Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Παιδικότητα

Η ώρα δείχνει οκτώ. Μέρα που μόλις ξεκινά και η ενέργειά της ήδη στο ναδίρ. Όψη διψασμένη, γυρεύει αναπτέρωση. Τη βρίσκει εύκολα σε ένα τσιγάρο και δυο γουλιές καφέ. Σκέτο, πικρό και καυτό, με μια σταγόνα γάλα.Λίγα λεπτά αργότερα, δε μπορεί να πάρει τα πόδια της. Τα έγγραφα τη χλευάζουν στο γραφείο της σε στοίβες, οι εκκρεμότητες αναπαράγονται. Πρέπει να είναι αποδοτική αλλά αυτό μοιάζει με όνειρο θερινής νυχτός. Έχει χάσει το στόχο, έχει ξεχάσει τον επαγγελματισμό της. Μετατοπίστηκε το μυαλό της σε άλλα άγχη που τής απορροφούν όλο το μεράκι.

Το αφεντικό της μουρμουρίζει κάτι μέσα από τα δόντια του, τον αγνοεί φυσικά αλλά η στάση του προδίδει ότι την επέπληξε ξανά. Ακόμα και η ίδια απορεί με την απάθειά της, κρατάει το πλαστικό που είναι καυτό από τον καφέ- φαρμάκι και το μυαλό της σαλπάρει για λιμάνια αλλιώτικα. Δε μπορεί να το παραδεχθεί ότι η ζωή της είναι φιάσκο, ότι αυτή η δουλειά την κάνει να αργοπεθαίνει, ότι την τσακίζει η υποκρισία των φαρισαίων γνωστών που την πλαισιώνουν με στολή κόλακα. Έκανε πως δεν έβλεπε το κενό τόσα χρόνια, ίσως ήλπιζε πως κάποια στιγμή θα γέμιζε. Πόσο δύσκολη είναι η επανεκκίνηση! Το μόνο που μας κρατάει μακριά από μια πραγματική επιθυμία είναι ο φόβος. Ο φόβος ότι είναι παιδιάστικη,η επίμονη άρνηση να δεχθούμε την παιδική μας πλευρά. Άρνηση ανώμαλη, αφού ως παιδιά και μόνο αγγίζουμε την ατόφια χαρά. Παραμένουμε πιστοί στον ενήλικο εαυτό μας που βουλιάζει στη σοβαροφάνεια και χάνουμε τελικά την όποια σοβαρότητα.

'' Τα παιδιά τα παίρνουν όλα στα σοβαρά, γι' αυτό και εκτιμούν τα αστεία'' θυμάται τη γιαγιά της να το λέει αυτό όταν η ίδια ήταν έξι-επτά ετών και αδυνατούσε να το καταλάβει. Έπειτα έτρωγε λαίμαργα τις πίτες με μέλι και μυζήθρα που έφτιαχνε η χρυσοχέρα γιαγιά και ξεχνιόταν μέχρι το σούρουπο στο παιχνίδι.

Πράγματι, το χιούμορ προαπαιτεί πνεύμα. Σοβαρότητα αυθεντική, όχι νοθευμένα της υποκατάστατα, πουριτανισμούς, καθωσπρεπισμούς και ξόρκια ενοχών. Παρατηρεί στο γραφείο τους συνεργάτες της να προτάσσουν μια εικόνα αυτάρκειας, ότι, τάχα μου, τα πάντα είναι υπό έλεγχο, ενώ νοερά έχουν έτοιμους συγκριτικούς πίνακες επί παντός επιστητού. Ήδη ο ένας από αυτούς, με το τερατώδες βλέμμα και την ατυχή κόμμωση, την κοιτάζει όπως αντικρύζουν έναν αποτυχημένο. Σα να μην έχει θέση εκεί. Και μάλλον δε μπορεί, δε θέλει να ανήκει εκεί. Στη μιζέρια του νευρωτικού εργασιομανούς που ζει από και για τα εργασιακά του ανδραγαθήματα πατώντας επί πτωμάτων για την πρωτιά. 

''Πάσχεις από ολική αδυναμία ενσωμάτωσης'' τής είπε από το τηλέφωνο η καρδιακή της φίλη, με καλοπροαίρετα ειρωνικό τόνο.
΄΄Θες να είσαι παιδί όλο το εικοσιτετράωρο!Άσε το παιδί να κάνει και ένα διάλειμμα!Δε θα επιβιώσεις έτσι..''συνέχιζε σε τόνο νουθεσίας.
''Αδικείς τους ανθρώπους..μένεις στο φαίνεσθαι και τους κρίνεις επιδερμικά...Μπορεί να πέφτεις έξω , το έχεις σκεφτεί''; 

Δεν κρίνει κανέναν. Όμως η έλξη ή η απώθηση ακολουθούν ιδιόμορφους, άγραφους Νόμους. Το ένστικτο την κάνει να πλησιάζει ή να απομακρύνεται, όχι η προσωπική της κρίση. Όση απειθαρχία και να τη διακρίνει, στο ένστικτο επιδεικνύει τυφλή υπακοή. Δεν μπορεί να είναι άστοχο ή λανθασμένο. Μπορεί οι γύρω της να θεωρούν ότι αεροβατεί, ότι είναι φαντασμένη ή σχιζοφρενής. Ποσώς ασχολείται με τις πεποιθήσεις τους, φανερές ή μη.

Βλέπει μονάχα το δειλινό με τα γλυκά του χρώματα, νιώθει τη δροσερή του αύρα, συναντά ένα-δύο έυγλωττα βλέμματα και άλλα τόσα πηγαία χαμόγελα, χαίρεται κοιτώντας ένα κορίτσι να δαγκώνει ένα μήλο τρέχοντας με το ποδήλατο, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο να περπατάει στην πλατεία, δυο φίλους που πάνε γκαζωμένοι να ακούσουν λατρεμένη μουσική και να ανταλλάξουν βινύλια, χαρμόσυνες εικόνες ενός κόσμου που χωρίς αυτές θα ήταν ένας μουντός τόπος για απελπιστικά ανόητους.

Η ωριμότητα δεν είναι απότοκος του Χρόνου. Συχνά ο Χρόνος την κάνει να εξανεμίζεται. Φονεύοντας την παιδικότητα, έρχεται η αποχαύνωση. Πόσο ώριμος μπορεί να είναι κάποιος που βρίσκεται σε λήθαργο;Που έχει αλλεργία απέναντι σε μικρές στιγμές απλής χαράς;Που κάθε μέρα κάνει αποτίμηση των επιτευγμάτων του και αποκτά άλλον έναν ψυχαναγκασμό;

Έχει κάνει ανακωχή με την παιδική της πλευρά, γι' αυτό μπορεί να είναι πραγματικά μεγάλη-όχι μόνο ηλικιακά, όχι μόνο στους τύπους.  Κρατάει άμυνες στην ηλιθιότητα και την αλαζονεία των κατ' επίφαση ενηλίκων - εκεί το γήρας τη συμπαρασύρει σε μια φθορά χωρίς έλεος.Γιατί να ενσωματωθεί σε μια πολιτεία καμωμένη από λάσπη; Στη δική της πολιτεία δεν έχει χώρο ο κυνισμός. 

Ανθρωπάκια -στρατιωτάκια και φοβισμένα μάτια, σκεβρωμένες ψυχές και μισερά χαμόγελα, όλα αντηχούν εκκωφαντικά στο μυαλό της, θέλει να τα πυρπολήσει, να τα αποδιώξει, να καμαρώσει τις στάχτες τους. Θέλει γαλήνη και αγάπη και έκπληξη και απλότητα-όπως αυτό το βράδυ που χαζεύει τα άστρα σε έναν διχασμένο αιθέρα. 

Ακούει τη φωνή της καρδιακής της φίλης που στάζει σαρκασμό: 
''Οι επιθυμίες σου είναι παράλογα επικίνδυνες''
'' Όπως το λες. Παράλογες, άρα ικανές να νικήσουν τον όποιο κίνδυνο'' της απαντάει και χαμογελάει με όλη της την καρδιά.
Δημοσίευση σχολίου