Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Πίσω

Κοίταξε το ρολόι του με φανερό εκνευρισμό. Ήδη είχε αργήσει δώδεκα λεπτά και ο πυρετός της ώρας τον έζωνε σαν απειλή. Μεσημεριάτικη ραστώνη, τα πάντα καθηλωμένα. Εκτός από τα πάθη..αυτά, σε ακραία αναπτέρωση. Νιώθει ότι ακόμα και ο μεσόκοπος σερβιτόρος της αδιάφορης καφετέριας τον κοιτάζει με σταγόνες περιφρόνησης και μουρμουρίζει λόγια χλευασμού μέσα από τα δόντια του. Προσπαθεί να προσποιηθεί ότι διαβάζει μια παρατημένη εφημερίδα, σύντομα όμως εκνευρίζεται με την ξύλινη γλώσσα του εντύπου, νομίζει ότι οι εξελίξεις στην κοινωνία τρέχουν σαν μια κακόγουστη πλην όμως δαιμόνια φάρσα. Δεν τις αντέχει πια, τσαλακώνει την εφημερίδα στην ιδρωμένη παλάμη του, ο σερβιτόρος  μοιάζει να καγχάζει με εκείνη την κουτοπόνηρη φάτσα του. Ορκίζεται ότι αν Εκείνη αργήσει λίγο ακόμα, θα την πληρώσει αυτός. Όταν τα νεύρα του είναι ανεξέλεγκτα, το υβρεολόγιό του διανθίζεται αυτομάτως. Του ρίχνει ένα μοχθηρό βλέμμα και σκύβει στο φλιτζάνι με τον νερόβραστο ελληνικό. 

Τότε Εκείνη καταφθάνει. Κάπως βιαστική, ντυμένη στα μαύρα, παράξενα όμορφη. Η κούραση εμφανής στο πρόσωπό της, προδίδει μια νύχτα άυπνη και βασανιστική. Κάθεται απέναντί του, η μορφή της μια γιγαντιαία ενοχή. Χάθηκε από Εκείνον άλλη μια φορά,πεθύμησε το δικό της σύμπαν και εξανεμίστηκε σε μια οικεία εξαφάνιση. 

''Τι θα πιεις''; τη ρωτάει αγνοώντας τις αλεκτικές της φλυαρίες.
''Έναν ελληνικό κι εγώ..πολύ γλυκό'' απαντάει χωρίς να τον κοιτάζει.

Παραγγέλνουν,τα μουστάκια του σερβιτόρου γελάνε, Εκείνος θέλει παράφορα να του ρίξει μια γροθιά, νιώθει ότι θα εκραγεί με την επικείμενη σκηνή και κάνει αγώνα να κρατηθεί αξιοπρεπής.
Τής ζητάει εξηγήσεις, πρώτα ήρεμα και χαλαρά, στη συνέχεια κτητικά και οργισμένα.
''Δε μπορείς να χάνεσαι όποτε δεν αντέχεις να είμαστε μαζί.Και δε μπορείς να περιμένεις να σε περιμένω.Να σου το συγχωρώ ξανά και ξανά'' λέει Εκείνος και η ταχυπαλμία τον τσιτώνει παραπάνω.
Εκείνη λέξη, δε μπορεί να βρει τις λέξεις που θα κάνουν την Αλήθεια ανώδυνη.Η σιγή ιχθύος που κρατεί πυροδοτεί το ξέσπασμά του:
''Νομίζεις ότι το αντέχω αυτό;Να αποφασίζεις εσύ και για τους δύο;Δεν έχω άλλη υπομονή...'Εχεις φύγει τόσες φορές..Και μετά πάλι πίσω...Δε με θέλεις, αυτό είναι όλο..''
Γατζώνεται Εκείνη από τη στιγμή. Η ζάχαρη γαργαλάει τον ουρανίσκο της μα τα χείλη της μαρτυρούν πικρία έτσι όπως μάχονται να ανοίξουν για να ξεστομίσουν την αλήθεια.
'' Είναι αλήθεια..Πρέπει να φύγω εξάλλου..αυτή τη φορά οριστικά.Λυπάμαι που άργησα τόσο να το καταλάβω...''

Σα να πάγωσε ο χρόνος και όλα να βυθίστηκαν σε μια θεότρελη στασιμότητα. Το μυαλό του αναπαράγει με κεκτημένη ταχύτητα τις χιλιάδες φορές που εγκατέλειπε και τον άφηνε πίσω, να την περιμένει, μόνο για να επανεμφανιστεί και να ξαναφύγει. Φευγάτη, αψυχολόγητη, αινιγματική, όμως την αγαπούσε και βάδιζε με τους όρους της γιατί ο ίδιος δεν έθετε κανέναν. Ούτε όρο, ούτε όρια. Βαθιά μέσα του ήθελε να πιστεύει ότι στο τέλος σε Εκείνον θα γυρνούσε οριστικά, και να που στο τέλος από Εκείνον φεύγει οριστικά. Του το ανακοινώνει μάλιστα με περίσσεια ψυχρότητα, σαν ανακοινωθέν που δεν τον αφορά καν. Αφού απαλλάχτηκε η ίδια από την αμφιταλάντευση και το δίλημμα, κανένα πρόβλημα. Αυτό εξέπεμπε η συμπεριφορά της και αυτή τη φορά θα την άφηνε να φύγει. Αυτό που φοβόταν τόσο, ίσως να είναι και αυτό που είχε ανάγκη.

Εκείνη φεύγει σαν κυνηγημένη, μένει Εκείνος αποσβολωμένος μέσα, και λίγο αργότερα βγαίνει να περπατήσει. Ο καυτός αέρας τον πνίγει, μυρίζει τριγύρω κάτι σαν διάψευση, η ερημιά τον στοιχειώνει. Κουδουνίζουν στο κεφάλι του μακρόσυρτα κεφάλαια που τόσο καιρό έκαναν παράνομη κατάληψη στη ζωή του. Πίσω η ζωή του σε όλα, υπό μια αέναη αίρεση-αφέντρα να επισκιάζει το τώρα, κατασκευασμένη για μια αναμονή με αυτοδίκαιη παράταση. Όλη η ζωή του μια παράταση στη συνάντηση με την πραγματική χαρά.Αυτή που βιώνεις, όχι που οραματίζεσαι, προσμένεις και αυτοσχεδιάζεις. Μια αληθινή συνάντηση, όχι μια νοερή προεπισκόπηση αυτής.

Αυτοί οι άνθρωποι!Ανίατη η ηλιθιότητά τους!Αγωνιούν δειλά να κάνουν την Αλήθεια ανώδυνη ενώ η Αλήθεια είναι ανεκτίμητη ακριβώς επειδή είναι επώδυνη. Καθυστερούν να την ομολογήσουν ακόμα και στον εαυτό τους, ενώ η κωλυσιεργία αυτή προκαλεί αμίμητη μιζέρια. Τρέμουν μήπως πληγώσουν τον άλλο με την Αλήθεια και έτσι τον ακυρώνουν με αναπαραγόμενα ψέμματα. Αφήνουν τον άλλο πίσω να τους περιμένει επειδή δεν έχουν τη γενναιότητα να τον απελευθερώσουν εγκαίρως.

Εκείνη χάνεται σε μια ακόμη φυγή. Αυτή τη φορά ανεπιστρεπτί, ακόμα και αν έχει το θράσος να εμφανιστεί ξανά μια πρωία μπροστά του. Γιατί αυτή τη φορά βλέπει μια τελεία να τον γυροφέρνει δυναμικά. Αξιώνει με πυγμή να εγκατασταθεί σε ένα κεφάλαιο άνοστο και χλιαρό που έσυρε σε μάκρος δίχως αιτία. Η επιστροφή της αυτή τη φορά θα μοιάζει με ανέκδοτο, με άλλο ένα σκηνικό τραγελαφικά προβλέψιμο, μέσα στα τόσα που σκαρώνει η κοινωνία, εμετική και παραπαίουσα, σε ένα παιχνίδι με κανόνα την απόκλιση από αυτόν. 

Οδηγεί  με μουσική στο ραδιόφωνο, δροσίζει ανέλπιστα, ένα αεράκι-ευλογία στο διάβα του, μια καλοσημαδιά. Στο δρόμο τρώνε παγωτά, παιδιά σε κυνηγητό όλο τρανταχτά γέλια, ζευγάρια χαζεύουν το ηλιοβασίλεμα. Μια νεογέννητη ευφορία μεγαλώνει μέσα του. Λες και σε μια στιγμή ξεκόλλησε από εκείνο το σημείο και πάει μπροστά. Δεν ξέρει πού πάει αλλά είναι βέβαιος ότι είναι μακριά από εκείνο το σημείο, και αυτό είναι που μετράει. Η φιγούρα της απομακρύνεται ολοένα, φαγωμένη από τις ερμαφρόδιτες φυγές της και τα νόμιμα διλήμματα. Στο τέλος της μέρας ξέρει πολύ καλά ότι Εκείνη άφησε τώρα Πίσω.
Δημοσίευση σχολίου