Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Συνάντηση

Το πρωινό ξεκίνησε με εκείνη τη νυσταλέα αίσθηση. Ο κόσμος ξεπρόβαλλε σαν μακρινό όνειρο, όλα κινούνταν αργά, εκείνη αντιδρούσε ετεροχρονισμένα.Περπατάει ακανόνιστα με τα μαλλιά πιασμένα και ένα βυσσινί φόρεμα, τα μάτια της πρησμένα από το ξενύχτι. Στάση για τσιγάρο και φραπέ, μετά βίας διακρίνει τα κέρματα, πληρώνει και φεύγει.Ένα άτυπο κυνηγητό η ζωή της όλη.

Ψάχνει να βρει με ποιο πλοίο θα σαλπάρει και για πού. Θα ήθελε να μπει σε ένα πλοίο και να γυρίσει δυο μήνες μετά.Να ξεχαστεί μακριά, σε άλλες πολιτείες, τη λήθη τώρα την έχει τόσο ανάγκη.
Αφελέστατα πίστευε ότι το Καλοκαίρι θα είχε χρώμα συντροφιάς και ατέλειωτης παρέας. Μόνη το Καλοκαίρι τελικά, ιδού η ιδιότυπη ομορφιά.

Παίρνει τη τζούρα της, λίγες γουλιές φραπέ, ένα τσιγάρο,ο Iggy Pop στα ακουστικά. Έτοιμη να αντιμετωπίσει τη μέρα. Βαδίζει με την πεποίθηση ότι σιμώνει σε ένα σημάδι βελτίωσης.Μήπως όμως             
πρέπει η ίδια να δείξει σημάδι βελτίωσης στη ματιά της απέναντι σε όλα για να συμμαχήσουν και αυτά μαζί της; Αυτή η ματιά είναι η ρίζα πολλών δεινών αλλά και η πηγή πολλών συγκινήσεων. Αρκεί να μην είναι άμοιρη Ψυχής.

Ανακαλεί άθελά της το προχθεσινό σκηνικό. Εκείνος με διαβολεμένη ψυχρότητα να συλλέγει λέξεις για να τής χρυσώσει το χάπι. Δεν ήταν πια ερωτευμένος, δεν το είπαν αυτό οι λέξεις, το είπε η στάση του και έτσι ξέρει ότι είναι αναμφίβολο.Την κοίταζε με ένα μείγμα οίκτου, τύψεων και αδελφικής αγάπης.Πάλι η ματιά τα είπε όλα.Ακόμα και ότι είναι ερωτευμένος με κάποια άλλη, ακόμα και αυτό το μαρτύρησε, μέσα από την ενοχική ευτυχία να ξετρυπώνει από τις άκρες των ματιών του. 

Πικράθηκε αφάνταστα εκείνη. Πρώτον, τής ήρθε ξαφνικό. Δεύτερον, ακυρώθηκε μεμιάς η γυναικεία της φύση και υπόσταση. Τρίτο-και πιο σπουδαίο-πληγώθηκε συναισθηματικά. Τής ήρθε να ουρλιάξει από θυμό, πόνο και ζήλεια. Έπειτα αυτοσυγκρατήθηκε. Δεν υπέγραψαν δα κανένα συμβόλαιο αιώνιας αμοιβαιότητας-και αν το έκαναν θα το είχαν παραβιάσει πρωτύτερα. Τουλάχιστον ο άνθρωπος που έχει απέναντί της και που είχε δίπλα της δύο χρόνια δεν παίζει κάποιο βρώμικο παιχνίδι. Του τελείωσε και της το είπε. Ειλικρινής, εκείνος που γίνεται αντιπαθής αλλά ποτέ δεν μπορείς να τον αποκαλέσεις ανάξιο, ούτε και να τον στολίσεις με μύρια κοσμητικά επίθετα.

Σε άλλη περίπτωση, αυτή η ιστορία θα γινόταν αντικείμενο αναμάσησης μέχρι δυσπεψίας από γυναικείες παρέες. Θα κάθονταν ώρες αμέτρητες προκειμένου να φωτίσουν τα κίνητρα και να εξωθήσουν στα άκρα την ανάλυση κάθε πιθανού σεναρίου. Τώρα όμως η ιστορία αυτή είναι αυτό που πρέπει να είναι, ιστορία. Παρελθόν και τέλος, χωρίς ερμηνείες και παραθυράκια ανοιχτά σε επανασυνδέσεις. Εκείνη εξάλλου δεν του είπε κουβέντα. Περήφανη εκ γενετής, ήταν κάθετη σε αυτό:τα συναισθήματα εμπνέονται, δεν εκβιάζονται.

Τα σκέφτεται όλα αυτά καθώς περπατά και ένα δροσερό αεράκι την τυλίγει ευχάριστα. Κάνουν βοή στο μυαλό της και προσπαθεί να τα διώξει.Να και η πρώτη παρενέργεια, νομίζει ότι τον βλέπει από μακριά.Διαστρεβλώνει η σκέψη ακόμα και το οπτικό της πεδίο!Αν δεν είχε λίγη μυωπία, θα ανησυχούσε μήπως άρχισε να το χάνει! Δε δίνει σημασία και βαδίζει σκυφτή.

Σύντομα ακούει να προφέρει το όνομά της με εκείνη την ενοχλητικά οικεία φωνή.Συγκρατημένος μεν αλλά δεν είχε σκοπό να την αγνοήσει. Τον ακούει να μιλάει για την αφόρητη ζέστη και ένα σωρό άλλα τετριμμένα θέματα για να γεμίσει τον αμήχανο χρόνο.Εκείνη είναι νευρική, αναστατωμένη, δύσθυμη. Με κόπο ξεστομίζει μονολεκτικές απαντήσεις και κοιτάζει συνέχεια τα δευτερόλεπτα να κινούνται σαν άλλοι αιώνες στο ρολόι της.Η ύπαρξή της φωνάζει ότι βιάζεται τρελά. 

Πριν προλάβει να τον διακόψει και να του το πει, στην παρέα προστίθεται μια ψηλή μελαχρινή κοπέλα  
γύρω στα είκοσι τρία, με σγουρά φουντωτά μαλλιά και έντονα μαύρα μάτια. Χαλαρή και χαμογελαστή, προφανώς πήρε κάτι από το περίπτερο πιο πάνω και τώρα κρατάει το χέρι του αγαπημένου της αγνοώντας ότι μέχρι προχθές είχε την ίδια ιδιότητα και για την άλλη κοπέλα. Ούτε καν τις σύστησε, έφυγε σαν κυνηγημένος, κυριολεκτικά εξαφανίστηκε μαζί με το κορίτσι με την πλούσια κώμη και το γλυκό χαμόγελο.

Τότε ήταν που πλημμύρισαν το μυαλό της εικόνες από κάτι απογεύματα με άρωμα κανέλας και κάτι κρύα πρωινά προσμονής που γέμιζαν γέλια και αστεία και βόλτες. Η γεύση των φιλιών του, το λοξό του βλέμμα όταν θύμωνε, η μανία του να μιλάει με μισόλογα. Θυμήθηκε όσα μοιράστηκαν, το φορτίο τους επαχθές ξαφνικά και συνάμα ανύπαρκτο. Λες και εξαφανίστηκαν, λες και αναιρέθηκαν από τη μία στιγμή στην άλλη. Η καρδιά είναι επιρρεπής στην αποστασία,όσο και αν θέλει να είναι σταθερή. Μέσα της ξέρει ότι τα συναισθήματα έχουν ημερομηνία λήξης όταν δεν είναι αυθεντικά. Και η γέννησή τους πλάνη είναι που κάποια στιγμή αποκαλύπτεται. Όταν όλοι επικαλούνται το χρόνο ως τον 
αποκλειστικό υπαίτιο για το τέλος μιας σχέσης, εκείνη ξέρει ότι τίποτα δεν τελειώνει αν δεν το θέλουμε. Ο χρόνος ενδυναμώνει τις σχέσεις, αρκεί να είναι πραγματικές. Όταν δεν είναι, απλώς φανερώνει την ψεύτικη δομή τους,άρα σε κάθε περίπτωση μόνο ευεργετικά δρα.

Άξαφνα νιώθει μια γλυκόπικρη γεύση χειραφέτησης. Από ένα κελί που νόμιζε πως ήταν το καταφύγιό της. Αφήνει στην άκρη εικασίες, απορίες και γυναικείες ματαιοδοξίες. Είναι ελεύθερη, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Δημοσίευση σχολίου