπνου βλέμματος που δεν εφησυχάζει, ακόμα και όλα τα κίνητρα έχουν αφανισθεί μαζικά. Της αίσθησης ότι η ανατροπή καρτερά στη γωνία και ας κρατεί μια παραπλανητική άπνοια. Αλλά και της γαργαλιστικής αίσθησης του ευμετάβολου που δίνει σε κάθε τι την αξία που του πρέπει. Γιατί η υποτίμηση ή η υπερεκτίμηση απαξιώνουν το ό,τι. Διαστρεβλώνουν την ορθή του θέαση. Αλλοιώνουν την καθαρότητα της ματιάς, γεμίζουν παγίδες το πεδίο ορατότητας.

Ακούει ιστορίες με ανέφελη νωχέλεια. Έχει μάθει να μη δίνει στα λόγια πολλή σημασία. Ξέρει ότι αναπαράγουν τις αυταπάτες με γόνιμη θέληση. Με ταχύτητα φωτός τις διασπείρουν και τις εκλογικεύουν. Λόγια πληθωρικά, λόγια απόλυτα, λόγια σουρεαλιστικά. Παρατηρεί την ευκολία των ανθρώπων να ξεστομίζουν λόγια μεγάλα, ευκολία ανατριχιαστικά ανάλογη με εκείνη των μικρών σκέψεων. Η δυστοκία της σκέψης ωθεί σε μεγάλα λόγια, συνήθως η σοφή σκέψη οδηγεί στην αποσιώπηση, δεν έχει ανάγκη να εξωτερικευθεί, να δρέψει τους καρπούς της επιβεβαίωσης, να βολιδοσκοπήσει αντιδράσεις.
 
 Το δικό της Καλοκαίρι ήταν μια ανάσα Ψυχής, λίγο πιο πάνω από τη Μαγεία. Ίσως γι' αυτό, μέσα στο απροσδιόριστο θαύμα του, επιμένει να μην μιλάει γι' αυτό σε κανέναν, παρά μόνο να το αναβιώνει κάτι απογεύματα που η Νύχτα την επισκέπεται πρόωρα και η βροχή τής θυμίζει την αναγκαιότητα του Φθινοπώρου, με τα αναγκαία νέα ξεκινήματα, τους γενναίους πλατειασμούς και τα τετριμμένα λόγια δίχως φρένο. Το σούρουπο τη βρίσκει πάντα σε μια νοερή μετατόπιση, σε μια απόκλιση από την ευτυχία ή τη δυστυχία που την προσπερνάει ερμαφρόδιτη κάθε φορά, στον εγκλεισμό σε έναν κόσμο όπου τα λόγια δεν έχουν καμία σημασία-για αυτό και όλα έχουν σημασία.
 
 Εκεί που κάθε στιγμή συνιστά νέο ξεκίνημα, απροσχεδίαστο και ακατανόητο, και που το ένα ξεκίνημα διαδέχεται το άλλο αλήτικα καθώς δεν την νοιάζει καθόλου αν και πότε θα φτάσει στο τέρμα.