Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Εξαίρεση

Περίμενε στα σκαλιά της πολυκατοικίας με μάτια πρησμένα. Η ζέστη πυρετώδης, ο Αύγουστος έχει ξεσηκώσει σμήνη ταλαίπωρων ανθρώπων προς άγνωστα καταφύγια, να ξεχάσουν τα παρελθόντα και τα επικείμενα, και ας είναι για λίγο.Παρατηρεί με κάποια αηδία την υγρασία να έχει πνίξει τους τοίχους, τις ρωγμές στην είσοδο, τη δυσοσμία από κλεισούρα και παραίτηση. Νιώθει το γαλάζιο της φόρεμα να κολλάει πάνω της καθώς η ζέστη δυναμώνει, ξαφνικά σιχαίνεται που κάθεται κάτω, σε αυτά τα βρώμικα σκαλάκια όλο σκόνη και πατημασιές τεμπέλικων βημάτων, φοιτητών που τρέχουν μόνο για να παραλάβουν τα ταπεράκια της χρυσοχέρας μάνας από τα Κτελ. Ορκίζεται ότι θα απολυμανθεί με οινόπνευμα μόλις γυρίσει στο αποστειρωμένο της σπίτι, θα βάλει και πλυντήριο.

 Εύχεται να έχει κάνει λάθος τη διεύθυνση αλλά η μνήμη της σπανίως σφάλλει. Έπρεπε να το φανταστεί πως ένας φοιτητής γύρω στα τριάντα δε θα έμενε και σε καμία καλοβαλμένη μονοκατοικία. Αισθάνεται απελπισμένη που ήρθε να τον συναντήσει, της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και...ξεκαρδίζεται. Σπαρταριστά γελάει η μέρα με τα καμώματα της νύχτας, εκείνη έπινε το ένα ποτό μετά το άλλο, ήθελε να βυθιστεί στην ανακούφιση της νύχτας, να σκεπάσει τα αδιέξοδα που καιρό τώρα την καταδίωκαν.Κάπου εκεί γνώρισε Εκείνον, μέσα σε γέλια ανέμελα και φλερτ επίμονο με τη λήθη. Δε θυμάται τι είπαν, αν είπαν κάτι. Γελούσαν μόνο και χόρευαν, σε μια χαοτική τάξη όπου όλα είχαν νόημα ακριβώς επειδή δεν το έψαχναν. Στο τέλος, σημείωσε κάτι εκείνος σε ένα κομματάκι χαρτιού, μόνο που δεν ήταν ο αριθμός του τηλεφώνου του αλλά του σπιτιού του.Εκείνη το βρήκε χαριτωμένο, οι αναστολές της είχαν τραπεί σε φυγή άλλωστε, γελούσε σα χαζή και του υποσχέθηκε ότι το επόμενο πρωί που θα συνέλθει θα περάσει. Ήρθε το επόμενο πρωί, ο πονοκέφαλος τη ζορίζει, καμία αίσθηση, καμία επαφή με την περιρρέουσα πραγματικότητα, πρέπει να βάλει κομπρέσες στα μάτια, νιώθει ένα μυρμήγκιασμα σε όλο της το κορμί, τα μαλλιά της επιδίδονται σε ένα ανατρεπτικό χτένισμα..αρνούμενα να χτενιστούν.

'' Φρίκη'' σκέφτηκε και έτρεξε στο μπάνιο όπου υπήρχε κάθε είδους βάλσαμο και εργαλείο για έκτακτη ανάγκη...ολικής αναπαλαίωσης!

Καθώς έπινε τον καφέ της που ήταν σα νεροζούμι και πικρός παρά τα τρία κουταλάκια ζάχαρη, σκέφτηκε ότι θα πάει να τον δει. Τι θα μπορούσε να πάει χειρότερα άλλωστε;Μπορεί να ξεστόμισε ανοησίες χτες, οπότε η σημερινή, νηφάλια και σοβαρή της στάση, θα διορθώσει τα πράγματα. Δεν είχε να χάσει και τίποτα εδώ που τα λέμε. Η ζωή της τους τελευταίους μήνες έμοιαζε με ταινία τόσο αργή και νερόβραστη, που ακόμα και ο πρωταγωνιστής είχε αποκοιμηθεί πριν τους τίτλους τέλους. Κανένα ενδιαφέρον, δεν έβγαινε, δεν μιλούσε, δεν συνέβαινε κάτι που θα τη βγάλει από το κώμα. Για ερωτικές ιστορίες, μετά τον πολύκροτο χωρισμό της ένα βήμα πριν τον αρραβώνα , ούτε λόγος. Παραήταν 'μεγάλη΄ για σαχλές ιστορίες του σωρού, για να διασκεδάζει με ρηχότητα τη γυναικεία της ματαιοδοξία. Σήμερα ήθελε όμως να γίνει κάτι, να αλλάξει κάτι, ακόμα και αν ήταν για μια στιγμή. Τώρα που περιμένει όμως σε ένα οίκημα ρυπαρό και με αγωνία περιμένει το πρώτο ποντίκι να ξετρυπώσει από πουθενά, συνειδητοποιεί ότι ήρθε για έναν άνθρωπο όχι απλώς άγνωστο αλλά και ξένο. Τι κοινό να έχει με κάποιον που έχει μάθει να ζει σε μια τρώγλη και να ξενυχτάει μεθώντας ενώ φοιτεί ακόμα, σε ηλικία που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να δουλεύει κανονικά;

Δεν προλαβαίνει να ανασκαλέψει τις εικασίες της. Εκείνος βρίσκεται μπροστά της, λιώμα. Κρύβει την έκπληξή του πίσω από ένα βεριεστημένο ύφος, την καλημερίζει με φυσικότητα:
-Πάμε για καφέ εδώ δίπλα;Για να ανέβεις πάνω δε σου λέω, είναι ακατάστατα...
-Οk, απαντά μαζεμένη εκείνη και αμήχανη.
-Υποχόνδρια είσαι;
-Δεν σε καταλαβαίνω...
-Επειδή εγώ σε καταλαβαίνω το ρωτάω...

Εκείνη σώπασε. Σουρεαλιστική συνομιλία στο φως της μέρας για δυο αγνώστους(και ξένους, αυτό πού το πας);

Στον καφέ εκείνος μιλάει αρκετά αλλά όχι φλύαρα. Αφήνει να ξεδιπλωθεί ο εξανθρωπισμένος του εαυτός, αν και στο βάθος παραμένει σφιγμένος. Εκείνη σα να απολογείται ολόκληρη για τη χθεσινή της κατάντεια, σα να ήρθε για να αποκαταστήσει την εικόνα της. Τον κοιτάζει με μάτια συνεσταλμένα,στο φως της μέρας η γοητεία του είναι αναμφισβήτητη αλλά κάνει πως την αγνοεί.Κρατά στα χέρια της την απόδειξη που κοντεύει να σχιστεί από τη νευρικότητα. Τής την αρπάζει από το χέρι και την κρύβει κάτω από το τασάκι.

-Και πώς σπουδάζεις ακόμα; τον ρώτησε με αθέλητη αγένεια.
-Γιατί οι πτυχιούχοι στην ηλικία μου έχουν όλοι αποκατασταθεί; ανταπαντά αμυνόμενος
-Δεν είπα αυτό, απλώς...
-Δεν έχει απλώς..δεν κολλάω στους τύπους όπως οι πιο πολλοί..Ε θα είχα ένα πτυχίο στην κορνίζα και θα το αναθεμάτιζα ως άχρηστο...όπως η μισή και βάλε Ελλάδα..Αρνούμαι να μπω σε αυτό το τριπάκι..Βγάζω τα προς το ζην και βλέπουμε...

Την βλέπει προβληματισμένη και συνεχίζει.
-Να όπως εσύ. Είσαι εδώ σα να θέλεις να σβήσεις τη χτεσινή νύχτα. Γιατί όμως; Δεν πέρασες ωραία;Όχι, πέρασες παραπάνω από ωραία αλλά όχι με τον τρόπο που σε έμαθαν να θεωρείς ωραίο..Αυτό είναι άσχημο! φωνάζει με θυμό, λύπη, απογοήτευση ακόμα.
-Πού τα ξέρεις όλα αυτά;
-Τα βλέπω!Βλέπω ότι για εσένα το χτεσινό ήταν λάθος. Για εμένα αυτό που γίνεται τώρα είναι λάθος. Που είσαι απέναντί μου όλο προκατάληψη, λες και αν με γνώριζες μέσω ενός φίλου θα άλλαζε κάτι...Θα ήμουν ξαφνικά πιο αξιόπιστος! Μπούρδες!

Το παραλήρημά του ενέτεινε την ανησυχία της. Ορμητικός, μιλούσε πια ακατάπαυστα, για τα γυναικεία κλισέ, τον ψευτοπουριτανισμό της κοινωνίας και τη δαιμονοποίηση του διαφορετικού.
-Όποιος πιστεύει στον κανόνα, απλά τον ακολουθεί..δεν τον ανατρέπει..τής πέταξε με ύφος.
Εκείνη τον παράτησε στα κρύα του λουτρού:
-Είσαι τρελός...του είπε και έτρεξε μακριά.

Τα έβαλε με τον εαυτό της που στάθηκε τόσο τυχοδιώκτης και αφέθηκε σε μια γνωριμία ουρανοκατέβατη. Η ανιαρή ζωή της είχε αρχίσει να τη στρέφει σε επικίνδυνα θέλγητρα. Ο άνθρωπος ήταν ψυχωτικός, χίλιες φορές τον προτιμούσε πότη και άλαλο παρά νηφάλιο και με άποψη για τα πάντα. Άκου δεν ανατρέπει τον κανόνα όποιος τον πιστεύει! Άκου μεγαλοστομίες!Έτσι έριχνε αυτός μάλλον τα κοριτσάκια, φοιτήτριες άπειρες που νομίζουν ότι το μέλλον τους ανήκει και διψούν για τόσο συναρπαστικά τσιτάτα. Εκείνη όμως ήταν συνομήλική του και χάνει  το παρόν αναζητώντας το μέλλον της που δεν φαίνεται πουθενά. Την κουράζουν οι θεωρίες, όπως και οι μεγαλομανείς και επιδειξιομανείς τύποι με τις αντισυμβατικές αντιλήψεις. Είδαμε και στην πράξη πώς ποδοπατούν τις συμβατικότητες!Ζώντας σε βρωμερά σπίτια, αναιρώντας τους παλιούς τους στόχους και πίνοντας με το ραχάτι τους ολημερίς έναν φραπέ με μπόλικα παγάκια.Ή μεθώντας σα να μην υπάρχει αύριο σε συνοικιακά μπαράκια και προσκαλώντας σπίτι τους την κάθε τυχούσα που προσπαθούν να πείσουν μετά ότι είναι στενόμυαλη και οπισθοδρομική.

Μέσα της εύχεται να ήταν αλλιώς τα πράγματα, όπως παλιά, που ο ρομαντισμός δεν ήταν ασυγχώρητος. Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να υπερεκτιμούν το μυαλό τους, ο ρομαντισμός εξαφανίστηκε. Μετατράπηκε σε ένα κατάλοιπο γραφικό μιας ρετρό εποχής που είναι ρετρό να νοσταλγούμε. Μιας εποχής όπου δε χωρούσε εξιδανίκευση γιατί ήταν όντως όλα ιδανικά. Τώρα με όλες αυτές τις φιλελεύθερες απόψεις και τους υπολογισμούς, όλοι κάνουν αγώνα για να μην ερωτευθούν.Για να χαθούν σε σχέσεις που κάνουν τη μοναξιά ακόμα πιο έντονη αλλά δε γεννούν πόνο, ούτε απώλειες. Σχέσεις πολλές, όχι μονοτονία. Και σχέσεις χαλαρές, επ' ουδενί δεσμευτικότητα. Σχέσεις ανακυκλώσιμες, ουδείς αναντικατάστατος. Και σχέσεις που διαλύονται στην πρώτη αναποδιά γιατί στην ουσία αγωνιούν για την ημερομηνία λήξης τους. Υπάρχουν απλώς για τα πρακτικά, για να στριμωχτούν και αυτές στο βιογραφικό με τις πλούσιες ερωτικές εμπειρίες που υπογράφουν το συναισθηματικό άδειασμα. Θέλει να  πάει να του πει κατάμουτρα πόσο γελιέται αν νομίζει ότι αποτελεί την εξαίρεση. Ότι η σκέψη του είναι γεμάτη από βολικά κλισέ για να νιώθει ασφαλής και διαφορετικός. Ότι είναι ο κανόνας, γιατί η εποχή αυτό προστάζει, τον ζαμανφουτισμό και τη φθηνή επίδειξη. Ότι η ανατροπή, στην τελική, κρύβεται στην παραγωγή ενός νέου κανόνα, όχι στην αποθέωση της εξαίρεσης. Πολλά θέλει να του πει και απορεί γιατί. Νιώθει στην τσίτα, επιτέλους νιώθει ζωντανή, σα να την ανέσυραν από ένα βαθύ πηγάδι όπου είχε μείνει ξεχασμένη αφόρητους αιώνες. Νιώθει τον αντίλογο να δίνει νόημα και υπόσταση στο λόγο της. Νιώθει ότι θέλει να γίνει ο αντίλογος.

 Ίσως ο ρομαντισμός να φωλιάζει στις πιο κυνικές γωνιές. Κάνουν και αυτές υπερπροσπάθεια για να τον κουκουλώσουν, έτσι επαίσχυντα που γυρεύει και αυτός θέση, μέσα σε πεζά ανθρωπάκια που τον παραγκωνίζουν καγχάζοντας. Όπως όμως κάθε Εξαίρεση που επιβιώνει μετά το Θάνατο ενός Κανόνα, έτσι και αυτή είναι αρκετά ισχυρή για να γεννήσει έναν Κανόνα Ανατρεπτικό της Εποχής. Να γεννήσει μια νέα Εποχή, αφού όλα ανακυκλώνονται.
Κάπως έτσι το απόγευμα την βρήκε στο κατώφλι του ερειπίου του, να την κοιτάζει έκπληκτος, σαστισμένος, αυτή τη φορά αμίλητος.
-Για εσένα έκανα την εξαίρεση και ήρθα..του είπε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.Και έμεινε εκεί, να διαφωνούν για τα πάντα, να υψώνουν τους τόνους, να συγκρούουν τους κανόνες τους και τις αγέρωχες εξαιρέσεις τους, με μερικές παράταιρες αγκαλιές στα διαλείμματα.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Πίσω

Κοίταξε το ρολόι του με φανερό εκνευρισμό. Ήδη είχε αργήσει δώδεκα λεπτά και ο πυρετός της ώρας τον έζωνε σαν απειλή. Μεσημεριάτικη ραστώνη, τα πάντα καθηλωμένα. Εκτός από τα πάθη..αυτά, σε ακραία αναπτέρωση. Νιώθει ότι ακόμα και ο μεσόκοπος σερβιτόρος της αδιάφορης καφετέριας τον κοιτάζει με σταγόνες περιφρόνησης και μουρμουρίζει λόγια χλευασμού μέσα από τα δόντια του. Προσπαθεί να προσποιηθεί ότι διαβάζει μια παρατημένη εφημερίδα, σύντομα όμως εκνευρίζεται με την ξύλινη γλώσσα του εντύπου, νομίζει ότι οι εξελίξεις στην κοινωνία τρέχουν σαν μια κακόγουστη πλην όμως δαιμόνια φάρσα. Δεν τις αντέχει πια, τσαλακώνει την εφημερίδα στην ιδρωμένη παλάμη του, ο σερβιτόρος  μοιάζει να καγχάζει με εκείνη την κουτοπόνηρη φάτσα του. Ορκίζεται ότι αν Εκείνη αργήσει λίγο ακόμα, θα την πληρώσει αυτός. Όταν τα νεύρα του είναι ανεξέλεγκτα, το υβρεολόγιό του διανθίζεται αυτομάτως. Του ρίχνει ένα μοχθηρό βλέμμα και σκύβει στο φλιτζάνι με τον νερόβραστο ελληνικό. 

Τότε Εκείνη καταφθάνει. Κάπως βιαστική, ντυμένη στα μαύρα, παράξενα όμορφη. Η κούραση εμφανής στο πρόσωπό της, προδίδει μια νύχτα άυπνη και βασανιστική. Κάθεται απέναντί του, η μορφή της μια γιγαντιαία ενοχή. Χάθηκε από Εκείνον άλλη μια φορά,πεθύμησε το δικό της σύμπαν και εξανεμίστηκε σε μια οικεία εξαφάνιση. 

''Τι θα πιεις''; τη ρωτάει αγνοώντας τις αλεκτικές της φλυαρίες.
''Έναν ελληνικό κι εγώ..πολύ γλυκό'' απαντάει χωρίς να τον κοιτάζει.

Παραγγέλνουν,τα μουστάκια του σερβιτόρου γελάνε, Εκείνος θέλει παράφορα να του ρίξει μια γροθιά, νιώθει ότι θα εκραγεί με την επικείμενη σκηνή και κάνει αγώνα να κρατηθεί αξιοπρεπής.
Τής ζητάει εξηγήσεις, πρώτα ήρεμα και χαλαρά, στη συνέχεια κτητικά και οργισμένα.
''Δε μπορείς να χάνεσαι όποτε δεν αντέχεις να είμαστε μαζί.Και δε μπορείς να περιμένεις να σε περιμένω.Να σου το συγχωρώ ξανά και ξανά'' λέει Εκείνος και η ταχυπαλμία τον τσιτώνει παραπάνω.
Εκείνη λέξη, δε μπορεί να βρει τις λέξεις που θα κάνουν την Αλήθεια ανώδυνη.Η σιγή ιχθύος που κρατεί πυροδοτεί το ξέσπασμά του:
''Νομίζεις ότι το αντέχω αυτό;Να αποφασίζεις εσύ και για τους δύο;Δεν έχω άλλη υπομονή...'Εχεις φύγει τόσες φορές..Και μετά πάλι πίσω...Δε με θέλεις, αυτό είναι όλο..''
Γατζώνεται Εκείνη από τη στιγμή. Η ζάχαρη γαργαλάει τον ουρανίσκο της μα τα χείλη της μαρτυρούν πικρία έτσι όπως μάχονται να ανοίξουν για να ξεστομίσουν την αλήθεια.
'' Είναι αλήθεια..Πρέπει να φύγω εξάλλου..αυτή τη φορά οριστικά.Λυπάμαι που άργησα τόσο να το καταλάβω...''

Σα να πάγωσε ο χρόνος και όλα να βυθίστηκαν σε μια θεότρελη στασιμότητα. Το μυαλό του αναπαράγει με κεκτημένη ταχύτητα τις χιλιάδες φορές που εγκατέλειπε και τον άφηνε πίσω, να την περιμένει, μόνο για να επανεμφανιστεί και να ξαναφύγει. Φευγάτη, αψυχολόγητη, αινιγματική, όμως την αγαπούσε και βάδιζε με τους όρους της γιατί ο ίδιος δεν έθετε κανέναν. Ούτε όρο, ούτε όρια. Βαθιά μέσα του ήθελε να πιστεύει ότι στο τέλος σε Εκείνον θα γυρνούσε οριστικά, και να που στο τέλος από Εκείνον φεύγει οριστικά. Του το ανακοινώνει μάλιστα με περίσσεια ψυχρότητα, σαν ανακοινωθέν που δεν τον αφορά καν. Αφού απαλλάχτηκε η ίδια από την αμφιταλάντευση και το δίλημμα, κανένα πρόβλημα. Αυτό εξέπεμπε η συμπεριφορά της και αυτή τη φορά θα την άφηνε να φύγει. Αυτό που φοβόταν τόσο, ίσως να είναι και αυτό που είχε ανάγκη.

Εκείνη φεύγει σαν κυνηγημένη, μένει Εκείνος αποσβολωμένος μέσα, και λίγο αργότερα βγαίνει να περπατήσει. Ο καυτός αέρας τον πνίγει, μυρίζει τριγύρω κάτι σαν διάψευση, η ερημιά τον στοιχειώνει. Κουδουνίζουν στο κεφάλι του μακρόσυρτα κεφάλαια που τόσο καιρό έκαναν παράνομη κατάληψη στη ζωή του. Πίσω η ζωή του σε όλα, υπό μια αέναη αίρεση-αφέντρα να επισκιάζει το τώρα, κατασκευασμένη για μια αναμονή με αυτοδίκαιη παράταση. Όλη η ζωή του μια παράταση στη συνάντηση με την πραγματική χαρά.Αυτή που βιώνεις, όχι που οραματίζεσαι, προσμένεις και αυτοσχεδιάζεις. Μια αληθινή συνάντηση, όχι μια νοερή προεπισκόπηση αυτής.

Αυτοί οι άνθρωποι!Ανίατη η ηλιθιότητά τους!Αγωνιούν δειλά να κάνουν την Αλήθεια ανώδυνη ενώ η Αλήθεια είναι ανεκτίμητη ακριβώς επειδή είναι επώδυνη. Καθυστερούν να την ομολογήσουν ακόμα και στον εαυτό τους, ενώ η κωλυσιεργία αυτή προκαλεί αμίμητη μιζέρια. Τρέμουν μήπως πληγώσουν τον άλλο με την Αλήθεια και έτσι τον ακυρώνουν με αναπαραγόμενα ψέμματα. Αφήνουν τον άλλο πίσω να τους περιμένει επειδή δεν έχουν τη γενναιότητα να τον απελευθερώσουν εγκαίρως.

Εκείνη χάνεται σε μια ακόμη φυγή. Αυτή τη φορά ανεπιστρεπτί, ακόμα και αν έχει το θράσος να εμφανιστεί ξανά μια πρωία μπροστά του. Γιατί αυτή τη φορά βλέπει μια τελεία να τον γυροφέρνει δυναμικά. Αξιώνει με πυγμή να εγκατασταθεί σε ένα κεφάλαιο άνοστο και χλιαρό που έσυρε σε μάκρος δίχως αιτία. Η επιστροφή της αυτή τη φορά θα μοιάζει με ανέκδοτο, με άλλο ένα σκηνικό τραγελαφικά προβλέψιμο, μέσα στα τόσα που σκαρώνει η κοινωνία, εμετική και παραπαίουσα, σε ένα παιχνίδι με κανόνα την απόκλιση από αυτόν. 

Οδηγεί  με μουσική στο ραδιόφωνο, δροσίζει ανέλπιστα, ένα αεράκι-ευλογία στο διάβα του, μια καλοσημαδιά. Στο δρόμο τρώνε παγωτά, παιδιά σε κυνηγητό όλο τρανταχτά γέλια, ζευγάρια χαζεύουν το ηλιοβασίλεμα. Μια νεογέννητη ευφορία μεγαλώνει μέσα του. Λες και σε μια στιγμή ξεκόλλησε από εκείνο το σημείο και πάει μπροστά. Δεν ξέρει πού πάει αλλά είναι βέβαιος ότι είναι μακριά από εκείνο το σημείο, και αυτό είναι που μετράει. Η φιγούρα της απομακρύνεται ολοένα, φαγωμένη από τις ερμαφρόδιτες φυγές της και τα νόμιμα διλήμματα. Στο τέλος της μέρας ξέρει πολύ καλά ότι Εκείνη άφησε τώρα Πίσω.

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Αποχαιρετισμός στα Κόλπα

Ξεκίνησε ο μήνας( με) Μαγικά. Με χρώματα μπερδεμένα το ένα μέσα στο άλλο, αλήτικα παντρέματα και όνειρα επαναστατικά. Με δανεικά και ιδανικά, συνωμοτικά κλεισίματα ματιών και ανατρεπτικά χαμόγελα. Το κύμα σκάει στην άμμο, ο παφλασμός που γαληνεύει το πνεύμα του ανθρώπου το χαοτικό, ο ήλιος πανταχού παρών και ας μας ξεγελάει όταν για στιγμές κρύβεται πίσω από σύννεφα.Κάτι βαλίτσες πολυκαιρισμένες στο διάδρομο εισπνέουν τη σκόνη του κλειστού σπιτιού. Κουβαλούν ιστορίες από ταξίδια, θύμησες και καλοκαίρια όλο αλμύρα. Κάθε Αύγουστο, ξεσκονίζονταν σχολαστικά για να ξεκινήσουν ένα ταξίδι που έμοιαζε γνώριμο αλλά κάθε φορά το ένιωθαν αλλιώτικο. Στριμώχνονται τα χρώματα στις βαλίτσες, λευκό απέραντο, γλυκό κοραλί, ονειροπόλο γαλάζιο. Στριμώχνονται οι μυρωδιές, βανίλια, καραμέλα, ροδάκινο, καρπούζι. Χωρούν εκεί και οι προσδοκίες από το ταξίδι, που συνήθως στο τέλος του σταυρώνουν τα χέρια όλο θυμό και ανικανοποίητα.

Αυτό τον Αύγουστο θέλουν να κινήσουν για έναν τόπο ανόθευτο. Βραχώδη, με κάποια αγριάδα, χωρίς κοσμοπολίτικη οχλαγωγία. Θέλουν νερά ολοκάθαρα, γιασεμί και βανίλια υποβρύχιο. Το φως του ήλιου μέσα στην κατανυκτική ησυχία. Τη νηνεμία, μακριά από το Χάος. Διακοπές να κάνει κυρίως το μυαλό και έπειτα το κορμί. Να μείνει ασάλευτη η σκέψη, προσηλωμένη στην αρμονία της στιγμής.
Είναι η ώρα για τον αποχαιρετισμό στα κόλπα. Για καθάρια εμπειρία χωρίς επεξεργασία, για χρόνο με τον εαυτό τον ιδιότροπο που γυρεύει αμήχανος διευκολύνσεις αποφεύγοντας να φανερωθεί. 

Συγκεκριμένες προσδοκίες. Η προσδοκία υποβιβάζει την όποια εμπειρία αλλά όταν είναι κατασταλαγμένη την εξυψώνει. Ο Αύγουστος είναι ο μήνας που συγχωρεί την αφέλεια των προσδοκιών, σε βαθμό να τις εκπληρώνει κάποιες φορές. Είναι ο μήνας που κοπάζει η καλπάζουσα πορεία του χρόνου, που ανακόπτεται η φρενήρης μανία των επιθυμιών. Οι επιθυμίες αποβάλλουν το αφηρημένο του χαρακτήρα τους μετατρεπόμενες σε προσδοκίες. Αφελείς, αγνές, θυμωμένες, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει που τολμούν να διεκδικήσουν τη μετουσίωσή τους σε βιώματα.

Φέτος οι προσδοκίες δεν κρύβονται συνεσταλμένα σε σοκάκια δειλίας. Ξεπροβάλλουν θαρρετά, φωνάζουν την ύπαρξή τους. Κυνηγούν θέλω καθ' όλα ορισμένα που ακριβώς γι'αυτό γίνονται πιο προσιτά. Αγωνιούν, καρδιοχτυπούν, παλεύουν, ζουν. Και ακόμα και αν το ταξίδι τους φορτώσει ανικανοποίητα, δε θα κάθονται στην γωνιά σαν οργισμένα παιδιά.  Ακόμα και χωρίς κόλπα, οι προσδοκίες είναι συναρπαστικές όταν αυτοελέγχονται και αποποιούνται την ψυχωτική  φύση του αυτοσκοπού. Όπως και ο Αύγουστος: είναι μήνας άσκοπος, νωχελικός, αυτάρκης: γι' αυτό φιλοξενεί την απόλυτη μαγεία στις καυτές του μέρες. Απροσδόκητα μαγικός, αυτός είναι, όπως και να είναι.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Παιδικότητα

Η ώρα δείχνει οκτώ. Μέρα που μόλις ξεκινά και η ενέργειά της ήδη στο ναδίρ. Όψη διψασμένη, γυρεύει αναπτέρωση. Τη βρίσκει εύκολα σε ένα τσιγάρο και δυο γουλιές καφέ. Σκέτο, πικρό και καυτό, με μια σταγόνα γάλα.Λίγα λεπτά αργότερα, δε μπορεί να πάρει τα πόδια της. Τα έγγραφα τη χλευάζουν στο γραφείο της σε στοίβες, οι εκκρεμότητες αναπαράγονται. Πρέπει να είναι αποδοτική αλλά αυτό μοιάζει με όνειρο θερινής νυχτός. Έχει χάσει το στόχο, έχει ξεχάσει τον επαγγελματισμό της. Μετατοπίστηκε το μυαλό της σε άλλα άγχη που τής απορροφούν όλο το μεράκι.

Το αφεντικό της μουρμουρίζει κάτι μέσα από τα δόντια του, τον αγνοεί φυσικά αλλά η στάση του προδίδει ότι την επέπληξε ξανά. Ακόμα και η ίδια απορεί με την απάθειά της, κρατάει το πλαστικό που είναι καυτό από τον καφέ- φαρμάκι και το μυαλό της σαλπάρει για λιμάνια αλλιώτικα. Δε μπορεί να το παραδεχθεί ότι η ζωή της είναι φιάσκο, ότι αυτή η δουλειά την κάνει να αργοπεθαίνει, ότι την τσακίζει η υποκρισία των φαρισαίων γνωστών που την πλαισιώνουν με στολή κόλακα. Έκανε πως δεν έβλεπε το κενό τόσα χρόνια, ίσως ήλπιζε πως κάποια στιγμή θα γέμιζε. Πόσο δύσκολη είναι η επανεκκίνηση! Το μόνο που μας κρατάει μακριά από μια πραγματική επιθυμία είναι ο φόβος. Ο φόβος ότι είναι παιδιάστικη,η επίμονη άρνηση να δεχθούμε την παιδική μας πλευρά. Άρνηση ανώμαλη, αφού ως παιδιά και μόνο αγγίζουμε την ατόφια χαρά. Παραμένουμε πιστοί στον ενήλικο εαυτό μας που βουλιάζει στη σοβαροφάνεια και χάνουμε τελικά την όποια σοβαρότητα.

'' Τα παιδιά τα παίρνουν όλα στα σοβαρά, γι' αυτό και εκτιμούν τα αστεία'' θυμάται τη γιαγιά της να το λέει αυτό όταν η ίδια ήταν έξι-επτά ετών και αδυνατούσε να το καταλάβει. Έπειτα έτρωγε λαίμαργα τις πίτες με μέλι και μυζήθρα που έφτιαχνε η χρυσοχέρα γιαγιά και ξεχνιόταν μέχρι το σούρουπο στο παιχνίδι.

Πράγματι, το χιούμορ προαπαιτεί πνεύμα. Σοβαρότητα αυθεντική, όχι νοθευμένα της υποκατάστατα, πουριτανισμούς, καθωσπρεπισμούς και ξόρκια ενοχών. Παρατηρεί στο γραφείο τους συνεργάτες της να προτάσσουν μια εικόνα αυτάρκειας, ότι, τάχα μου, τα πάντα είναι υπό έλεγχο, ενώ νοερά έχουν έτοιμους συγκριτικούς πίνακες επί παντός επιστητού. Ήδη ο ένας από αυτούς, με το τερατώδες βλέμμα και την ατυχή κόμμωση, την κοιτάζει όπως αντικρύζουν έναν αποτυχημένο. Σα να μην έχει θέση εκεί. Και μάλλον δε μπορεί, δε θέλει να ανήκει εκεί. Στη μιζέρια του νευρωτικού εργασιομανούς που ζει από και για τα εργασιακά του ανδραγαθήματα πατώντας επί πτωμάτων για την πρωτιά. 

''Πάσχεις από ολική αδυναμία ενσωμάτωσης'' τής είπε από το τηλέφωνο η καρδιακή της φίλη, με καλοπροαίρετα ειρωνικό τόνο.
΄΄Θες να είσαι παιδί όλο το εικοσιτετράωρο!Άσε το παιδί να κάνει και ένα διάλειμμα!Δε θα επιβιώσεις έτσι..''συνέχιζε σε τόνο νουθεσίας.
''Αδικείς τους ανθρώπους..μένεις στο φαίνεσθαι και τους κρίνεις επιδερμικά...Μπορεί να πέφτεις έξω , το έχεις σκεφτεί''; 

Δεν κρίνει κανέναν. Όμως η έλξη ή η απώθηση ακολουθούν ιδιόμορφους, άγραφους Νόμους. Το ένστικτο την κάνει να πλησιάζει ή να απομακρύνεται, όχι η προσωπική της κρίση. Όση απειθαρχία και να τη διακρίνει, στο ένστικτο επιδεικνύει τυφλή υπακοή. Δεν μπορεί να είναι άστοχο ή λανθασμένο. Μπορεί οι γύρω της να θεωρούν ότι αεροβατεί, ότι είναι φαντασμένη ή σχιζοφρενής. Ποσώς ασχολείται με τις πεποιθήσεις τους, φανερές ή μη.

Βλέπει μονάχα το δειλινό με τα γλυκά του χρώματα, νιώθει τη δροσερή του αύρα, συναντά ένα-δύο έυγλωττα βλέμματα και άλλα τόσα πηγαία χαμόγελα, χαίρεται κοιτώντας ένα κορίτσι να δαγκώνει ένα μήλο τρέχοντας με το ποδήλατο, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο να περπατάει στην πλατεία, δυο φίλους που πάνε γκαζωμένοι να ακούσουν λατρεμένη μουσική και να ανταλλάξουν βινύλια, χαρμόσυνες εικόνες ενός κόσμου που χωρίς αυτές θα ήταν ένας μουντός τόπος για απελπιστικά ανόητους.

Η ωριμότητα δεν είναι απότοκος του Χρόνου. Συχνά ο Χρόνος την κάνει να εξανεμίζεται. Φονεύοντας την παιδικότητα, έρχεται η αποχαύνωση. Πόσο ώριμος μπορεί να είναι κάποιος που βρίσκεται σε λήθαργο;Που έχει αλλεργία απέναντι σε μικρές στιγμές απλής χαράς;Που κάθε μέρα κάνει αποτίμηση των επιτευγμάτων του και αποκτά άλλον έναν ψυχαναγκασμό;

Έχει κάνει ανακωχή με την παιδική της πλευρά, γι' αυτό μπορεί να είναι πραγματικά μεγάλη-όχι μόνο ηλικιακά, όχι μόνο στους τύπους.  Κρατάει άμυνες στην ηλιθιότητα και την αλαζονεία των κατ' επίφαση ενηλίκων - εκεί το γήρας τη συμπαρασύρει σε μια φθορά χωρίς έλεος.Γιατί να ενσωματωθεί σε μια πολιτεία καμωμένη από λάσπη; Στη δική της πολιτεία δεν έχει χώρο ο κυνισμός. 

Ανθρωπάκια -στρατιωτάκια και φοβισμένα μάτια, σκεβρωμένες ψυχές και μισερά χαμόγελα, όλα αντηχούν εκκωφαντικά στο μυαλό της, θέλει να τα πυρπολήσει, να τα αποδιώξει, να καμαρώσει τις στάχτες τους. Θέλει γαλήνη και αγάπη και έκπληξη και απλότητα-όπως αυτό το βράδυ που χαζεύει τα άστρα σε έναν διχασμένο αιθέρα. 

Ακούει τη φωνή της καρδιακής της φίλης που στάζει σαρκασμό: 
''Οι επιθυμίες σου είναι παράλογα επικίνδυνες''
'' Όπως το λες. Παράλογες, άρα ικανές να νικήσουν τον όποιο κίνδυνο'' της απαντάει και χαμογελάει με όλη της την καρδιά.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Αντίφαση

Το Όνειρο είναι μέσα μας, παλεύει με τους Φόβους, μάχεται και εξίσταται.
Η Λογική το κατατροπώνει κάτι μέρες που πέφτουν βροχηδόν οι επιπλήξεις.
Και οι μομφές, για Λάθη που ανυπάκουα έκανε, αισιόδοξο και παρορμητικά γενναίο.
Κάτι ηλιόλουστες μέρες πανηγυρίζει γιατί είναι όλα Δυνατά.
Ξεχνά τα στερεότυπα, τις προκαταλήψεις, τις αναμνήσεις,όλα.
Ξεκινά από την άγνοια,από το μηδέν της Δημιουργίας.
Και η ευτυχία είναι δημιουργία, και το θαύμα γέννημα εκ του μηδενός.

Η Αγάπη τροφοδοτεί το Όνειρο και ας το προσγειώνει καμιά φορά αιφνίδια.
Είναι για να του δώσει τη χαρά της απογείωσης με την επόμενη ανατροπή.

Όλα αλλάζουν, ακόμα και όταν μοιάζουν παγωμένα.
Στάσιμη μπορεί να είναι μόνο η σκέψη, η ζωή πάντα κινείται.
Το να μην το βλέπουμε  σημαίνει ότι η πίστη στο Όνειρο δοκιμάζεται.
Η Ψυχή δεν έχει μάτια για θαύματα και την ίδια ώρα προσεύχεται γι' αυτά.
Ακόμα και αν γίνουν,θα μπορέσει να τα δει;

Γεννηθήκαμε για τον πόνο και ζούμε για να τον αποφύγουμε.
Αναζητούμε τον έρωτα και αμυνόμαστε όταν τον συναντήσουμε.
Πιστεύουμε στην αγάπη και γεμίζουμε αμφιβολία όταν τη νιώθουμε.
Φοβόμαστε την απόρριψη και καθημερινά απορρίπτουμε τον εαυτό μας.
Κολλάμε στο χθες και περιμένουμε το σήμερα να είναι γεμάτο συγκινήσεις.
Διψάμε για αλλαγή και επιλέγουμε την ασφάλεια του εθισμού.

Θέλουμε να βρούμε διέξοδο αλλά στο μονόδρομο που κινούμαστε.
Απεχθανόμαστε τα διλήμματα αλλά κάθε μέρα έχει και ένα.
Θέλουμε πράγματα ξεκάθαρα και ερωτευόμαστε τους γρίφους.
Μισούμε τη λήθη αλλά μας τρομοκρατεί η αλήθεια.
Ακολουθούμε τυφλά τους κανόνες ενώ μας συναρπάζουν οι εξαιρέσεις.
Σχεδιάζουμε το αύριο αλλά ενδόμυχα ελπίζουμε σε μια ανατροπή.
Μας εκνευρίζουν οι ατέλειες ενώ η τελειότητα μας προκαλεί πλήξη.

Τρέμουμε το θάνατο ενώ τον προκαλούμε με χίλιους τρόπους.
Θεωρούμε άδικη τη ζωή ενώ εμείς πρωτοστατούμε στην αδικία.
Καταφέρνουμε να πεισθούμε για όσα'' πρέπει'' να θέλουμε.
Κι έπειτα, κατηγορούμε τη συγκυρία για τον κάθε συμβιβασμό μας.
Αν ήμασταν ασυμβίβαστοι θα λογαριάζαμε την κάθε συγκυρία;

H ευτυχία είναι δίπλα μας και εκπαιδεύομαστε στο να την αγνοούμε.
Το Όνειρο είναι μέσα μας και εμείς το ψάχνουμε έξω.
Μπορούμε να γίνουμε ήρωες και επιλέγουμε να μείνουμε καρικατούρες.

Αθεράπευτη πραγματικά η αντίφασή μας.

Συνάντηση

Το πρωινό ξεκίνησε με εκείνη τη νυσταλέα αίσθηση. Ο κόσμος ξεπρόβαλλε σαν μακρινό όνειρο, όλα κινούνταν αργά, εκείνη αντιδρούσε ετεροχρονισμένα.Περπατάει ακανόνιστα με τα μαλλιά πιασμένα και ένα βυσσινί φόρεμα, τα μάτια της πρησμένα από το ξενύχτι. Στάση για τσιγάρο και φραπέ, μετά βίας διακρίνει τα κέρματα, πληρώνει και φεύγει.Ένα άτυπο κυνηγητό η ζωή της όλη.

Ψάχνει να βρει με ποιο πλοίο θα σαλπάρει και για πού. Θα ήθελε να μπει σε ένα πλοίο και να γυρίσει δυο μήνες μετά.Να ξεχαστεί μακριά, σε άλλες πολιτείες, τη λήθη τώρα την έχει τόσο ανάγκη.
Αφελέστατα πίστευε ότι το Καλοκαίρι θα είχε χρώμα συντροφιάς και ατέλειωτης παρέας. Μόνη το Καλοκαίρι τελικά, ιδού η ιδιότυπη ομορφιά.

Παίρνει τη τζούρα της, λίγες γουλιές φραπέ, ένα τσιγάρο,ο Iggy Pop στα ακουστικά. Έτοιμη να αντιμετωπίσει τη μέρα. Βαδίζει με την πεποίθηση ότι σιμώνει σε ένα σημάδι βελτίωσης.Μήπως όμως             
πρέπει η ίδια να δείξει σημάδι βελτίωσης στη ματιά της απέναντι σε όλα για να συμμαχήσουν και αυτά μαζί της; Αυτή η ματιά είναι η ρίζα πολλών δεινών αλλά και η πηγή πολλών συγκινήσεων. Αρκεί να μην είναι άμοιρη Ψυχής.

Ανακαλεί άθελά της το προχθεσινό σκηνικό. Εκείνος με διαβολεμένη ψυχρότητα να συλλέγει λέξεις για να τής χρυσώσει το χάπι. Δεν ήταν πια ερωτευμένος, δεν το είπαν αυτό οι λέξεις, το είπε η στάση του και έτσι ξέρει ότι είναι αναμφίβολο.Την κοίταζε με ένα μείγμα οίκτου, τύψεων και αδελφικής αγάπης.Πάλι η ματιά τα είπε όλα.Ακόμα και ότι είναι ερωτευμένος με κάποια άλλη, ακόμα και αυτό το μαρτύρησε, μέσα από την ενοχική ευτυχία να ξετρυπώνει από τις άκρες των ματιών του. 

Πικράθηκε αφάνταστα εκείνη. Πρώτον, τής ήρθε ξαφνικό. Δεύτερον, ακυρώθηκε μεμιάς η γυναικεία της φύση και υπόσταση. Τρίτο-και πιο σπουδαίο-πληγώθηκε συναισθηματικά. Τής ήρθε να ουρλιάξει από θυμό, πόνο και ζήλεια. Έπειτα αυτοσυγκρατήθηκε. Δεν υπέγραψαν δα κανένα συμβόλαιο αιώνιας αμοιβαιότητας-και αν το έκαναν θα το είχαν παραβιάσει πρωτύτερα. Τουλάχιστον ο άνθρωπος που έχει απέναντί της και που είχε δίπλα της δύο χρόνια δεν παίζει κάποιο βρώμικο παιχνίδι. Του τελείωσε και της το είπε. Ειλικρινής, εκείνος που γίνεται αντιπαθής αλλά ποτέ δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις ανάξιο, ούτε και να τον στολίσεις με μύρια κοσμητικά επίθετα.

Σε άλλη περίπτωση, αυτή η ιστορία θα γινόταν αντικείμενο αναμάσησης μέχρι δυσπεψίας από γυναικείες παρέες. Θα κάθονταν ώρες αμέτρητες προκειμένου να φωτίσουν τα κίνητρα και να εξωθήσουν στα άκρα την ανάλυση κάθε πιθανού σεναρίου. Τώρα όμως η ιστορία αυτή είναι αυτό που πρέπει να είναι, ιστορία. Παρελθόν και τέλος, χωρίς ερμηνείες και παραθυράκια ανοιχτά σε επανασυνδέσεις. Εκείνη εξάλλου δεν του είπε κουβέντα. Περήφανη εκ γενετής, ήταν κάθετη σε αυτό:τα συναισθήματα εμπνέονται, δεν εκβιάζονται.

Τα σκέφτεται όλα αυτά καθώς περπατά και ένα δροσερό αεράκι την τυλίγει ευχάριστα. Κάνουν βοή στο μυαλό της και προσπαθεί να τα διώξει.Να και η πρώτη παρενέργεια, νομίζει ότι τον βλέπει από μακριά.Διαστρεβλώνει η σκέψη ακόμα και το οπτικό της πεδίο!Αν δεν είχε λίγη μυωπία, θα ανησυχούσε μήπως άρχισε να το χάνει! Δε δίνει σημασία και βαδίζει σκυφτή.

Σύντομα ακούει να προφέρει το όνομά της με εκείνη την ενοχλητικά οικεία φωνή.Συγκρατημένος μεν αλλά δεν είχε σκοπό να την αγνοήσει. Τον ακούει να μιλάει για την αφόρητη ζέστη και ένα σωρό άλλα τετριμμένα θέματα για να γεμίσει τον αμήχανο χρόνο.Εκείνη είναι νευρική, αναστατωμένη, δύσθυμη. Με κόπο ξεστομίζει μονολεκτικές απαντήσεις και κοιτάζει συνέχεια τα δευτερόλεπτα να κινούνται σαν άλλοι αιώνες στο ρολόι της.Η ύπαρξή της φωνάζει ότι βιάζεται τρελά. 

Πριν προλάβει να τον διακόψει και να του το πει, στην παρέα προστίθεται μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα  
γύρω στα είκοσι τρία, με σγουρά φουντωτά μαλλιά και έντονα μαύρα μάτια. Χαλαρή και χαμογελαστή, προφανώς πήρε κάτι από το περίπτερο πιο πάνω και τώρα κρατάει το χέρι του αγαπημένου της αγνοώντας ότι μέχρι προχθές είχε την ίδια ιδιότητα και για την άλλη κοπέλα. Ούτε καν τις σύστησε, έφυγε σαν κυνηγημένος, κυριολεκτικά εξαφανίστηκε μαζί με το κορίτσι με την πλούσια κώμη και το γλυκό χαμόγελο.

Τότε ήταν που πλημμύρισαν το μυαλό της εικόνες από κάτι απογεύματα με άρωμα κανέλας και κάτι κρύα πρωινά προσμονής που γέμιζαν γέλια και αστεία και βόλτες. Η γεύση των φιλιών του, το λοξό του βλέμμα όταν θύμωνε, η μανία του να μιλάει με μισόλογα. Θυμήθηκε όσα μοιράστηκαν, το φορτίο τους επαχθές ξαφνικά και συνάμα ανύπαρκτο. Λες και εξαφανίστηκαν, λες και αναιρέθηκαν από τη μία στιγμή στην άλλη. Η καρδιά είναι επιρρεπής στην αποστασία,όσο και αν θέλει να είναι σταθερή. Μέσα της ξέρει ότι τα συναισθήματα έχουν ημερομηνία λήξης όταν δεν είναι αυθεντικά. Και η γέννησή τους πλάνη είναι που κάποια στιγμή αποκαλύπτεται. Όταν όλοι επικαλούνται το χρόνο ως τον 
αποκλειστικό υπαίτιο για το τέλος μιας σχέσης, εκείνη ξέρει ότι τίποτα δεν τελειώνει αν δεν το θέλουμε. Ο χρόνος ενδυναμώνει τις σχέσεις, αρκεί να είναι πραγματικές. Όταν δεν είναι, απλώς φανερώνει την ψεύτικη δομή τους,άρα σε κάθε περίπτωση μόνο ευεργετικά δρα.

Άξαφνα νιώθει μια γλυκόπικρη γεύση χειραφέτησης. Από ένα κελί που νόμιζε πως ήταν το καταφύγιό της. Αφήνει στην άκρη εικασίες, απορίες και γυναικείες ματαιοδοξίες. Είναι ελεύθερη, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Η Εικόνα

Είχα περιπλανηθεί ανάμεσα σε ανασφαλείς ανθρώπους πολλές φορές. Με εκνεύριζαν, τους συμπονούσα, μερικές φορές ίσως και να τους είχα βοηθήσει με τη ζητούμενη ένεση αυτοπεποίθησης. 
Με τον καιρό κατάλαβα ότι η ανασφάλεια μπορεί να έχει πολλές απολήξεις και άλλες τόσες διαβαθμίσεις. Μπορεί να εξελίσσεται σε κατηγορώ, εσωστρέφεια, αυτοκαταστροφή, ανημπόρια. Η χειρότερη όμως μορφή που μπορεί να λάβει είναι εκείνη του συμπλέγματος κατωτερότητας. Αυτό με τη σειρά του απαντάται σε πολυποίκιλες εκφάνσεις, εκκινεί όμως πάντα από το ίδιο σημείο, από μία άτυπη διαδικασία σύγκρισης μεγεθών με μία επιδερμική προσέγγιση.

Τότε που γνώρισα εκείνη την εν δυνάμει φίλη, χρόνια ολόκληρα πριν, από εκείνη τη χρυσή εποχή όπου η μόνη σκοτούρα ήταν πού θα πιούμε τον καφέ μας(και η μονοτονία είναι οχληρή κάποιες φορές, ομολογουμένως!)και όλη η κουβέντα περιστρεφόταν γύρω από τις υποτιθέμενες ατέλειές της, άρχισα και η ίδια να αναρωτιέμαι μήπως και εγώ είχα κάποιο ελάττωμα που ηθελημένα προσπερνούσα. 
Η κοπέλα με το γλυκό πρόσωπο και το διάφανο δέρμα τέντωνε όλη της την ύπαρξη γύρω από ένα παράπονο. Πότε τα μαλλιά της ήταν απείθαρχα και δε μπορούσε να χαρεί τη βόλτα της αν μια αιφνίδια μπόρα προκαλούσε την αποστασία μιας τρίχας από την ατίθαση κώμη της, πότε έβρισκε τη μύτη της δυσανάλογα μεγάλη προς τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της και πότε θεωρούσε το κανονικό,μεσογειακό της σώμα την επιτομή της παχυσαρκίας. Αρχικώς υπέθεσα ότι η εν λόγω κοπέλα έπασχε από την ανίατη ασθένεια της αβάσταχτης ρηχότητας. Εν συνεχεία όμως, ανακάλυψα ότι είχε πρωτότυπες ιστορίες να διηγηθεί, αφάνταστες γνώσεις περί μουσικής και κινηματογράφου, ευαισθησία και χιούμορ αστείρευτο. Με είχε διχάσει αυτή η κοπέλα που έκρυβε μια προσωπικότητα -θησαυρό πίσω από μονολόγους ατέρμονου κομπλεξισμού χωρίς κανένα έρεισμα. Όταν άφηνε κατά μέρος τις σαρκαστικές παρατηρήσεις για όλα εκείνα που δήθεν της κατέστρεφαν την όψη, εξέφραζε μοναδική άποψη. Κι ενώ εκ πρώτης φάνταζε με ψυχωτική, άχρωμη και πεζή μορφή, που στο βάθος καλλιεργούσε ναρκισσισμό, όταν αισθανόταν ασφαλής και χωρίς άμυνες, μετατρεπόταν σε συναρπαστική παρέα, σε αυτό που λέμε ελκυστική ύπαρξη-και όχι εμφανισιακά μόνο. Ήταν αλλιώτικη, οι ατάκες της πήγαζαν ανύποπτα και σε παρέσυραν σε μαραθώνιο γέλιου, οι συμβουλές της περιείχαν μια οπτική που αποσαφήνιζε δήθεν λαβυρίνθους και η γνώμη της πάντα τεκμηριωμένη και δυναμικά εκφραζόμενη. Αλλά ακριβώς αυτή τη διαφορετικότητα που μαγνητίζει, ο κομπλεξισμός την εξαφανίζει βίαια και δίνει τη σκυτάλη σε ένα ουδέτερο πρόσωπο που γίνεται ένα με το πλήθος-ή χάνεται μέσα σε αυτό.

Μετά από λίγο καιρό και ενώ με είχε προβληματίσει όλη αυτή η αντίφαση, έτυχε να βρεθώ στο μικρό της διαμέρισμα για να δούμε ταινία(από εκείνες τις ρομαντικές κομεντί που ποτέ δε θυμόμουν την επόμενη μέρα γιατί είχα δει μια ντουζίνα πανομοιότυπες, ωστόσο πάντα σε αυτές κατέληγα ως τερπνές και ανάλαφρες). Εκτός από ταινία όμως, είδα και τόσες στοίβες από περιοδικά ομορφιάς και μόδας, που συνωστίζονταν παντού, σε βιβλιοθήκες και χάρτινες θήκες, σε εταζέρες και συρτάρια, ακόμα και κάτω από το κρεβάτι! Όταν επιχείρησα διακριτικά να τη ρωτήσω, αποκρίθηκε με φυσικότητα ότι τηρεί αρχείο και ότι όταν έχει χρόνο τής αρέσει να διαβάζει παλιά περιοδικά(μα πόσο ενδιαφέρον να ήταν ένα ξεφύλλισμα περιοδικού του 1998 που -περεμπιπτόντως-είχε αγοράσει στην προεφηβεία της;). Με μια σύντομη ''επίσκεψη'' στο μπάνιο της, ανακάλυψα έναν ''παράδεισο'' καλλυντικών κάθε λογής. Βαζάκια και κουτάκια από κρέμες έκαναν παρέλαση παντού, με ορολογίες και χρησιμότητες εντελώς άγνωστες σε εμένα που η ενυδάτωση εξισωνόταν με μια απλή κρέμα και τέρμα. Αυτό ήταν κανονικό απόθεμα για περιστατικό αιφνίδιας αφυδάτωσης!

Δεν άντεξα και τής είπα ότι έχει εξασφαλισμένη ενυδάτωση και αντιγήρανση για μια δεκαετία! Αυτό πυροδότησε έναν ακόμα μονόλογο-παραλήρημα, στα πλαίσια του οποίου μου πέταξε ότι εγώ είμαι αμελής με την εμφάνισή μου και ότι εκείνη κάνει τα απολύτως απαραίτητα για τα 22 της χρόνια. Τής εξέθεσα χωρίς δεύτερη σκέψη τη διαπίστωσή μου,ότι δηλαδή έχει μανία με την εικόνα της και πλάθει αυτοσχέδιες ατέλειες επειδή την έχει κυριεύσει η μακροχρόνια πλύση εγκεφάλου των περιοδικών. Βλέποντας χρόνια αψεγάδιαστες μορφές, ασθενικές σιλουέτες και αλαβάστρινες επιδερμίδες να κοσμούν τις σελίδες ''αθώων'' περιοδικών και δη σε μια φάση της ζωής της που δεν είχε την προσωπικότητα να το αντιληφθεί(και αυτή η αδιαμόρφωτη προσωπικότητα είναι που στιγματίζει την εφηβεία ως την πιο εκρηκτική περίοδο της ζωής μας όπου νιώθουμε τέρατα ολκής), μυήθηκε στην ψευδαίσθηση ότι αποδεκτή θα είναι μόνο αν ανταποκριθεί στις έμμεσα οριζόμενες προδιαγραφές. Κάπου εκεί, στην αποθέωση της σημασίας της εικόνας, έχασε την αυτοεικόνα της. Εκεί ρίζωσε ο κομπλεξισμός που είναι και η γενεσιουργός αιτία της ασχήμιας . Είναι η απώθηση των γύρω της από όσους αποπειρώνται να τη γνωρίσουν πέρα από την επιφάνεια, διεισδύοντας στις άμυνες και διαπερνώντας τη συγκεκαλυμμένη διαφορετικότητα.

Ξόδεψα χρόνο άπλετο, φαιά ουσία και ενέργεια, εκπαίδευσα την υπομονή μου σε βαθμό να αναρωτιέμαι μήπως εγώ ήμουν η κομπλεξική που μου αρκούσε αυτή η...μινιμαλιστική προσέγγιση της εξωτερικής εμφάνισης. Της μιλούσα ολημερίς και ήλπιζα ότι οι αλαφιασμένες μου παραινέσεις έστω και από σπόντα θα έπιαναν τόπο. Εις μάτην, από όσο απέδειξε η συνέχεια.

Όποιος τη γνώριζε, δεν περνούσε ποτέ πέρα από το φράγμα που η ίδια έθετε. Γνώριζε ένα κορίτσι μοντέρνο όσο και αδιάφορο που κατέπνιγε την ομορφιά του πίσω από στρώματα κρέμας . Έτρεμε να τσαλακώσει την εικόνα της και έτσι αυτή κατέληγε πληκτική. Λίγο πιο μετά, κάθε της σχέση παραχωρούσε τη θέση της στην επόμενη, σε μια ανακύκλωση με μότο την παροδικότητα. Εκείνος ο εαυτός που πρόλαβα να δω και να θαυμάσω ήταν μονίμως ενταφιασμένος γιατί ήταν ο μόνος που δεν επιστράτευε κόλπα για να είναι αρεστός.

Η ίδια η ζωή με αυτή την ακατανόητη αναγκαιότητά της, μας έστειλε σε χωριστά στρατόπεδα. Συχνά αναρωτιέμαι αν η σχέση αρμονίας με τον εαυτό μας είναι μια ανεδαφική επιδίωξη, ένα ζητούμενο ουτοπικό. Ο κομπλεξισμός μπορεί να γίνει αιτία να γνωρίσουμε τον ακομπλεξάριστο εαυτό μας αν έχουμε τη δύναμη να τον διαγνώσουμε ή θάνατος της διαφορετικότητας όταν τον εκλογικεύουμε. Η αίσθηση ανεπάρκειας και μη ανταπόκρισης στα στερεότυπα που κατακρεουργούν την πραγματική ομορφιά τραυματίζουν την πιο συγκλονιστική πηγή ομορφιάς, που είναι η προσωπικότητα. Το να αρέσεις χωρίς επικάλυψη και μάσκες, το να αρέσεις για όσα δεν είναι αντικειμενικά ωραία πάνω σου, ακόμα καλύτερα το να αρέσεις γιατί δεν το προσπαθείς καθόλου, σε κάνει χαριτωμένο. Αντιθέτως το να αφιερώνεις τη ζωή σου προσπαθώντας να γίνεις αρεστός ενώ μέσα σου μαίνονται αφηνιασμένα συμπλέγματα κατωτερότητας, σε καθιστά απωθητικό.

Και τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο άσχημο από την ομορφιά που κρύβεται πίσω από την ανασφάλεια. Νεκρώνεται η έκφραση, η κίνηση, η δράση, η αλήθεια.
Γι' αυτό κάθε φορά που δαίμονες τιτιβίζουν στ' αυτιά μου για όλα τα παράφωνα που αλλοιώνουν την ιδανική μου όψη τους ξορκίζω με ένα ηχηρό όχι. Εκείνα που φιλοδοξούν να αλλοιώσουν την εσωτερική μου όψη τρέμω και φοβάμαι γιατί εκεί μόνο παραδέχομαι τα ιδανικά- αλλά αυτή είναι άλλη, πραγματικά ατελείωτη ιστορία.