Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Εξιδανίκευση

Τον τελευταίο καιρό κάτι σε απασχολεί. Κάτι κατασπαράζει την επιθυμία σου για γαλήνη. Στέκεσαι στο ημίφως και θέλεις πάλι να κρυφτείς στο σκοτάδι. Να κρυφτείς θέλεις από τον κόσμο τον ανάλγητο, εχθρικός έτσι όπως σε περιστοιχίζει καθημερινά. Να αποδιώξεις το πρόσωπό σου από τη γκρίζα περιοχή όπου ο κόσμος μεθά και παρεκτρέπεται. Με κανονισμούς άγραφους και επιτακτικούς, αναπαράγει πράξεις και παραλείψεις με γελοία πανομοιοτυπία, κυρίως όμως αναπαράγει τη βλακεία. Με αξιοσημείωτη επιτυχία, μάλιστα. Σου κρούουν τον κώδωνα απρόσκλητοι έρωτες αλλά έχεις καιρό που φοράς ωτασπίδες. Χάνεσαι στη γυάλινη ανάγκη σου για απομόνωση, σε ένα κρυφό, ένοχο σχεδόν κυνήγι της ιδανικής ζωής. Λες ότι πλήττεις με την ανθρώπινη προβλεψιμότητα, πως τίποτα δε σε συγκινεί. Αποσύρεσαι στο δωμάτιό σου, κρότο κάνουν εκεί η νεκρική σιγή και τα ενταφιασμένα όνειρα. Κλαις επειδή έχεις πάθει ανοσία στη συγκίνηση. Τα ερεθίσματα σε αφήνουν παγερά αδιάφορη. Τα νέα που ως επιμέρους αντικειμενικά γεγονότα παρουσιάζονται με ανατριχιαστικά διαστρεβλωμένη υποκειμενικότητα, σε εξοργίζουν. Υπερεκτιμένα περιστατικά επιτυχίας και παραγκωνισμένα συμβάντα ήττας, μια ζωή ακούς ιστορίες μονόπλευρα ιδωμένες, βουλιάζουν στην ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητάς τους, σε σύρουν σε ακόμα πιο αχόρταγη αναζήτηση της Αλήθειας. Και ας μη σε συμφέρει, η Αλήθεια δεν ικανοποιεί κανένα συμφέρον, περισσότερο απορρίπτει την έννοια πάσης φύσεως συμφέροντος. Σε ξεβολεύει η Αλήθεια για αυτό είναι άβολη. Για αυτό την περιφρονείς αλλά εκείνη καιροφυλακτεί στη γωνία, να σου θυμίσει πόσο τεχνητή είναι η κατασκευασμένη σου ανέμελη αίσθηση.

Συνεχίζεις να κυνηγάς το Ιδανικό. Μου φωνάζεις να σου γυρίσω την πλάτη, κάθε μορφή ενδιαφέροντος σε σοκάρει. Φρενάρει την ψυχρότητά σου που προσανατολίζεται σε υπερκόσμια μέρη για να ανιχνεύσει ελπίδα.Δυσκολεύομαι να σε αφήσω μόνη. Εξάλλου η σκέψη μου έχει κυριευτεί από τη μορφή σου. Προσπαθώ να σου πω ότι το Ιδανικό είναι μια αυτοδημιούργητη φάρσα. Μια αυταπάτη που διαιωνίζει την ελπίδα για το καλύτερο. Ένα αέναο, αιώνιο κίνητρο. Ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα που αμύνεται στη ρηχότητα της καθημερινής πάλης με τον αμήχανο,τρωτό εαυτό μας. Δε με ακούς, τρέχεις καλπάζοντας μακριά, συνοφρυώνεσαι σε κάθε μου λέξη, με απορρίπτεις, με ακυρώνεις. Θες να πιστεύεις ότι το δικό σου Ιδανικό είναι πολύ κοντά. Αναλώνεις την πιθανότητα της καθημερινής σου ευδαιμονίας για μία και μόνο πολύτιμη στιγμή ανάτασης.Κοιτάζεις ψηλά, το έδαφος για εσένα συμβολίζει την επίγεια πεζότητα. Την απώλεια της τελετουργίας, τον εξοστρακισμό του συναισθήματος. Τη μοιραία κατρακύλα της φαντασίας σε πηγάδια γιγάντιων συμβιβασμών.

Δε με αφήνεις να σου πω ότι Ιδανικό θα είναι πάντα ό,τι μας λείπει. Ό, τι ενσυνείδητα γνωρίζουμε πως δε θα αγγίξουμε ποτέ αλλά η απόπειρα να το πετύχουμε μας γλιτώνει από αμέτρητους θανάτους. Ένας νοητός στόχος που βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε ότι δε θα υποστασιοποιηθεί αλλά υπάρχει πάντα εκεί για να μας θυμίζει τη Δυνατότητα, το πείσμα να παλεύουμε για το φαινομενικά αδύνατο.Μια πηγή αυτοβελτίωσης όταν όλα τα υπόλοιπα στο σύμπαν μοιάζουν ακίνητα και παράλυτα. Η αίσθηση του Ιδανικού διαμορφώνεται από τις ελλείψεις μας. Έτσι, το Ιδανικό μεταλάσσεται σε αντικατοπτρισμό ανικανοποίητων ονείρων και επιθυμιών. Εξιδανικεύουμε αυτό που ξέρουμε ότι ποτέ δε θα έχουμε, όπως και εκείνο που παρήλθε και δεν εκτιμήσαμε δεόντως. Και στις δύο περιπτώσεις, περισσεύουν ο μαζοχισμός και η αχαριστία.

 Η Εξιδανίκευση είναι συνεργός της Ψευδαίσθησης, αμφότερες είναι νοερά κυήματα που καμαρώνουν για την επινοητικότητά τους. Σε απομακρύνουν από το πιο ουσιαστικό κομμάτι της καθημερινότητας, το να είσαι παρών σε αυτή. Γιατί η καθημερινότητα μπορεί να σε ζημιώνει με άπειρους τρόπους-το να είσαι παρών σε αυτή αντί να πλάθεις εναλλακτικούς γαλαξίες, είναι ασύλληπτα αποζημιωτικό. Μα τι παραπάνω είναι η εξιδανίκευση από μηχανισμός άμυνας που μας κάνει να νιώθουμε ικανοί να ελέγχουμε την πραγματικότητα και να επενεργούμε σε αυτή;Το αυθεντικό Ιδανικό είναι εκείνο που εμφανίζεται από το πουθενά, η αιφνίδια έκπληξη. Το διαπιστώνεις εμπειρικά, δε συνιστά προκατασκευασμένη εμπειρία. Η αποφυγή της πραγματικότητας είναι πράξη δειλίας και το Ιδανικό προορίζεται για γενναίες ψυχές. Πρέπει να χαθείς στην πραγματικότητα με τα τερατώδη της δομικά στοιχεία για να βρεις τη διέξοδο προς μια ιδανική πολιτεία. Πρέπει να σε εγκλωβίσει η πραγματικότητα για να την αναχαιτίσεις. Πρέπει να είσαι αιχμάλωτος για να ποθήσεις διακαώς την ελευθερία σου. Πρέπει να αγαπήσεις τον εαυτό σου για να αγαπήσεις τους άλλους. Πρέπει να πονέσεις για να γίνεις έτοιμος να αγαπηθείς. Αλλά πάνω από όλα, πρέπει να μάθεις πώς να ζεις για να πάψεις να εξιδανικεύεις.

Τίποτα δε σε κρατάει πιο μακριά από το Ιδανικό πέρα από τη μανία σου να εξιδανικεύεις.

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Άγνωστο

Αιφνίδια μπόρα ξέσπασε στον παράταιρα θερμό Οκτώβρη. Ο δρόμος γέμισε ζακέτες, φουλάρια και μποτάκια, αλλαγή ενδυμασίας που μαρτυρεί την επιβεβλημένη αλλαγή εποχής. Εκείνη περιμένει στη στάση του λεωφορείου συννεφιασμένη. Είναι από τις μέρες που τίποτα δεν προμηνύει την ελπίδα-ή το κέφι για πίστη σε αυτή.Υγρασία ανυπόφορη παντού, αισθανεται τα μαλλιά της ανυπότακτα και τη φιγούρα της ατημέλητη-αμελώς ατημέλητη. Φοράει μια μακριά μπορντώ ζακέτα και κάθε τόσο κοιτάζει μηχανικά το ρολόι της-η πληροφορία που τής δίνει είναι σε κάθε ματιά εξίσου αδιάφορη.

Σπάνιο πλάσμα, μέσα από τη σιωπηλή του διαφορετικότητα αποτυπώνεται ένας πόνος περίτεχνα κρυμμένος, αλλόκοτα όμορφος. Πλούσια κώμη, σε φυσικό κόκκινο χρώμα, χαριτωμένες φακίδες στο κατάλευκο δέρμα, χείλη σαρκώδη και μάτια γκρίζα, αμυγδαλωτά. Συλλέγει μυρωδιές, η βροχή όπως νοτίζει το χώμα, ανάκατη με μυρωδιά φρεσκοκομμένου καφέ και κρέμας από το γειτονικό ζαχαροπλαστείο. Μόνο οι οσμές αυτές εξημερώνουν την οργή της για τα άκομψα σκηνικά που διαδραματίζονται αυτό το τυπικό δευτεριάτικο μεσημέρι.Κυρίες καμωμένες από ζάχαρη που δε θέλουν να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους και κατσουφιάζουν που ο άνεμος παρασύρει τις πανάκριβες ομπρέλες τους, οδηγοί με απελευθερωμένα πρωτόγονα ένστικτα που πιτσιλάνε παντού λάσπη τρέχοντας ιλιγγιωδώς, κόρνες επίμονες, παιδάκια να τσαλαβουτούν στους πλημμυρισμένους δρόμους, βλαστήμιες των πεζών που έγιναν αγνώριστοι από τα οχήματα, βλαστήμιες των οδηγών που θα αργήσει και άλλο η επιστροφή στο σπίτι.Και έπειτα ξέρει, θα ανέβει τη σκαλιά της πολυκατοικίας σαν ανήμπορη, η διπλανή θα την περιμένει στην πόρτα προσποιούμενη πως πετάει στυμμένα πορτοκάλια στη σακούλα σκουπιδιών που αφήνει στο κατώφλι της πόρτας της για να αλιεύει ειδήσεις. Η ίδια κάθε Δευτέρα τρώει φακές, τις συνοδεύει με σαλάτα εποχής και λίγο κρασί κόκκινο. Τρώει γρήγορα και χάνεται στο μικρό της δωμάτιο. Την περιμένουν βιβλία πολλά, μυρωδιά τυπωμένου χαρτιού, θεωρίες και συσχετισμοί, γνώση ατελεύτητη και ερωτική που ποτέ δε θα δαμάσει. Ξεχνιέται μέσα στα βιβλία και ξαναθυμάται μέσα από αυτά.Ξεχνιέται από τις πυρετώδεις Δευτέρες που όλα εκτελούνται με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Κουρδισμένος ο κόσμος αφήνεται σε επανάληψη στείρων ενεργειών και άγονων παραλείψεων. Άκαρπα όλα, όπως και η συνήθεια.

 Η μόνη ώρα της Δευτέρας που ξεκλέβει μέσα από ζαβολιές από το χρόνο, είναι στις πέντε το απόγευμα ακριβώς.Φτιάχνει ένα απίθανο ζεστό τσάι, με μέλι, κανέλα και μυρωδικά και διαβάζει παλιά ημερολόγια. Αισθάνεται ότι έτσι εναντιώνεται στο στείρο παρόν, ακόμα και αν ζητιανεύει ζωή μέσα από τις θύμησες. Τότε τη γαληνεύει να ξέρει ότι δε θα χτυπήσει το κουδούνι της-ούτε το τηλέφωνό της. Νιώθει τη θαλπωρή της μοναχικότητάς της να την κυριεύει, νιώθει ότι η αλλαγή προέρχεται από μικροκινήσεις αντίδρασης και αντίστασης σε ένα δικό μας κατασκευασμένο κατεστημένο.Μήπως το χάος όμως εμείς δεν το γεννάμε;Σαν φωτεινή επιγραφή την κυνηγάει η λέξη ''αυτοτυραννία''. Πάντα θα φοβάσαι την καταδυνάστευση όταν δεν απαλλαχθείς από την πιο ύπουλη μορφή της, την αυτοτυραννία.Καμία δυναστεία δεν είναι δυνατή όταν ανακαλύψεις άφοβα το δικό σου μανιφέστο. Οι κανόνες που εμείς επινοούμε είναι συχνά και οι πιο ανάλγητοι γιατί δεν έχουν παράθυρο στην εξαίρεση. Τη σνομπάρουν επιδεικτικά ενώ εκείνη στέκεται ανεπιτήδευτα λαμπερή, πάντα κλέβει την παράσταση χωρίς καν μια ατάκα. Η συνήθεια δε μπορεί να νεκρώσει το αλλιώτικο αν εμείς δεν τη νομιμοποιούμε. Η νομιμοποίηση της συνήθειας είναι η χείριστη μορφή αδικίας.

Μέρες ομοιόμορφες, καθόλου όμορφες, πανομοιότυπες, αποστειρωμένες και κοινές, σαν ο σεναριογράφος να ζει το σενάριο που ο ίδιος έγραψε.Σκηνές προκαθορισμένες, τόσο προβλέψιμες και στεγνές από πρωτοτυπία που παγώνουν την όποια επιθυμία να τις ζήσεις. Το άγνωστο τελικά που τόσο τρέμουμε είναι εκείνο που έχουμε ανάγκη. Την εκρυθμία, το μάγεμα, τη λήθη, το μηδέν και την αφετηρία. Έναν αλλιώτικο δρόμο,μια διαφορετική προσέγγιση, μια χαμογελαστή ματιά στην αγέλαστη τύχη, μια αισιόδοξη σκέψη, και ας στάζει νήπια αφέλεια.Δεν είναι δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος, δύσκολο είναι να αλλάξουμε τη ματιά μας απέναντί του. Δύσκολη δεν είναι η αποποίηση της συνήθειας αλλά η δύναμη αποδοχής της ανατρεπτικής ζωής. Και όσο οι μέρες οι άχρωμες πληθαίνουν ασφυκτικά, εκείνη στρέφει το βλέμμα σε πολύχρωμους ουρανούς που φιλοξενούν μέρες όλο εκρηκτικές αποκλίσεις και απρόοπτα.
 
 Καμιά φορά η εναντίωση στο καθιερωμένο δε σηματοδοτεί απλώς μια καινοτομία αλλά αναγέννηση ψυχής. Η αίσθηση ασφάλειας που κλειδώνει εντός της η συνήθεια είναι επικίνδυνη γιατί η  ζωή ξεκινάει εκεί όπου η συνήθεια.  θανατώνεται . Και, ναι, είναι ανασφαλές το ταξίδι και αβέβαιο, αυτό όμως είναι που το κάνει πραγματικά ωραίο.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Εμμονές

Αναρωτιόταν γιατί το Σύμπαν είχε γίνει τόσο εχθρικό. Μια τετραπέρατη φάρσα του ψιθυρίζει ότι τα όνειρά του θα συναντούν τα πιο τρομερά φράγματα. Τελευταία ζει συνέχεια αλλού. Σε ένα ρομαντικό μπιστρό με θέα τη βροχή, σε μυστικά καλντερίμια να βαδίζει νωχελικά, σε μία απρόσωπη πόλη όπου χάνει το γνώριμο εαυτό του μέσα στη μαζική παράνοια. Απελευθερωτικά μόνος. Χωρίς τη σκλαβιά της προϊστορίας, με εκείνη την αγαλλίαση που σπείρουν τα άγραφα, ακόμα, δεδομένα. Χωρίς πληγές και οδυνηρά αντίο, χωρίς αποχαιρετισμό της χαράς και της επαφής, από το μηδέν,ολόκληρος, από το μηδέν ατόφιος.

 Αντ' αυτού μένει να περιφέρεται στην πόλη του, ξένος πιο πολύ και από τουρίστα. Περπατάει με προορισμό αδιευκρίνιστο, κάνει κύκλους άσκοπα, σκοντάφτει σε οικεία πρόσωπα που του γνέφουν με την κατάχλωμη ψυχή τους. Με τις γνωστές εμμονές του αγκαλιά, ετεροχρονισμένος, να ψάχνει τη θέση του σε ένα χώρο κατάμεστο από αγοραφοβικούς. Πιάνει τον εαυτό του να μην αντέχει τη μίζερη εικόνα των περαστικών. Το ντύσιμό τους, τα τεράστια γυαλιά, τις υπερμεγέθεις τσάντες, τις όλο υπεροψία και ξιπασιά κουβέντες τους. Τη μεμψιμοιρία που κουβαλάνε σε κάθε τους βήμα, τη μυρωδιά από τσιγάρο και βαριά αρώματα, τις συμβουλές που ξεστομίζουν με την αυτοπεποίθηση του ειδήμονα. Ακλόνητοι σε ένα μικρόκοσμο όπου όλα είναι νεκρά από ανία. Έτσι πλάθει και αυτός τους δικούς του, εικονικούς κόσμους, και τους τροφοδοτεί. Έναν Οκτώβρη αληθινά μελαγχολικό, χωρίς ανούσια τρεχάματα και υπερβολική δόση από την προβλεψιμότητα των άλλων. Δε μπορεί να στέκεται άλλο πια σε έναν κόσμο όπου όλα καμαρώνουν στραγγισμένα από ζωή. Αδυνατεί έτσι να φοβηθεί και το θάνατο, αδυνατεί έτσι να ερωτευτεί τη ζωή. Οι εμμονές του κυκλοφορούν αυτοερωτικές στα πρωινά της φωτεινής του έμπνευσης. Προσκρούουν στον παροξυσμό του κοντόφθαλμου μικρού σύμπαντος, όπως τότε που άκουσε εκείνον τον τροφαντό μεσήλικα να λέει με πονηριά στο ύφος μιλώντας στο κινητό του:
-Τι λες παιδί μου...Αυτή δεν είναι εποχή για αγαθοεργίες! και γέλασε με έναν τρόπο που  του έχει χαραχθεί στο μυαλό.
Τον τραυμάτισε αυτή η φράση, έτσι αβίαστα όπως καθρέφτιζε την πραγματικότητα. Βλέπει κάθε μέρα έναν κόσμο σε απόλυτο αλληλοσπαραγμό. Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι ακόμα και να ερωτευθούν. Όπως και οι εμμονές του, σκαρώνουν υπολογισμούς για να έχουν το πάνω χέρι. Ερωτεύονται την αντανάκλασή τους στα μάτια του Άλλου και όχι τη ματιά του.
Περπατούν με απύθμενη σιγουριά, σαν μια επίμονη βοή που τον κατατρέχει.
Νιώθουν άτρωτοι επειδή δεν έχουν ανάγκη κανένα, ενώ  τρωτός είναι όποιος καμώνεται τον αυτεξούσιο.
 
Οι Εμμονές του του κρατούν ακατάπαυστα συντροφιά. Εμμονές με παράλληλους κόσμους όπου αποθεώνεται η δημιουργία. Εμμονές με γυναίκες του χτες που κρατούν τα κομμάτια του πεισματικά αιχμαλωτίζοντάς τον ισόβια. Αλλά και η μέγιστη εμμονή, η πανίσχυρη, εκείνη που τον κυριεύει. Μια ιδέα που φυτεύτηκε στο μυαλό του, και εξαπλώθηκε, θαλερή και ρωμαλέα. Η Εμμονή με τα παράλληλα σύμπαντα. Η βεβαιότητα ότι η ευτυχία του κατοικεί σε άφαντες πολιτείες και σε ανθρώπους προς το παρόν άγνωστους.Η αλάνθαστη αίσθηση ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, γι' αυτό άλλωστε εκτροχιάζεται από τα τυπικά πλαίσια του χωροχρόνου τόσο συχνά.Παρατηρεί φάτσες αλλόφρονες να καταβροχθίζουν η μία την άλλη με μένος, σε μια πάλη όλο ρήγματα και τριγμούς και εκδορές.Γεμίζει ο ουρανός από κλισέ και μίσος υπερτροφικό.Καλπάζουν στα σύννεφα όνειρα σάπια και άδεια τρένα με οδηγό την εικασία.
 
Η κυριαρχία των εμμονών σημαίνει τρέλα, η κυριαρχία πάνω στις εμμονές σημαίνει χειραφέτηση.Και ο ίδιος αγνοεί έτσι χαμένος στις εικονικές του πολιτείες ότι, ακόμα και εκεί, εγκλωβισμένος θα  νιώθει.Καλλιεργώντας εμμονές, κατακρεουργεί το παρόν, το οποίο δεν είναι παρά ένα συγκέρασμα αντιφατικών στοιχείων. Όταν κάποιος ΄ξέρει να ζει ολιγαρκής σε ανάσες πολύχρωμων τοπίων, τότε τις αποπνικτικές μεριές ούτε καν τις βλέπει.Χωρίς κίνδυνο ορατό τι νόημα θα είχαν τα καταφύγια;Εκείνος όμως εμμονικά παραλύει θαμπωμένος από την εκτυφλωτική γοητεία των αυτοσχέδιων κόσμων του, κι έτσι το μόνο που κάνει είναι να είναι θεατής εφιαλτικά αποκρουστικών αναμετρήσεων. Ακόμα και το Θαύμα να περάσει από δίπλα του, οι πανούργες εμμονές θα το βαφτίσουν συμφορά.Πράγματι, είναι συμφορά να περιστοιχίζεσαι από ομορφιά και να μη μπορείς να τη διακρίνεις, ακριβώς επειδή μετά την γυρεύεις στα πλέον απίθανα μέρη.Η ομορφιά ξεπροβάλλει ακόμα και μέσα από τα πιο βλοσυρά τερατουργήματα, και αν καταφέρεις και την εντοπίσεις, έχεις γίνει και εσύ Θαύμα.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Ενοχές

Ξημέρωνε Οκτώβρης. Την ξύπνησαν, συνεπείς, οι Ενοχές.Άγρυπνες, αδέκαστες, όρθιες την κοιτάζουν με βλέμμα που διψά για απολογία.Μια ζωή τους απολογείται για κάθε της κίνηση.Οικτρές στην όψη, δαιμονοποιούν την ομορφιά, την καθηλώνουν. Οι πόρτες του σπιτιού ερμητικά κλειστές, αν και το πολυπόθητο φθινόπωρο σε σκασιαρχείο. Το προσμένει για να κάνει τον εγκλεισμό της στο σπίτι λιγότερο παράλογο. Μένει εσώκλειστη, αυτή και οι Ενοχές της.Την κυβερνούν σε ένα παιχνίδι που έγινε άθυρμα, χωρίς συμπαίκτη. Ενέδωσε στην ενοχική της φύση χωρίς εσώτερη διαμαρτυρία.

Η απόκλιση από το δέον πάντα τής γεννούσε τύψεις αφόρητες. Κάθε στιγμή που δοκίμαζε την ηδονή μιας μικρής χαράς, ένιωθε ότι έπρεπε να αισθανθεί διπλάσια θλίψη για να κατοχυρώσει την ισορροπία. Η Ενοχή κατατρόπωνε ακόμα και την πιο ανέμελη στιγμή που διεκδικούσε απόδραση από τα τετριμμένα. Μάταια προσπαθούσε να τις τιθασεύσει με περιοδικές φυγές και χιλιομετρικές μετατοπίσεις. Ξετρύπωναν από παντού, ανήμερα θεριά που την καταδίωκαν, στοίβαζαν ταξίδια στοιχειωμένα, όλο απέλπιδες απόπειρες να γλιτώσει. Αγωνιζόμενη να καταπνίξει τον εγωκεντρισμό της, γινόταν εγωπαθής. Γιατί η προσπάθεια να ξορκίσει κανείς τις ενοχές του είναι η μέγιστη πράξη εγωπάθειας.Το να γίνεται κανείς δοτικός για να νιώθει ο ίδιος καλά είναι μια μορφή υστεροβουλίας  συγκεκαλυμμένης, άρα και πιο σκληροπυρηνικής. Η τάση απώθησης των ενοχών είναι δείκτης ανηδονίας γιατί κάποιος που εκτιμά την απόλαυση δεν την αναλύει, ούτε τη δαιμονοποιεί.
 
Μπαίνει ο Οκτώβρης ορμητικός, το χάραμα τη βρίσκει να μάχεται πρωτόγνωρα με τις Ενοχές, να ξεσκεπάζει τη νομιμοφανή τους επικάλυψη. Τής φαίνονται όντα μοχθηρά και αντιπαθητικά, μια δυναστεία αυτόβουλης ηλιθιότητας που τής φράζει το δρόμο για το ελεύθερο συναίσθημα. Ο Κόσμος διαλαλεί την κατάπτωσή του, η παρακμή είναι πια καθεστώς, τίποτα δεν είναι αισχρό, κανένα θέαμα επονείδιστο. Η φρίκη έγινε πια συμβατική καθημερινότητα, και οποιαδήποτε άρνηση συμπόρευσης και εξοικείωσης με αυτή, σε καθιστά νεφελοβάτη, ρομαντικό και ονειροπόλο. Παρωχημένο το δίχως άλλο. Η Επιθυμία χαράζει ολόφωτη τη δική της πορεία. Εμβόλιμες ενοχές τη φυλακίζουν σε κελιά που ισχυροποιούν την αρχική της ένταση. Μαίνεται η επιθυμία φλεγόμενη, δεν αντέχει την περιφρόνηση των ρασιοναλιστικών ενοχών που τα στρέφουν όλα σε μία κατεύθυνση κατ'επίφαση δεοντολογίας.
 
 Πέρασε μια ζωή, παρελαύνει εμπρός της μέσα από γλαφυρές εικόνες, κραυγάζει πίσω της, με τη φωνή του ανεπίστρεπτου..Κύλησε μια ζωή μέσα σε Ενοχές καμαρωτές, κάθε Οκτώβριο την έζωναν και πιο έντονα, την τύλιγαν με αίσθηση γενικευμένης ανεπάρκειας, την κοίμιζαν όσο εκείνες επαγρυπνούσαν. Τής λήστευαν το κέφι, τη σιγουριά, την αγάπη. Την πότιζαν εικασίες και μαραμένα ανικανοποίητα, τής τριβέλιζαν το νου με τη βοή των εναλλακτικών οδών, τη συνέτιζαν κάθε φορά που πήγαινε να λοξοδρομήσει.

Φυσάει ξαφνικά ένα λυτρωτικό αεράκι, ο Κόσμος βιάζεται να καλωσορίσει το μήνα, ξεχύνεται στους δρόμους όλο προσδοκία, τρέχει, προβλέπει,, προσμένει το Θαύμα. Τη μαστιγώνουν οι Ενοχές, τις έμαθε πια καλά.Αυτή τη φορά θα ανατρεψει το καθιερωμένο της πρόγραμμα αψηφώντας τα ενοχικά της σύνδρομα, ακόμα και αν ολόκληρος ο κόσμος γκρεμιστεί. Γιατί η μεγαλύτερη μορφή ανελευθερίας κρύβεται στις Ενοχές. Υποχείριο των ενοχών ίσον υποχείριο των πάντων. Και είναι κρίμα σε ένα σύμπαν που πασχίζεις για ανεξαρτησία, οι Ενοχές να βρίσκουν τον πιο πανούργο συνένοχο σε εσένα. Τότε γίνεσαι αιχμάλωτος όχι απλώς με τη συναίνεσή σου, αλλά με την πρωτοβουλία σου, και νιώθεις ότι αξίζεις την αιχμαλωσία μόνο και μόνο για να ξεχρεώσεις αυτοδημιούργητες ενοχές. Κάπου εδώ σε προσκαλεί επιτακτικά η απενοχοποίηση. Ίσως τότε ανακαλύψεις ότι ακόμη και ο Οκτώβρης κρύβει μια υποτιμημένη μαγεία και χαθείς σε μια ξέφρενη γιορτή από παρεξηγημένα μυστικά ευδαιμονίας.

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Η Στιγμή

To απέραντο του Χρόνου τον άγγιζε διχασμένο. Μέρες ατέλειωτες, μέσα σε σκόνη αναμνήσεων, το άχθος του Χρόνου που κυλάει μέσα στις αντιφάσεις, η φθορά και η αλλαγή μαζί. Αποφράδα Σεπτέμβρη και δεν του έμεινε κάτι άλλο από το να παρατηρεί το χάος που τον περιβάλλει. Άλλοτε καλμάρει την εσωτερική του φρίκη και άλλοτε την εξάπτει. Μέρες που έχουν εκχωρηθεί στη συνήθεια, με κινήσεις μηχανικές, αιχμαλωτισμένες στην ενοχική εκτέλεση του δέοντος. Σκέψεις τελματώδεις, που απλώς οικειοποιούνται βάρβαρα την αυτοτέλεια της απλής στιγμής. Πρόσωπα παραμορφωμένα που ούτε τα κοιτάζει, ούτε τα βλέπει, ξυστά μόνο περνούν από δίπλα του σε μια αποθέωση ανέκφραστου. Συνήθισε αυτό το μοτίβο ζωής, το συμβιβασμό. Συνήθισε τη συνήθεια, έτσι δυναμικά όπως την εδραιώνει η ανακύκλωση του Χρόνου και των προβλέψιμων δομικών του στοιχείων.

Νιώθει ότι από το ταβάνι του δωματίου του πέφτουν ορμητικά οι μνήμες καταβροχθίζοντας τη γαλήνη του. Από την τεράστια μηχανή του Χρόνου που κάνει μαγικά τις πιο ακατάλληλες ώρες, πόσες στιγμές μπορεί άραγε να ξεδιαλύνει; Στιγμές ατόφιες, χαραγμένες μέσα του, ανεξίτηλες, από εκείνες που ακόμα και η πιο στυγνή συνήθεια δε μπορεί να ξεθωριάσει. Στιγμές που αγκιστρώθηκαν στο φοβερό παραλήρημα του Χρόνου. Σε άπειρες μέρες άχρωμες, όλο άσκοπο δόσιμο, πισωγυρίσματα και οραματισμούς. Εκείνες τις στιγμές τις ανυπότακτες, τις αιωνόβιες, τις ανυπάκουες σε οποιαδήποτε χρονομηχανή. Που έκαναν αποστασία όταν όλα γύρω πειθήνια τιθασεύονταν από μια λερναία παραίτηση.Σαστίζει με το Χρόνο, πώς ενώ τα φθείρει όλα και τα αποδυναμώνει, στέκεται αδύναμος μπροστά στην Ψυχή που είναι ικανή να τον αψηφήσει. Η διάσωση μιας στιγμής στην απεραντοσύνη του Χρόνου είναι Θαύμα που μας υπενθυμίζει ότι η αιωνιότητα κρύβεται στη σωτηρία μιας αληθινής στιγμής. Στη σωτηρία μας από μία αληθινή στιγμή.
 
Και σκέφτεται πώς ενώ η ζωή του έμοιαζε χαμένη σε μία στείρα επανάληψη, μπορεί να ξεχωρίσει στιγμές παμπάλαιες που μοιάζουν παντοτινές, γιατί  καθόρισαν την πορεία του στο Χρόνο. Τον έκαναν δυνατό, γενναίο, ατρόμητο. Συναντήσεις με φίλους, αγνώστους, το άλλο του μισό. Ευκαιρίες που έχασε και ένιωσε νικητής, αποτυχίες που τον έκαναν πραγματικά επιτυχημένο στη συνέχεια, σωστά που ξεπηδούσαν μέσα από τα πιο ξέφρενα λάθη, αγάπες απρόβλεπτες και βραδινές βόλτες με το αυτοκίνητο και τον Springsteen στο ραδιόφωνο. Μετακομίσεις όλο γόνιμα ξενύχτια, χαμόγελα γεμάτα ψυχή, λέξεις που τον στοίχειωσαν. Και από την άλλη όχθη:πόνος, κλάμα, απογοήτευση, αίσθηση ήττας και ανεπάρκειας. Μέρες γεμάτες πέτρινα βλέμματα και αβάσταχτη σιωπή. Μοναξιά που τον ανάγκασε να βυθιστεί στην ύπαρξή του, να τρομοκρατηθεί, να πεθάνει ο μονόχνωτος εαυτός του, να ξαναγεννηθεί.

 Επισκέπτεται τόπους που του χορηγούν την αιώνια νιότη, τον γυρνούν πάντα πίσω, στην παράφορη ευτυχία. Κάποιες φορές είναι αναγκαίο να γυρίζεις πίσω. Θυμάσαι τι σε βοήθησε να φτάσεις στο παρόν αλώβητος. Τι συμμάχησε μαζί σου για να μπορέσεις να διαχειριστείς τις πληγές σου και να βαδίσεις εμπρός. Στην ουσία σε κινητοποιεί να αφορίσεις τη συνήθεια και να βγεις στην αναζήτηση και άλλων τέτοιων στιγμών. Ο αφορισμός της συνήθειας είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσεις τη σωτήρια στιγμή. Εκείνη που θα σε κάνει ακόμα και την αιωνιότητα να περιφρονήσεις και να αποθεώσεις το παροδικό. Εξάλλου πια θα ξέρεις καλά ότι η παροδικότητα είναι απλώς μια κατασκευή:παροδικό είναι μόνο ό,τι δεν έχεις την ικανότητα να γλιτώσεις από τη λαίλαπα του χρόνου. Και όσο πιστεύεις στην παντοδυναμία της στιγμής, μόνο αιώνιες συγκινήσεις θα σε βρίσκουν.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ανείπωτα

Ξημέρωσε μια μέρα σαν φυγή ουτοπική. Πλημμύρισε το δωμάτιο φως και δυνατότητα. Στέκεσαι στο περβάζι και απολαμβάνεις τη θέα της νεογέννητης ημέρας. Λουσμένα τα πάντα στο φως, η ησυχία της ώρας τόσο εύγλωττη, η μέρα που ξεκινά σε μια πολιτεία έγχρωμη. Τέτοιες μέρες θεωρείς αμάρτημα να κάθεσαι όλο ραθυμία στο κρεβάτι και να χουζουρεύεις. Θέλεις να μαζέψεις ήλιο, ζωή, βλέμματα, φωνές. Και εικόνες, προπαντός εικόνες αλληλοαναιρούμενες, εικόνες όλο λεπτεπίλεπτες λεπτομέρειες, εικόνες γεμάτες από συναίσθημα και ελπίδα.Κάτι σε βασανίζει, και έτσι ψάχνεις θεραπεία σε ατέλειωτες βόλτες και συναντήσεις ουρανοκατέβατες. Κάτι άλλαξε μέσα σου, από το πουθενά. Πλέον χαμογελάς σε ένα εκφραστικό βλέμμα, κάθεσαι κάπου και πιάνεις κουβέντα, όσο ριψοκίνδυνο και αν είναι το ταξίδι σε έναν άγνωστο κόσμο. Οι παλιοί σου φίλοι αφέθηκαν σε μία απαράδεκτη λήθη, ευτυχώς δηλαδή που τους βλέπεις σε κάτι όνειρα που μεθάνε τον ύπνο σου και τον ποτίζουν αναμνήσεις θαλερές, από μια αξέχαστη εφηβεία.
 
Κοιτάζεις τους ανθρώπους να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα, συχνά σε συναρπάζει η απόκλιση που υπάρχει ανάμεσα στην εξωτερική τους εικόνα και στην προσωπικότητά τους, που δειλά ξεδιπλώνεται από τις πρώτες στιγμές, τις πρώτες κουβέντες, τα πρώτα κινήματα. Διδακτορικό έπρεπε να έχεις στη διάγνωση προσωπικοτήτων και την ψυχολογία, να η δική σου αντίφαση, που στην πραγματικότητα ήσουν οικονομολόγος. Γνώρισες άτομα που καχύποπτα σε απέφυγαν για να κλειστούν στο καβούκι μιας πάντα άγονης μοναξιάς. Άνδρες που σε φλέρταραν άγαρμπα και γυναίκες που αρκέστηκαν σε ένα-δύο βλέμματα αποδοκιμασίας. Κι έπειτα γνώρισες ανθρώπους επιφανειακά ψυχρούς, φλεγματικούς και ακοινώνητους, που με την πρώτη ευκαιρία έκαναν κατάθεση ψυχής, μέσα σε ένα καφέ πνιγμένο στον καπνό και τη δυνατή μουσική. Πόση μοναξιά υπάρχει γύρω μας, σκεφτόσουν, και η σκέψη καρφιτσώθηκε στο νου σου έκτοτε. Έλλειψη επικοινωνίας απόλυτη, όλοι να θέλουν να πουν μια κουβέντα, και να μην έχουν σε ποιον να μιλήσουν, είτε επειδή αυτός δεν υπάρχει, είτε επειδή είναι σα να μην υπάρχει. Το ένα και το αυτό δηλαδή, ή μάλλον το δεύτερο είναι αναμφίβολα χειρότερο.

 Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία άγνωστες μορφές σου αράδιαζαν τις ενδόμυχες σκέψεις τους, ίσως επειδή δε σε ήξεραν και ένιωθαν άνετα, ίσως επειδή εξέπεμπες μια σπάνια αίσθηση αξιοπιστίας και οικειότητας. Πόσοι άνθρωποι μας προσπερνούν καθημερινά, και πόσους παραγκωνίζουμε ασυλλόγιστα, πόσες ιστορίες ανείπωτες, πόσο πόνο και πόση αγάπη! Αυτά σκεφτόσουν και οι καθημερινές στιχομυθίες με αγνώστους μετατράπηκαν σε ιδανικό υποκατάστατο της απούσας ζωής σου. Χανόσουν μέσα στις ξένες ιστορίες, ένιωθες ασφάλεια και θαλπωρή να τις ακούς, χωνόσουν με πάθος στα λεγόμενα των άλλων, στη φλόγα που χόρευε στα μάτια τους όσο σου μιλούσαν. Η αλληλεπίδραση αυτή ήταν που είχες ανάγκη για να μην είσαι πια ξεκομμένη από όλα.

 Πρέπει να ανταμώσεις με ξένους καμιά φορά για να γλιτώσεις την αποξένωση.
 
Εκείνη την τρομερή ώρα που όλα και όλοι στέκονται τόσο μακριά από εσένα...δεν τους βλέπεις..δε σε διακρίνουν..δεν τους ακούς...δε σε αφουγκράζονται...δε σε αφορούν..δε νοιάζονται.
Το αντιλαμβάνεσαι όταν σε επισκέπτονται διχασμένα εκείνα τα όνειρα μιας ολάνθιστης εποχής που τίποτα δε μπορούσε να ήταν ξένο.
 
Οι λέξεις των ξένων σε ψυχαγωγούν, σε γαληνεύουν. Η διαφορετικότητα των ανθρώπων σα να σε παρηγορεί, επιπλήττοντας εκείνη την αβίαστη ετυμηγορία σου περί ανιαρού κόσμου και σύμπαντος. Ο κόσμος είναι με σοφία σμιλεμένος. Εμείς δεν έχουμε την ετοιμότητα να τη δούμε και να την εκτιμήσουμε.
 
Έτσι έγινε και ένα μελαγχολικό απόγευμα προς τα τέλη του Σεπτέμβρη, γνώρισες και εμένα. Με ρώτησες πώς μπορώ και πίνω σκέτο καφέ, αποκαλύπτοντας θαρρετά ότι άκουσες την παραγγελία μου.Στην αρχή σε πέρασα για τρελή, και εκείνη τη μέρα ήθελα απλώς να πιω καφέ και να ρίξω μια ματιά στις εφημερίδες. Δεν είχα διάθεση για συνομιλίες, για αυτό και ήμουν αρκετά σφιγμένος. Μου έκανε εντύπωση το καθαρό σου βλέμμα και η άνεση με την οποία μού απευθυνόσουν. Είχες κάτι αδιευκρίνιστα ελκυστικό, και ένα βλέμμα χαριτωμένα αδηφάγο, που ρουφούσε την κάθε εικόνα, άγρυπνο και ακόρεστο. Περισσότερο μιλούσα εγώ, για όλα τα κλισέ θέματα που μπορούν να απαλλάξουν μια αναγνωριστική συνομιλία από την άβολη αμηχανία. Εσύ με κοιτούσες με ύφος που στάθμιζε κάθε μου λέξη. Αυτή ήταν η αρχή μιας σειράς συναντήσεων. Άρχισα, εκτός από το να σε συναντώ, να νιώθω την επιρροή σου πάνω μου καταλυτική. Μια αλλόκοτη εξάρτηση που γεννιόταν και άκμαζε μέρα με τη μέρα. Μπορούσα να σου πω το κάθε τι, παρελθόν, παρόν, μέλλον, σαν όλα να ήταν ζυμωμένα και ενιαία και να πυροδοτούσαν χειμαρρώδεις εξομολογήσεις. Το γεγονός ότι εσύ δε μου μιλούσες για εσένα σχεδόν καθόλου δεν πρόλαβε να με προβληματίσει, εξάλλου ίσως αυτή η μυστηριώδης σου εικόνα ήταν που επενεργούσε εξαρτησιογόνα πάνω μου. Αυτή η αίσθηση που μου έδινες ότι στη ζωή , στην ψυχή και στη σκέψη σου, επικρατούσε μια θεϊκή αρμονία. Αυτή γέννησε το θαυμασμό και την ανάγκη μου για εσένα. Εκεί που ήμουν ξένος, ήθελα να γίνω δικός σου. Εκεί που ένιωθα ξένος, ένιωθα κομμάτι από εσένα. Δεν ήξερα αν ήσουν γρίφος, πόθος ή χίμαιρα. Απολάμβανα απλώς κάθε απόγευμα να κοιτάζω τα αχόρταγα μάτια σου και να ακούω τη βελούδινη φωνή σου να καταπραϋνει  τις εμμονές μου. Τη μοναξιά που κάποτε αποθέωνα, ήθελα πια να εξουδετερώσω. Δεν ήθελα τον παλιό μου εαυτό τον μονόχνωτο, που βυθιζόταν σε εφημερίδες και φορούσε ωτασπίδες σε μελωδικά καλέσματα. Ήθελα το μοίρασμα, το δόσιμο, το ξόδεμα. Και αν αυτό που ένιωθα για εσένα δεν ήταν έρωτας, τότε τι ήταν; Πάλεψα με τον εαυτό μου να το προσδιορίσω μέχρι που απελπίστηκα. Δε γινόταν να το κρατάω άλλο μέσα μου. Μέσα σε σμήνη εξομολογήσεων, θα γινόσουν δέκτης μιας ακόμα εξομολόγησης, που θα αφορούσε και εσένα. Και από τότε όλα θα μεταμορφώνονταν. Είτε επειδή ως ερωτευμένος εθελοτυφλούσα καθώς είχα ανάγκη να βιώσω αυτό που απρόσμενα αισθανόμουν, είτε επειδή όντως διαπίστωνα την πολυπόθητη αμοιβαιότητα, με διακατείχε μια θεότρελη αισιοδοξία. Έλεγα πως πλησίαζα σε μια ολοκληρωτική αλλαγή της ζωής μου. Η παλιά μου οντότητα θα αποτελούσε και επισήμως παρελθόν μετά από την κινηματογραφική μας αντάμωση. Τώρα που τα αναμοχλεύω αποστασιοποιημένα, ο ονειροπόλος ρομαντισμός μου ήταν ακράτητος και γραφικός, αν και μου λείπει πλέον.
 
Ίσως διαισθάνθηκες τι επρόκειτο να συμβεί και σε εκείνη τη συνάντηση δεν εμφανίσθηκες ποτέ. Έσβησες όλα τα ίχνη, από το πουθενά. Μπορεί να μην ήσουν έτοιμη για αυτή την εξομολόγηση που θα σε έκανε λιγότερο ξένη. Ποιος ξέρει, ίσως τελικά, να ένιωθες ανακούφιση μέσα στη γυάλινη αποξένωσή σου. Σε ιστορίες πλουμιστές και αγωνιώδεις, σαν υλικό για μυθιστοριογράφο που τις ατενίζει σαν εργαλείο για να αναπτύξει το συγγραφικό του ταλέντο. Ιστορίες στραγγισμένες από επαφή. Ανέπαφη έτσι όπως ήθελες να μείνεις, τα κατάφερες. Τα ανείπωτα πάθη μου ίσως ήταν τα πιο απερίσκεπτα λάθη μου. Μία φορά πήγα να λοξοδρομήσω αλλά και πάλι απέτυχα.
 
Μέσα από το ανικανοποίητο, βρήκα ξανά τον παλιό μου εαυτό. Ήταν πάλι εκεί, σκωπτικός όπως πρώτα, μόνο με υπεροψία και έπαρση. Μέσα σε ερείπια και στάχτες, καμάρωνε που επιβίωσε μετά από ένα αφελές ταξίδι-ναυάγιο. Καμιά φορά η μόνη ιστορία που δεν αντέχεις να ακούσεις είναι εκείνη που σε αφορά. Εκείνη που σε ξυπνά, σε τρομοκρατεί, σε ανασταίνει. Από τότε που αντάμωσα και πάλι με τον κυνικό μου εαυτό, η δική μου ιστορία ανασαίνει ανακουφισμένη που παρέμεινε ανείπωτη. Προτιμώ να λεηλατεί την ηρεμία μου κάθε ανυπόφορα μοναχικό βράδυ από το να την είχα μοιραστεί μαζί σου τότε. Πια σε νιώθω παράξενη, μια οπτασία που ήρθε και έφυγε, χωρίς να με αγγίξει ουσιαστικά, ανέπαφη πάντα, να συνεχίζει την περιπλάνηση σε ξένες ιστορίες.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Δρόμος

 Πλάθει λέξεις σε γαλαξίες φανταστικούς. Σκέψεις αλλοπαρμένες, μια εποχή λουσμένη από ένα μωβ ακαθόριστο..δημιουργικής μελαγχολίας ή επικαλυμμένης οδύνης; Τέτοια εποχή, κάθε χρόνο, αγοράζει σημειωματάρια, πένες, βιβλία. Καμαρώνουν στο γραφείο της εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή, έναν νέο καταιγισμό σκέψεων και λέξεων.Μυρίζει το τυπωμένο χαρτί, η οσμή ανακατεύεται με τη μυρωδιά της καραμέλας και του καφέ, γράφει να κατευνάσει τα δαιμόνια, γράφει να ξαποστάσει. Διφορούμενος ο καιρός, όπως και όλα. Τριγύρω βασιλεύει μια αμηχανία, μετά το πέρας των καλοκαιρινών διακοπών που αφέθηκαν σε μια πρωτόγνωρη αλμύρα τα πιο φρικαλέα τους άγχη.

  Και τώρα ψύχρα, νεφέλη,πράσινα μήλα και τυπωμένο χαρτί. Λέξεις και σκέψεις που κάνουν κρότο από χιλιόμετρα. Όταν η ελπίδα είναι απούσα από παντού, η υπομονή πρέπει να δυναμώνει. Ακριβώς τότε που είναι άθλος. Στο μυαλό της καμαρώνουν σχέδια και ιδέες, επιθυμίες για μάθηση, περιπλάνηση, νέες εξερευνήσεις. Όπως νυχτώνει νωρίς και μια γριφώδης ερήμωση την κεντά με θλίψη, δεν τολμάει να παραδεχτεί ότι για αλλού ξεκίνησε, ότι θέλει έναν νέο δρόμο, που θα χαράξει η ίδια αυτή τη φορά, και ας είναι ανατρεπτικός. Σιχαίνεται τα μονοπάτια, όπως και δεν πιστεύει στην πανάκεια. Τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο. Ο νους της σκαρώνει εναλλακτικές διαδρομές. ΄Εχουν φίλους αγαπημένους, γεύση, χρώμα, άρωμα, αγάπη. Όλα εκείνα που άργησε να καταλάβει ότι τής χορηγούσαν χαρά. Τόποι γεμάτοι ευλογία, βλέμματα όλο λαχτάρα, ηδονική προσμονή στιγμές. Η αίσθηση ότι βιώνεις το κάθε τι,όχι απλώς το ζεις.

Κάνει μια εκκαθάριση γενναία, έστω και με χρονοκαθυστέρηση. Άνθρωποι που πίκρανε, άνθρωποι που δεν την υπολόγισαν, εξαπατήσεις, χαμόγελα, εκδρομές και εκδορές. Σε μια νοητή ζυγαριά, η κλίση πάντα διχάζει. Σβήνει σκηνικά αθέλητα και ατυχή, κατανοεί την αναγκαιότητά τους. Αναζωπυρώνει η φαντασία της στιγμές μέθης που η ύπαρξη γιόρταζε, χωρίς ενοχές και δεύτερες σκέψεις.Η παραδοχή μιας λάθος επιλογής μπορεί να αποβεί καταλυτική μόνο αν είσαι δειλός για να την κάνεις. Να αυτοαναιρεθείς, ποιο το κακό σε ένα παράπτωμα αν όχι στην άρνηση ομολογίας αυτού;

Το ξέρει, τής το έμαθαν τα βράδια της ερήμωσης, εκείνο το αμφίσημο μωβ, ο διφορούμενος καιρός, η συρρίκνωση της ημέρας. Αν έχεις τη δύναμη να γίνεις κριτής του εαυτού σου καμία κριτική δε θα είναι ικανή να σε αγγίξει. Αν τσαλακώσεις πρώτος την εικόνα σου, όσο και να θέλουν οι άλλοι να την αλλοιώσουν, θα αποτυγχάνουν. Και επίσης:η αναγνώριση μιας αποτυχίας πυροδοτεί απρόσμενη επιτυχία. Το κρίσιμο είναι η εγκατάλειψη..λάθος ονείρου, απόφασης, ανθρώπου, σκέψης. Γιατί στη σκέψη ριζώνει η όποια αποτυχία..Η σκέψη τη μεθοδεύει, η σκέψη επισπεύδει την έλευσή της.

Κι έπειτα έρχονται εκείνα τα κυριακάτικα πρωινά, τα τόσο νωχελικά, που όλη η πλάση μοιάζει να την καλεί σε μια πελώρια γιορτή που τής θυμίζει ότι οι αποτιμήσεις στη ζωή πάσχουν τελικώς από κάποια γελοιότητα. Πως τίποτα δεν έχει στην ουσία σημασία. Και πως ,όσο μπορεί να γίνεται κοινωνός αυτής της γιορτής μαζί με όσους αγαπάει, όλα τα άλλα είναι πραγματικά ανούσια. Κανένας δρόμος δε μπορεί να είναι λανθασμένος όταν έχει τέτοιους συνεπιβάτες, όταν για συνοδοιπόρο έχει τον ειλικρινή εαυτό της . Και αν αποτυχία είναι η μη πραγματοποίηση στόχων, επιτυχία κάποιες φορές είναι η δύναμη  αναθεώρησής τους. Γιατί δεν υπάρχει πιο πικρή αίσθηση από εκείνην της επιτυχίας σε έναν λανθασμένο στόχο.
 
Χαμογελάει ξαφνικά. Ήρθε η ώρα για τις σκέψεις της να χαθούν σε μια λυτρωτική σιωπή και η ίδια να ξεκινήσει μια πορεία γιορτινή, και ας μοιάζει γεμάτη αντιφατικά, σωτήρια λάθη.