Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Θυμός

 Όσες φορές και να την ρωτούσαν με τι ήταν θυμωμένη, αδυνατούσε να απαντήσει.
Η ζωή φρόντισε να την κεράσει πολλά φιλέκδικα σκηνικά που την έκαναν να απορεί και να εξίσταται. Κάτι σαν δοκιμασία αντοχής, μόνο που τραβούσε σε μάκρος.

Ο Θυμός ερχόταν πάντα σε γκρίζο φόντο, και με βιαιότητα, τής άρπαζε τη γαλήνη, την πίστη...Και ακόμα χειρότερα...την ελπίδα. Όταν θύμωνε, η οποιαδήποτε ελπίδα τής προκαλούσε φρίκη. Ήταν από εκείνες τις ώρες τις μοιρολατρικές που ήθελε να αφεθεί στο αρνητικό φορτίο της στιγμής, να βυθιστεί στη θλίψη, να αναμετρηθεί με το χάος. Έμαθε ότι το κρυφτό από τον πόνο τον ενδυναμώνει ακόμα πιο πολύ. Πάντα ο θυμός φανερώνει εσωτερικές εχθροπραξίες. Όσο και αν αναφέρεται σε τρίτους, επιφανειακά περιστατικά και ασήμαντες αφορμές, ο θυμός πάντα στρέφεται εναντίον του εαυτού μας. Όπως και εκείνη, αναζητεί τον εχθρό με καχυποψία σε εν δυνάμει κακόβουλα όντα γύρω της αλλά ο εχθρός είναι ο εαυτός της. Υπονομεύει την εξέλιξή της με κάθε πρόσφορο μέσο και έπειτα αποδίδει αποκλειστική υπαιτιότητα στις ατυχείς συγκυρίες ή στην αδικία που βασιλεύει στο σύμπαν. Μισεί όσους γαλήνιοι έχουν παραιτηθεί από φιλοδοξίες όλο ψυχοβόρα πάθη και στην ουσία μισεί την ίδια που αδυνατεί να το πράξει. Να χαρεί ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην μεγαλειώδη του απλότητα. Να περπατήσει ράθυμα, με το βήμα το νωχελικό της άσκοπης περιπλάνησης. Να νιώσει το αεράκι να εξανεμίζει τα κιτρινωπά φύλλα προς άγνωστες κατευθύνσεις. Να παλέψει το αυτοδημιούργητο χάος πριν σαστίσει με το εξωγενές. Το να κάνεις ανακωχή με τον Κόσμο είναι αδύνατο αν δεν έχεις πρώτα κάνει εκεχειρία με τις λόξες του δικού σου Κόσμου. Ο θυμός που πυροδοτείται εκεί είναι ικανός να υποθάλπει αιώνια οργή που, σε μια αλλοπαρμένη σύγχυση, θα κατατείνει προς πάσα κατεύθυνση.
 
Έμεινε τόσο προσκολλημένη στη ματιά των άλλων για αυτή, που στο τέλος έγινε η δική τους αντανάκλαση. Η όψη της αλλοιώθηκε, φιλοξενώντας σμήνη από βοερές αντανακλάσεις που κατατρόπωσαν την αγνή της έκφραση. Πιστεύοντας ακράδαντα τα λόγια των άλλων, έγινε άπιστη απέναντι στη δική της κρίση. Και είναι ματαιοπονία να ψάχνει κανείς για ένα σταθερό σημείο όταν αμαχητί χάνει τις προσωπικές του σταθερές.

Το απόγευμα κυλάει όλο μομφή και κρίσεις πανικού. Περπατάει σαν υπνωτισμένη στην πόλη, χάνεται σε ένα τυχαίο καφέ στα Εξάρχεια. Περίεργα βλέμματα την καρφώνουν, μα εκείνη ανταπαντά με οργισμένες, αδιαπραγμάτευτες ματιές. Παίρνει βαθιές ανάσες, όπου συνήθως παρελαύνουν συνοπτικά τα αλγεινά της απωθημένα. Κάθε απωθημένο, είναι ικανό να της διαλύσει τη μέρα, ακόμα και αν τής το θυμίσει ένας αθώος συνειρμός. Την κουράζει ο κόσμος που αναμοχλεύει της ίδιες κοινοτυπίες, συζητήσεις όλο ερωτήσεις και υπερχειλή ανασφάλεια, εκτιμήσεις ρηχές και ενίσχυση της διάχυτης απαισιοδοξίας. Θυμώνει με τον κόσμο που τη δίδαξε να είναι ρεαλίστρια. Αν συνεχίσει να πιστεύει σε αυτή την πραγματικότητα που την περιβάλλει, θα αυτοκαταστραφεί. Θυμώνει με την ίδια που ο ονειροπόλος της εαυτός τής γλίστρησε μέσα από τα χέρια. Από τότε, παλεύει να τον ξεχνάει, και όταν εκείνος επανακάμπτει, τον αποδιώχνει με βαρβαρότητα.
 
Αυτό το απόγευμα όμως νιώθει να την πλημμυρίζει μια νοσταλγία ξεχασμένη για εκείνο τον εαυτό που πίστεψε πως ήταν πια ενταφιασμένος. Ένα τσίμπημα σαν ξύπνημα απότομο, σαν φωτοχυσία και σαν αγαλλίαση. Αισθάνεται το βάρος των απωθημένων της να εξασθενεί, μοιάζουν σαν γραφικά, εξεζητημένα γεννήματα του νου της. Και μετά από πολύ καιρό, χωρίς να καταλάβει πώς, σταματάει στο ανθοπωλείο και αγοράζει λουλούδια.Βιολέτες, γαρδένιες και τριαντάφυλλα. Τα χρώματα τη μεθάνε, πορτοκαλί, γαλάζιο, μωβ, μπλέκονται αταίριαστα το ένα με το άλλο, είναι όμως απίστευτα αρμονικά. Βάζει τα λουλούδια στο παράθυρο που είναι πάντα ημίκλειστο, σε ένα βάζο-κειμήλιο, που είχε καταχωνιασμένο στην αποθήκη, και ο χώρος της μεταμορφώνεται στη στιγμή. Τόσο καιρό στο ξόδεμα, σε έναν αναίτιο θυμό, ξέχασε τα πιο μικρά θαύματα που κάποτε την έκαναν να νιώθει δυνατή για το Ένα και Μεγάλο Θαύμα.
 
 Το μόνο για το οποίο αξίζει να θυμώσει κανείς είναι όταν απωθεί την ίδια τη ζωή, υπό το βάρος χαοτικών απωθημένων και παράξενων ιδεών. Τη ζωή με κάθε της μικρό στοιχείο, ακόμα και το πιο  ανυπόφορο. Η ανικανότητα να ζει κανείς τη ζωή του όπως τής πρέπει είναι εξοργιστική. Όσο για τα απωθημένα, αυτά λανθάνουν σε επικίνδυνα μέρη. Στέκονται μεταμορφωμένα σε μνήμες που σε κάνουν δέσμιο αν τους επιτρέψεις να κατοικήσουν στο παρόν. Τότε, εκτός από θυμό, η αποθέωση των απωθημένων θα σε κάνει μονίμως απωθητικό.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Τα σχέδια


Ο Σεπτέμβρης σου αυτή τη φορά έμοιαζε να βυθίζεται σε ένα σκοτάδι. Απόλυτο και τρανό, ο γαλαξίας κατάμεστος από βρόχινα φιλιά και χαμόγελα όλο σταλαγματιές οδύνης.Ερεβώδης ο Σεπτέμβρης, να δοκιμάζει την εναρμόνιση με το μόνιμο ψυχισμό σου. Λείπουν αβάσταχτα οι στιγμές που ξαπόσταινες από τις εμμονές σου. Τις απομυθοποιούσες, και χωρίς θολή όραση, διέκρινες ακόμα και την πιο καλά κρυμμένη ελπίδα.Χρόνια τώρα αφόρητα, γκρίζα πρωινά και νύχτες ασήκωτης μελαγχολίας, στέκεσαι όρθια σε ένα σπίτι παρατημένο, μαζεύεις και εσύ τα ερείπιά σου. Η απληστία χορεύει στο βλέμμα σου, τα χείλη σου προφέρουν με την ίδια ακριβώς ταραχή τη νέα συμφορά που σε βρήκε, η ζωή εφεξής δεν έχει κανένα νόημα και κανένα τέρμα.Από το φόβο σου μην χάσεις τη νιότη σου πρώιμα, την απέβαλλες εσύ η ίδια δια παντός.

Και έπειτα ξεπορτίζεις για την ίδια και απαράλλαχτη βόλτα. Μέσα στην ορμητική βροχή, με ρούχα μουσκεμένα και μαλλιά έξαλλα από την υγρασία. Νιώθεις μια ανείπωτη αίσθηση ελευθερίας όταν περπατάς νωχελικά στη βροχή ενώ όλοι τρέχουν φρενήρεις να φυλαχτούν από μια απλή βροχόπτωση. Λατρεύεις τις καταιγίδες γιατί ακυρώνουν τα όποια σχέδια, που έτσι και αλλιώς για αυτό καταστρώνονται. Σου αρέσει να βλέπεις έκρυθμα πρόσωπα, κατηφείς εκφράσεις και γκρινιάρικες ατάκες, μια αντίδραση σα να ήρθε η συντέλεια επειδή ο ουρανός έστειλε από το πουθενά μια χειμαρρώδη μπόρα. Ποτέ δε θα εξασκηθούμε στην αιφνίδια ανατροπή των σχεδίων, και ας ξέρουμε ότι πρόκειται για νοητές κατασκευές. Πιστεύουμε με όλη μας την Ψυχή στα θεωρητικά μας οικοδομήματα και παρανοϊκά επιδεικνύουμε έλλειψη πίστης όταν αυτά μετατρέπονται σε πράξη.
 
Εσύ απολάμβανες έστω και εκείνες τις λιγοστές στιγμές να είσαι ήρεμη και αυτάρκης. Έπινες αρμένικα βύσσινο λικέρ, έτρωγες σοκολάτα με φουντούκια και ένιωθες τα ρούχα  να κολλάνε πάνω σου, το κρύο αεράκι να σε διαπερνάει. Ταυτόχρονα, διασκέδαζες να βλέπεις ομπρέλες να τις παρασύρει ο άνεμος, περιοδικά έξω από το περίπτερο να μουσκεύονται, ωραιοπαθείς γυναίκες να καθρεφτίζονται όλο αγωνία, χτενίζοντας με τα χέρια τα αφηνιασμένα τους μαλλιά. Ήταν μια γιορτή απροόπτων και η σύγχυση που προκαλούσε ήταν το δίχως άλλο κωμική και τερπνή.
 
Αυτές ήταν οι μόνες ώρες που ο γκρινιάρης εαυτός σου γαλήνευε. Όλες τις υπόλοιπες φρόντιζες να διεκτραγωδείς ακόμα και τη φαινομενική εύνοια που σε συναντούσε.
''Δε μπορεί..Κάτι άλλο κρύβεται από πίσω..Δεν παίρνουν τα μυαλά μας αέρα'' μονολογούσες με τη συνήθη υστερία κάθε φορά που κάτι ελπιδοφόρο συνέβαινε. Όταν δε γινόταν κάτι αποθαρρυντικό, δικαιωνόταν η μίζερη κοσμοθεωρία σου.Ότι η ζωή σου είναι ένα ρεσιτάλ ατυχίας και εσφαλμένων συγκυριών.Ότι αλλού έπρεπε να ήσουν, άλλα να έκανες, μαζί με άλλους ανθρώπους. Ότι τα επόμενα χρόνια θα σε έβρισκαν στάσιμη, με μοναδική ηδονή αυτές τις βροχερές βόλτες. Έτσι έβρισκες κάθε άλλοθι για να επαναπαύεσαι στις αυτοσχέδιες συμφορές σου. Μάταια σου φώναζα να ξυπνήσεις από το λήθαργο και από αυτήν την πελώρια ιδέα σου που σε έσπρωχνε σε αέναη θλίψη. Στην ανικανότητα να ευχαριστηθείς ακόμα και τα πιο μικρά, επειδή μια δυστυχία σίγουρα καιροφυλακτεί στην επόμενη γωνία. Συνήθως τραβούσες τις κλωστές από τα ρούχα σου ή γύριζες πλάτη με πρόσχημα ότι έψαχνες ένα βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Η άρνηση του προβλήματος είναι εκείνη που το γεννά και οδηγεί στην υποτροπή του. Στη διαιώνισή του.

Η ζωή γίνεται θάνατος όταν τελούμε εν αναμονή της όποιας συμφοράς ή αποτυχίας. Το μόνο που προκαθορίζεται είναι η ματιά μας απέναντι στο κάθε τι. Ο φόβος ότι όλα θα πάνε διαβολεμένα στραβά ριζώνει στην ποταπή μας ανάγκη να απενοχοποιούμε την παραίτησή μας.Και η γκρίνια είναι μια στάση ζωής ανυπόφορη, κυρίως γιατί φανερώνει απληστία και μεμψιμοιρία.Δεν έχει δύναμη μεταβολής των καταστάσεων, κουράζει όσους μας περιβάλλουν, σφραγίζει τη δική μας φθορά. Και όπως τα σχέδια αναποδογυρίζουν με ανεπαίσθητους μηχανισμούς αναίρεσης, έτσι και την όποια συμφορά μας μπορούμε εμείς να μετατρέψουμε σε θαύμα αρκεί να είμαστε εκεί για να το κάνουμε και να μην έχουμε αφεθεί αμαχητί στον υπέρτατο λήθαργο.

Όλα αυτά δε μπορείς να τα καταλάβεις, ούτε θέλεις. Δεν είσαι εδώ άλλωστε. Όλο λείπεις, προτρέχεις σε μέρες μέλλουσες γεμάτες από αντίξοα και στυφά αδιέξοδα. Και η μόνη διακοπή της καλπάζουσας πορείας σου στο χρόνο γίνεται κάτι τέτοια απογεύματα, που ένας συνωστισμός από μαύρα σύννεφα προκαλεί χαλασμό και βγαίνεις έξω να συναντήσεις τον άλλο σου εαυτό.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Η Αγάπη

Μετράς μέρες για την Αρχή. Στριφογυρίζεις στο κρεβάτι αμήχανα, η αγριάδα του κόσμου σε υπνωτίζει..Και έπειτα το ξόδεμα. Η μέρα που ξεκινά και τελειώνει μέσα στο χαμό. Στιγμές που κυλούν απρόσκοπτα, με απρόσκοπτη αχρησία. Στόχοι που φαντάζουν χίμαιρες απενοχοποιώντας την εκ προοιμίου παραίτηση. Ικετεύεις για βροχή, ένα γιατροσόφι για την ισοπεδωμένη διάθεση, για έναν φίλο που θα σου αλλάξει τη ματιά. Οι μέρες γεμίζουν από το γκρι της αβεβαιότητας. Μια κοινωνία που λατρεύει να καταποντίζει στην αφάνεια αυτό που πριν ανύψωνε στην επιφάνεια.
 
Μέσα  σε απογεύματα που στεκόσουν συνέχεια στο μεταίχμιο, όλη η ύπαρξή σου ρωτά αν σ'αγαπώ. Η Αγάπη δεν πρέπει να αποδεικνύεται, γι' αυτό είναι αυτεξούσια. Πηγάζει, ανθεί, κυριαρχεί, κάνει θόρυβο ακόμα και μέσα από τη σιωπή.
 
 Σταμάτα να λογαριάζεις, σου λέω με αθέλητα απόλυτο τόνο. Όλα θα ακολουθήσουν μια πορεία που εσύ δε μπορείς ούτε να φανταστείς. Σταμάτα την εμμονή σου με τον έλεγχο.Αυτή κάνει αιωνίως ανεξέλεγκτο το θυμό σου γιατί ποτέ δε θα την ικανοποιήσεις. Έτσι είναι άλλωστε οι εμμονές. Τρωτές φιγούρες, αυτοαναφορικές, τρεφόμενες από το ανικανοποίητο.
 
Ζητάς συνεχή επαλήθευση της αγάπης, και χωρίς να το καταλαβαίνεις, την πολεμάς.
Σαμποτάρεις το αγνό της στοιχείο, το αβίαστο, εκείνο που την αναβιβάζει σε  θαύμα και κύημα παράλογο. Μάθε το πιο δύσκολο. Μάθε να αγαπάς εσένα. Τότε δε θα εξαρτάσαι από καμια άλλη αγάπη. Αν δεν αγαπάς εσένα, πάντα θα διψάς για επιβεβαίωση. Δε θα σε αγαπούν γιατί θα τους το έχεις ζητήσει, δε θα μπορέσεις να αγαπήσεις γιατί δε θα έχεις μάθει τον τρόπο. Παρακολουθώ παραξενεμένα την αυτοκαταστροφική σου μανία. Αφήνεσαι σε μια σειρά από ακρότητες, σε μια επαιτεία προσοχής. Γκρινιάζεις, πεισμώνεις, διατυπώνεις όλο μένος ένα νέο παράπονο. Την κατσουφιασμένη διάθεσή σου τίποτα δε μπορεί να γαληνέψει. Ακόμα και οι χιλιάδες τρόποι μου που σου λένε σ'αγαπώ εξάπτουν παραπάνω την παράφορη ανασφάλειά σου. Ρωτάς, θέλεις διευκρινίσεις, αναλύσεις, πλάνο. Ένα σχεδιασμό σε κάτι που στηρίζεται στο απροσχεδίαστο.
 
 Φοβάσαι τις νύχτες του Σεπτέμβρη. Τυλίγεις γύρω σου μια πλεκτή ζακέτα και περπατάς αγέλαστη στο λιμάνι. Η ανακύκλωση των εποχών σου θυμίζει πόσο ίδια μένουν όλα. Κάθε φορά όμως. Γυρεύεις θεραπεία από ομοιοπαθείς. Κανείς δε μπορεί να γιατρέψει τον πόνο μας εκτός από εμάς. Γινόμαστε ανίατες περιπτώσεις γιατί ψάχνουμε την ίαση έξω από εμάς..απλώς για να προσκρούσουμε σε μια ακόμη νόσο. Με κοιτάς με μάτια αδηφάγα. Αναζητάς την απόδειξη του ενδιαφέροντός μου, σαν ελπίδα στο χαώδες της ζωής σου.  Η μανία σου να βρεις το φως σε βυθίζει στο απόλυτο σκοτάδι. Τυφλή, ανήμπορη, μικρή μέσα στις πληγές σου, με ένα γινάτι να σε σπρώχνει στο γκρεμό, εξαλείφοντας και το ύστατο ψήγμα της πίστης σου. Όταν δεν πιστεύεις, πώς να εμπιστευθείς;Και όταν έχεις αρνηθεί τον εαυτό σου πώς να είσαι άξια για την αποδοχή από τους άλλους;

To σ'αγαπώ είναι άρρητο όταν είναι αληθινό. Το συναίσθημα δε μπορεί να είναι περίκλειστο σε λέξεις.Υπάρχει και το αντιλαμβάνεσαι διάχυτο παντού, το νιώθεις να σε διαπερνά, νικά μαγικά την αμφιβολία. Αυτό όταν δεν αμφιβάλλεις για εσένα. Γιατί αυτό το βράδυ του Σεπτέμβρη, αγνοείς με αγωνιώδη προσμονή τους απανωτούς τρόπους που φωνάζουν πόσο σε αγαπώ-και ας είναι αδέξιοι. Κλεισμένη στο βυθό σου, φοβισμένη, δειλή, ταξιδεύεις σε τόπους καμωμένους από καχυποψία και ανασφάλεια. Απορημένη με βλέπεις να απομακρύνομαι μην αντέχοντας άλλο, βλέποντας τον μόνιμο φόβο σου να αποκτά σάρκα και οστά.

 Κάποτε έλεγα ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από άνθρωπο ανίκανο να αγαπήσει.Ο άνθρωπος όμως που είναι ανέτοιμος να αγαπηθεί είναι εκείνος που το έχει πιο πολύ ανάγκη γιατί είναι ανίκανος να αγαπήσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.Κι έτσι θα εκλιπαρεί για αγάπη σε πολιτείες μεθυσμένες από λάθη που θα τον περιφρονούν και θα τον προσπερνούν, σαν τις τρομερές νύχτες του Σεπτέμβρη.

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Λόγια

Νέο ξεκίνημα. Πάντα έβρισκε σε αυτή τη μικρή φράση έναν πλεονασμό αισιοδοξίας. Και τώρα ακριβώς που καλείται να κάνει τη μεγάλη επανεκκίνηση, ήτοι την ολική διαγραφή δεδομένων και υποδοχή νέων, άγνωστων και ανεξέλεγκτων, δε βρίσκει κάτι το συναρπαστικό. Μόνο ένα δέος τής ροκανίζει την ύπαρξη, σα να στέκεται μπροστά σε μεγαλεπήβολες εξελίξεις που είναι ανεμπόδιστες. Ακαθόριστες, τής γνέφουν όλο αμφισημία, θολές και πανωραίες, πάντα όμως διχασμένες και ποτέ ξάστερες.

Άφησαν όλοι πίσω ένα Καλοκαίρι-όχι σαν όλα τα άλλα. Η ανεμελιά ήταν το υπ'αριθμόν ένα ζητούμενο. Κυνήγι ανεμελιάς, με έντονες απομακρύνσεις από τα ψυχαναγκαστικά οικοδομήματα του ρεαλισμού. Περιθωριοποίηση κάθε σκοτούρας, φαντασιακής και υποστατής. Μάζεψαν μερικές πετρούλες, κοχύλια και φωτογραφίες όπου κατέστη αθάνατος ο ανέμελος εαυτός τους. Αυτή η εικόνα θα αποδειχθεί πολύτιμη υπενθύμιση κάτι χειμωνιάτικα βράδια που η ανεμελιά θα έχει θαφτεί πίσω από ένα νευρωτικό πρόσωπο.Ένα Καλοκαίρι - Παραμύθι. Ευτυχία ανυπόφορη σχεδόν.
 
Το να περνάει η ευτυχία ξυστά από δίπλα σου, να την ποθείς, να την καμαρώνεις αλλά να μη μπορείς να την αγγίξεις, ιδού η επιτομή της δυστυχίας. Να κυκλοφορεί η ευτυχία γύρω σου και να μη μπορείς να την αναγνωρίσεις, να αδυνατείς να γίνεις κοινωνός της, να πώς το όνειρο μπορεί να κάνει ακόμα πιο φρικτό τον εφιάλτη.Όταν είσαι χωμένος στο λαβύρινθο ενός αυτοδημιούργητου εφιάλτη, κάθε όνειρο έξωθεν ερχόμενο τον επιτείνει. Για να αντέξεις την χαρά πρέπει να αποδεσμευθείς από την ανάγκη να την οικειοποιείσαι κάθε τόσο.

 Ακούει ιστορίες γεμάτες από τη θέρμη καλλωπισμένων αναμνήσεων, περπάτημα σε δρομάκια όλο βουκαμβίλιες, γαρδένιες και ορχιδέες, γεύσεις πεντάγλυκες και νερά θαυματουργά, που ξόρκιζαν με τη δροσιά τους την ασφυξία των προσωπικών αδιεξόδων. Ακούει έπειτα ιστορίες ηδείες και συνάμα πικρές, αυτές συνήθως εκτυλίσσονται γύρω από ένα τραπέζι, με μία τσαγιέρα, βουτήματα κανέλας και πρωτοβρόχια. Ιστορίες για νέα σχέδια, προβλέψιμη μελαγχολία ποτισμένες και αναπόληση του προσφάτως παρελθόντος Καλοκαιριού. Οι μνήμες από το Καλοκαίρι είναι αδύνατο να ξεθωριάσουν. Είναι πάντα νωπές, πάντα γλαφυρές, είναι πάντα εκεί για να μας θυμίζουν με άχαρη νομοτέλεια πως δε γίνεται κάθε στιγμή στη ζωή μας να είναι γέννημα μαγείας. Αλλά για τις ελάχιστες στιγμές που αγγίζουν τη μαγεία, οι υπόλοιπες δεν επιτρέπεται να εκχωρούνται στο βάλτωμα. Είναι μια ευλογία σπάνια, που καθιστά επιτακτικό το καθήκον της διαυγούς ματιάς. Του άγρυπνου βλέμματος που δεν εφησυχάζει, ακόμα και όλα τα κίνητρα έχουν αφανισθεί μαζικά. Της αίσθησης ότι η ανατροπή καρτερά στη γωνία και ας κρατεί μια παραπλανητική άπνοια. Αλλά και της γαργαλιστικής αίσθησης του ευμετάβολου που δίνει σε κάθε τι την αξία που του πρέπει. Γιατί η υποτίμηση ή η υπερεκτίμηση απαξιώνουν το ό,τι. Διαστρεβλώνουν την ορθή του θέαση. Αλλοιώνουν την καθαρότητα της ματιάς, γεμίζουν παγίδες το πεδίο ορατότητας.

Ακούει ιστορίες με ανέφελη νωχέλεια. Έχει μάθει να μη δίνει στα λόγια πολλή σημασία. Ξέρει ότι αναπαράγουν τις αυταπάτες με γόνιμη θέληση. Με ταχύτητα φωτός τις διασπείρουν και τις εκλογικεύουν. Λόγια πληθωρικά, λόγια απόλυτα, λόγια σουρεαλιστικά. Παρατηρεί την ευκολία των ανθρώπων να ξεστομίζουν λόγια μεγάλα, ευκολία ανατριχιαστικά ανάλογη με εκείνη των μικρών σκέψεων. Η δυστοκία της σκέψης ωθεί σε μεγάλα λόγια, συνήθως η σοφή σκέψη οδηγεί στην αποσιώπηση, δεν έχει ανάγκη να εξωτερικευθεί, να δρέψει τους καρπούς της επιβεβαίωσης, να βολιδοσκοπήσει αντιδράσεις.
 
 Το δικό της Καλοκαίρι ήταν μια ανάσα Ψυχής, λίγο πιο πάνω από τη Μαγεία. Ίσως γι' αυτό, μέσα στο απροσδιόριστο θαύμα του, επιμένει να μην μιλάει γι' αυτό σε κανέναν, παρά μόνο να το αναβιώνει κάτι απογεύματα που η Νύχτα την επισκέπεται πρόωρα και η βροχή τής θυμίζει την αναγκαιότητα του Φθινοπώρου, με τα αναγκαία νέα ξεκινήματα, τους γενναίους πλατειασμούς και τα τετριμμένα λόγια δίχως φρένο. Το σούρουπο τη βρίσκει πάντα σε μια νοερή μετατόπιση, σε μια απόκλιση από την ευτυχία ή τη δυστυχία που την προσπερνάει ερμαφρόδιτη κάθε φορά, στον εγκλεισμό σε έναν κόσμο όπου τα λόγια δεν έχουν καμία σημασία-για αυτό και όλα έχουν σημασία.
 
 Εκεί που κάθε στιγμή συνιστά νέο ξεκίνημα, απροσχεδίαστο και ακατανόητο, και που το ένα ξεκίνημα διαδέχεται το άλλο αλήτικα καθώς δεν την νοιάζει καθόλου αν και πότε θα φτάσει στο τέρμα.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Διάψευση

Πάντα αυτό συμβαίνει. Σου συμβαίνει αυτό που χλευάζεις, αυτό που θεωρείς αδιανόητο να σου συμβεί. Θεωρείς ότι έχεις διορατικότητα και ευστροφία να ανιχνεύεις το ψέμα από χιλιόμετρα, χώρια που έχεις την πανοπλία της εποχής, τις θαλερές άμυνες. Όλα αυτά στη θεωρία γιατί η Πράξη είναι εραστής της διάψευσης. Κατεδαφίζει τους κανόνες της θεωρίας σχεδόν σαρκαστικά, καγχάζει μάλιστα για το μεγαλοπρεπές τους περίβλημα. Χορτάσαμε από κούφιες θεωρίες που τις βλέπουμε να καταρρέουν ελλείψει εφαρμοσιμότητας. 

Κάπως έτσι βρέθηκα κι εγώ στην ταράτσα του σπιτιού μου εκείνο τον ταλαίπωρο Αύγουστο να αναρωτιέμαι τι στην ευχή έκανα στραβά, πότε η λογική μου αποκοιμήθηκε. Πολύχρωμες ομπρέλες έμοιαζαν να εξανεμίζονται κάνοντας έναν αλλόκοτο κρότο, σαν όνειρα υπερφιλόδοξα σε αιφνίδια πυρπόληση. Φυσούσε ένας βοριάς σαν βάλσαμο που όμως έκανε τις σκέψεις μου οχληρά διαυγείς. Ρέκβιεμ για την εμπιστοσύνη, ήχοι πένθιμοι σκαρφαλώνουν στην ταράτσα, τα όσα έγιναν με πνίγουν αυτό το σαββατιάτικο βράδυ το πανέρημο που διακηρύττει μια μακρινή, συλλογική ευτυχία.

Αυτός που θέλει να εξαπατήσει, αυταπατάται. Εκείνος που διψά να γίνει θύτης, θυματοποιείται αυτομάτως. Και όποιος διαψεύδει την εμπιστοσύνη, γίνεται εσαεί ανάξιός της
.
Σε πίστεψα τυφλά, ήθελα βλέπεις να κρατηθώ από κάπου, τότε που όλα κατεδαφίζονταν από το πουθενά. Άκουσα λόγια όμορφα, υποσχέσεις και όνειρα κοινά, λέξεις που μαρτυρούσαν γνήσια συναισθήματα, αυτή την ευλογημένη αμοιβαιότητα στον έρωτα που καταλήγει καταραμένη γιατί δεν την εντοπίζουμε ποτέ. Είδα σε εσένα έναν παράδεισο που δεν υπήρχε, ψυχή και αλήθεια και ορμή, που έκρυβαν την πιο οικτρή προσποίηση. 

Έφυγες χωρίς λέξη εκείνο το ξημέρωμα που είχε διαδεχθεί την κατάστρωση των κοινών μας διακοπών. Αφέθηκα σε έναν μακάριο ύπνο, πεπεισμένος ότι αν υπήρχε νόημα στη ζωή, το είχα πια ανακαλύψει. Στράγγιξε η σκέψη από τα ζιζάνια που την έκαναν αυτοκαταστροφική. Και το φρικτό ξύπνημα με βρήκε να δοκιμάζω την πικρία της απουσίας σου. Τη γεύση της εξαπάτησης που πάντα πίστευα ότι τεχνηέντως θα απέφευγα. Σε αναζητούσα, παράφρων, παντού. Σε αγαπημένα στέκια και γωνιές, στο σπίτι σου, στο κινητό σου που ήταν απενεργοποιημένο, παντού. Είχα αρχίσει να πανικοβάλλομαι. Η μέρα είχε γεύση από μαρτύριο και αγωνία. Τιναζόμουν από την καρέκλα κάθε φορά που άκουγα το τηλέφωνο να κουδουνίζει. Περίμενα να μάθω νέα σου έχοντας γράψει νοερά τα πιο δραματικά σενάρια. Και έψαχνα νέα σου μέρες, η τύχη σου αγνοούμενη, όπως κι εσύ..

Τα ίχνη σου τα εντόπισα καιρό μετά, όταν ένας κοινός φίλος με πήρε τηλέφωνο να με ρωτήσει κάτι και στο τέλος κάπως αμήχανα μου ομολόγησε ότι σοκαρίστηκε που γύρισες στον πρώην σου έτσι ξαφνικά. Δεν ήξερε ότι δεν ήξερα και κάπως έτσι μάθαμε όλοι.

Το βουβό σου τηλέφωνο αγνοούσε θρασύδειλα την κραυγή μου, αρνούμενο να απαντήσει στη φλέγουσα απορία μου. Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο μπερδεμένοι και ανασφαλείς;Γιατί φέρονται ελεεινά χωρίς καμία ενοχή; Γιατί πληγώνουν πάντα τους ανυπαίτιους;Και γιατί ,επιτέλους, κουβαλούν πάντα το ψέμα μαζί τους;

O χρόνος φρόντισε ώστε να διέλθω χωρίς εξάρσεις μέσα από όλα τα στάδια ανάρρωσης, την θλίψη, την απορία, την ανασφάλεια, την αποστροφή, το θυμό, την αδιαφορία. Παλεύουμε με τόσα δαιμόνια αλλά κανένα δεν είναι ανθεκτικό στο χρόνο όταν εμείς δεν του το επιτρέψουμε. Κάθε μέρα πονάω και λιγότερο, κάθε μέρα δυναμώνω τις αντοχές μου.Δεν αξίζει να μοιραστείς τη ζωή σου με κάποιον που δεν καταδέχεται να μοιραστεί την αλήθεια του μαζί σου. 

Φυσάει μανιασμένα, από τις στέγες των σπιτιών ξεπηδούν αλαφιασμένες μορφές, σε συναισθηματική σύγχυση, με  ανασφάλεια στην όψη, με αποσκευές τα πιο τρανά ψέματα. Ο πυρετός του κόσμου με  νανουρίζει, μου φαίνεται αστείος πια, προδότες έτοιμοι να ριχτούν στα πιο περίπλοκα συναισθηματικά σενάρια, μια οσμή ποταπότητας μου προκαλεί ασφυξία. Οι άμυνες μου διατρανώνονται, σε αυτό τον Κόσμο είναι ευλογία να είσαι μόνος με την αλήθεια σου, κατάρα να ζευγαρώνεις με τερατώδη ψέματα. 

Το ένιωσα όταν προχθές σε είδα από μακριά, να μιλάς στο κινητό αναζωογονημένη, χωμένη στην υποκειμενική σου ευτυχία. Σα να μην τρέχει κάτι, σαν η ιστορία μας να μην υπήρξε ποτέ. Και στην ουσία αυτή είναι η χαρά, ότι ουδέποτε υπήρξε.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ουδέν Πρόβλημα

Αυτό το Καλοκαίρι που ο Κόσμος συνέχιζε συγκαταβατικά την κατηφορική του πορεία, έλεγες συνεχώς πόσο έχεις ανάγκη να ξεχαστείς από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Σε έτρωγε κάτι, κάθε μέρα και πιο πολύ. Πότε με γκρίνια που αθέλητα ξέφευγε από την αυτοκυριαρχία σου, πότε σαν παιχνιδιάρικο παράπονο και πότε σαν ρεαλιστική διαπίστωση. Το έλεγες με κάθε διαθέσιμο τρόπο, κυρίως επειδή προσπαθούσες πάση θυσία να το κρύψεις. Είχες ανάγκη από διακοπές. Όπως και όλος ο κόσμος, ήσουν κι εσύ σα να παράδερνες σε μια έρημο, επαίτης ενός σημαδιού, ικέτης για λίγη δροσιά στο άνυδρο τοπίο. Αμήχανη, ξένη, σα να πέρασαν δεκαετίες από πάνω σου, πάσχιζες να αφομοιώσεις τις τεκτονικές αλλαγές της εποχής γλιτώνοντας τη χρόνια ψυχοθεραπεία. Μέσα από άδειες τσέπες, εξευτελιστικά παζάρια, καταστροφολογικές φιληδονίες και αναπότρεπτους συμβιβασμούς. Μέσα από μία απαξίωση χωρίς όρια, έναν εκμηδενισμό της ύπαρξης. Κάπως έτσι γύρευες να χαθείς μέσα στο απέραντο γαλάζιο κάποιου αιγαιοπελαγίτικου νησιού, να νιώσεις το κύμα να σε σύρει στον άγνωστο βυθό, να περπατήσεις σε δρομάκια όλο μικρά θαύματα. Να αισθανθείς ευτυχισμένη μέσα από τα απλούστατα, αυτά που δεν εξαγοράζονται, ούτε αποτιμώνται.

Τα προβλήματα τα δημιουργεί το μυαλό μας, έχει εκείνο το σπάνιο ταλέντο να μεγιστοποιεί την καταστροφή αναβιβάζοντάς την σε πανωλεθρία. Το χειρότερο είναι ότι η πανωλεθρία ουδέποτε αγνοεί τις τυχοδιωκτικές προκλήσεις. Ανταποκρίνεται με θέρμη σε αυτές και συντελείται δραματουργικά. Αν δεν κουβαλούσαμε το δράμα μέσα μας, δε θα επιμέναμε στην εξύψωση του προβλήματός μας σε μέγιστη συμφορά. Ένα γεγονός που εκ πρώτης φαντάζει προβληματικό μπορεί να δώσει λύση σε μύρια προβλήματα αν ο δαιμόνιος νους μας δεν το καταχωρίσει στη λίστα με τα δυσεπίλυτα, τρομακτικά και ανυπέρβλητα προβλήματα. Δεν είναι οι συνθήκες που μας θλίβουν όσο η αντίληψή μας για αυτές. Γιατί όσο πιο εχθρικές είναι οι συνθήκες, τόσο πιο αισιόδοξη πρέπει να είναι η αντίληψή μας, εκτός αν θέλουμε να διασταυρωθούμε με την παράνοια την ίδια. Η ανάγκη για επιβίωση ξεσκεπάζει τον πιο μοχθηρό εαυτό μας, είναι πρόκληση μέσα από όλο αυτό να αναδυθεί μια ηρωική πλευρά. Όταν ρέπουμε προς τη μισανθρωπία χρειαζόμαστε τον ηρωισμό. Εκείνον που θα ποδοπατήσει την επιδερμική φύση των προβλημάτων και μέσα από αυτά θα διακρίνει λύσεις.

Φέτος οι διακοπές αποκτούν άλλη διάσταση. Σηματοδοτούν την αποχή από έναν ανυπόφορο εαυτό, έναν εαυτό που γίνεται αποκρουστικός μέρα με τη μέρα, χωρίς την αρωγή μιας έξωθεν συμμαχίας. Όταν όλα πάνε κατά διαόλου πρέπει να γίνεις μικρός Θεός. Όλα αυτά όμως σε μια εποχή που η πίστη ξεφτίζει ολοένα και θεωρείται ντεμοντέ.

Θέλεις διακοπές από το απροσμέτρητο Χάος. Μόνη, με το βιβλίο σου στην ξαπλώστρα, χωρίς κινητό και υπολογιστή, χωρίς την έγνοια να δώσεις σημεία ζωής. Διακοπές από όλα εκείνα που πάντα θα είναι εκεί αλλά στην επιστροφή δε θα τα βλέπεις πια σαν βάσανα αλλά σαν οχήματα για τις πιο δυνατές σου στιγμές. Αυτές που αναπολείς κάθε βράδυ μελαγχολικά με την αλαζονική βεβαιότητα ότι προσυπέγραψαν μέσα από την απαράμιλλη χάρη τους την μελλοντικη σου δυστυχία. Τα προβλήματα είναι σαν τα ταξίδια, όταν μάθεις να μη βιάζεσαι να φτάσεις στον προορισμό σου, ίσως ανακαλύψεις ότι αυτός βρίσκεται ήδη μπροστά σου.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

(Αν)ισορροπία

Aνισόρροπα βήματα. Τσιγάρα στο τασάκι με το σωρό. Μυρωδιά από οινόπνευμα και βαφή στο σκοτεινό δωμάτιο. Τρεκλίζει, παραπατά, πέφτει. Ζωή ράθυμη, χωρίς εξέλιξη, αιώνες τώρα. Ένα άδειο ψυγείο κραυγάζει εγκατάλειψη. Ξέφτισε το χρώμα στους τοίχους, σάπιες μορφές αναδύονται, ματωμένα κρανία και μελανιασμένα χείλη, νεκρά βλέμματα παντού. Τις έθαψε τις αναμνήσεις ένα βράδυ παγερό. Μια και έξω,με την αναγκαιότητα του αποχωρισμού. Φθαρμένα έπιπλα φαγωμένα από το χρόνο, το δωμάτιο μυρίζει θάνατο, το σκοτάδι τη σπρώχνει στο φόβο.

Αγάπες ατελέσφορες και όνειρα σακατεμένα, η Δυνατότητα σωριάζεται στο έδαφος, η σκόνη σκεπάζει τις ελπίδες που καταχωνιάστηκαν σε ερμάρια ουτοπίας. Τα αλλοτινά της σύμβολα την τρομοκρατούν.

Ξέρεις ότι πέθανες όταν όσα σου έδιναν ζωή έχουν μπολιαστεί με θάνατο. Το ξέρει τώρα καλά. Με κόπο συγκρατεί τις μακάβριες σκέψεις της, με κόπο συρρικνώνει τις καλπαζόντως πεισιθανάτιες ιδέες της. Κάθε πρωί, η άγρυπνη μορφή της παραδέρνει σε έναν Κόσμο μασκαρεμένο, που παλεύει για κάτι αδιευκρίνιστο. Πασχίζει να τοποθετηθεί μέσα σε αυτόν, να στεριώσει σε μια και μόνο θέση. Συνήθως την παραγκωνίζουν φιγούρες ανενόχλητες, φαινομενικά ισορροπημένες. Κρατούν καφέ σε πλαστικό, πελώριες τσάντες παραφορτωμένες έγγραφα και μιλούν ακατάπαυστα στο κινητό. Την αποδιώχνει η κατάρα του μέσου όρου.Σηκώνεται με αίσθηση άχθους και ατροφική υπομονή.

Αλλάζει ματιά, όψη, ψυχή. Και πάλι αδυνατεί να μείνει σε μια θέση για πολύ. Δεν ανήκει κάπου, η αίγλη της ομάδας την απογοητεύει και τη δαιμονίζει. Φθονεί όσους συναποτελούν μια ομάδα. Γερή, δεμένη, ετερόκλητη, δημιουργική ή μη, σημασία δεν έχει.Νιώθει ότι αντικρύζει ευλογημένα όντα  που έχουν βρει τη βασιλική οδό για την ισορροπία και την κρατούν επτασφράγιστο μυστικό.Μια συνομωσία εχθρική, που αναπαράγει τους εχθρούς της. Εκείνη αισθάνεται παράλυτη, αδύναμη να προχωρήσει, να αλλάξει γραμμή πλεύσης, να βρει το βλέμμα και την πορεία της. Αναζητώντας μυστικά ισορροπίας καθίσταται ανισόρροπη. Παρατηρώντας τη διαδρομή των Άλλων, χάνει τη δική της πορεία, ακόμα και αν δεν έχει δρομοδείκτες και τα εμπόδια τής φράζουν συνεχώς το δρόμο. Η αίσθηση ότι δεν ανήκει κάπου είναι αυτή που την κάνει ανισόρροπη, ως επαίτη μιας καθολικής, ανεδαφικής αρμονίας που εξυπηρετεί την επιδερμικότητα του ''φαίνεσθαι'' και μόνο. Εκείνη τη διαβολεμένη ψευδαίσθηση της ορθόδρομης και επιτυχημένης πορείας που κατοχυρώνει η εξασφάλιση ενός κλισεδιάρικου τρίπτυχου που ορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές επιταγές. Η αίσθηση ισορροπίας από την άλλη, είναι αυστηρώς υποκειμενική. Μπορεί κάποιος να είναι άπορος ή επαγγελματικά αποτυχημένος αλλά να βαίνει πέρα από όλα αυτά και από εκλαϊκευμένες οδηγίες για την ευτυχία και να αισθάνεται παράλογη αγαλλίαση μέσα του. Και vice versa:να διαθέτει το διαβόητο τρίπτυχο και μέσα του να αναγεννάται η πιο ανυπόφορη κόλαση. Κάθε προσπάθεια αντικειμενικοποίησης της έννοιας της ισορροπίας δε μπορεί παρά να είναι άστοχη, αφού αν η ισορροπία ήταν συνισταμένη ορισμένων παραμέτρων, δε θα ήταν τόσο πολύτιμη, ούτε επιδιώξιμη. Θα ήταν απλώς υλοποιήσιμη με απλά μαθηματικά, μόνο που η ευτυχία δεν υπακούει σε απλοϊκές εξισώσεις.

Έχει θανατώσει η ίδια τους δρόμους της, τα θέλγητρα, τις μνήμες, τις φωνές. Όσα την απομάκρυναν από την ισορροπία που θα έσβηνε τα ίχνη από τις παλιές της αυταπάτες. Και δε μπορεί να δει πια ότι εκεί, σε αυτό το θάνατο τον εκούσιο, κρύβεται η ματιά, η ψυχή και η φωνή της. Ότι ακόμα και οι δαίμονες και οι εχθροί της είχαν κάποιο ρόλο στη ζωή της, ιδανικά κομπαρσικό. Και ότι το να βάζει φρένο στις δικές της επιθυμίες για να συγχρονιστεί με το βήμα μιας αλλοπαρμένης ανθρωπότητας, απλώς την συνεπαίρνει σε μια χαώδη μάζα όπου κουρδισμένα ανθρωπάκια εκτελούν διαταγές χάριν της πανανθρώπινης ανισόρροπης ισορροπίας.