Δημοφιλείς αναρτήσεις

Follow by Email

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Διάψευση

Πάντα αυτό συμβαίνει. Σου συμβαίνει αυτό που χλευάζεις, αυτό που θεωρείς αδιανόητο να σου συμβεί. Θεωρείς ότι έχεις διορατικότητα και ευστροφία να ανιχνεύεις το ψέμα από χιλιόμετρα, χώρια που έχεις την πανοπλία της εποχής, τις θαλερές άμυνες. Όλα αυτά στη θεωρία γιατί η Πράξη είναι εραστής της διάψευσης. Κατεδαφίζει τους κανόνες της θεωρίας σχεδόν σαρκαστικά, καγχάζει μάλιστα για το μεγαλοπρεπές τους περίβλημα. Χορτάσαμε από κούφιες θεωρίες που τις βλέπουμε να καταρρέουν ελλείψει εφαρμοσιμότητας. 

Κάπως έτσι βρέθηκα κι εγώ στην ταράτσα του σπιτιού μου εκείνο τον ταλαίπωρο Αύγουστο να αναρωτιέμαι τι στην ευχή έκανα στραβά, πότε η λογική μου αποκοιμήθηκε. Πολύχρωμες ομπρέλες έμοιαζαν να εξανεμίζονται κάνοντας έναν αλλόκοτο κρότο, σαν όνειρα υπερφιλόδοξα σε αιφνίδια πυρπόληση. Φυσούσε ένας βοριάς σαν βάλσαμο που όμως έκανε τις σκέψεις μου οχληρά διαυγείς. Ρέκβιεμ για την εμπιστοσύνη, ήχοι πένθιμοι σκαρφαλώνουν στην ταράτσα, τα όσα έγιναν με πνίγουν αυτό το σαββατιάτικο βράδυ το πανέρημο που διακηρύττει μια μακρινή, συλλογική ευτυχία.

Αυτός που θέλει να εξαπατήσει, αυταπατάται. Εκείνος που διψά να γίνει θύτης, θυματοποιείται αυτομάτως. Και όποιος διαψεύδει την εμπιστοσύνη, γίνεται εσαεί ανάξιός της
.
Σε πίστεψα τυφλά, ήθελα βλέπεις να κρατηθώ από κάπου, τότε που όλα κατεδαφίζονταν από το πουθενά. Άκουσα λόγια όμορφα, υποσχέσεις και όνειρα κοινά, λέξεις που μαρτυρούσαν γνήσια συναισθήματα, αυτή την ευλογημένη αμοιβαιότητα στον έρωτα που καταλήγει καταραμένη γιατί δεν την εντοπίζουμε ποτέ. Είδα σε εσένα έναν παράδεισο που δεν υπήρχε, ψυχή και αλήθεια και ορμή, που έκρυβαν την πιο οικτρή προσποίηση. 

Έφυγες χωρίς λέξη εκείνο το ξημέρωμα που είχε διαδεχθεί την κατάστρωση των κοινών μας διακοπών. Αφέθηκα σε έναν μακάριο ύπνο, πεπεισμένος ότι αν υπήρχε νόημα στη ζωή, το είχα πια ανακαλύψει. Στράγγιξε η σκέψη από τα ζιζάνια που την έκαναν αυτοκαταστροφική. Και το φρικτό ξύπνημα με βρήκε να δοκιμάζω την πικρία της απουσίας σου. Τη γεύση της εξαπάτησης που πάντα πίστευα ότι τεχνηέντως θα απέφευγα. Σε αναζητούσα, παράφρων, παντού. Σε αγαπημένα στέκια και γωνιές, στο σπίτι σου, στο κινητό σου που ήταν απενεργοποιημένο, παντού. Είχα αρχίσει να πανικοβάλλομαι. Η μέρα είχε γεύση από μαρτύριο και αγωνία. Τιναζόμουν από την καρέκλα κάθε φορά που άκουγα το τηλέφωνο να κουδουνίζει. Περίμενα να μάθω νέα σου έχοντας γράψει νοερά τα πιο δραματικά σενάρια. Και έψαχνα νέα σου μέρες, η τύχη σου αγνοούμενη, όπως κι εσύ..

Τα ίχνη σου τα εντόπισα καιρό μετά, όταν ένας κοινός φίλος με πήρε τηλέφωνο να με ρωτήσει κάτι και στο τέλος κάπως αμήχανα μου ομολόγησε ότι σοκαρίστηκε που γύρισες στον πρώην σου έτσι ξαφνικά. Δεν ήξερε ότι δεν ήξερα και κάπως έτσι μάθαμε όλοι.

Το βουβό σου τηλέφωνο αγνοούσε θρασύδειλα την κραυγή μου, αρνούμενο να απαντήσει στη φλέγουσα απορία μου. Γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο μπερδεμένοι και ανασφαλείς;Γιατί φέρονται ελεεινά χωρίς καμία ενοχή; Γιατί πληγώνουν πάντα τους ανυπαίτιους;Και γιατί ,επιτέλους, κουβαλούν πάντα το ψέμα μαζί τους;

O χρόνος φρόντισε ώστε να διέλθω χωρίς εξάρσεις μέσα από όλα τα στάδια ανάρρωσης, την θλίψη, την απορία, την ανασφάλεια, την αποστροφή, το θυμό, την αδιαφορία. Παλεύουμε με τόσα δαιμόνια αλλά κανένα δεν είναι ανθεκτικό στο χρόνο όταν εμείς δεν του το επιτρέψουμε. Κάθε μέρα πονάω και λιγότερο, κάθε μέρα δυναμώνω τις αντοχές μου.Δεν αξίζει να μοιραστείς τη ζωή σου με κάποιον που δεν καταδέχεται να μοιραστεί την αλήθεια του μαζί σου. 

Φυσάει μανιασμένα, από τις στέγες των σπιτιών ξεπηδούν αλαφιασμένες μορφές, σε συναισθηματική σύγχυση, με  ανασφάλεια στην όψη, με αποσκευές τα πιο τρανά ψέματα. Ο πυρετός του κόσμου με  νανουρίζει, μου φαίνεται αστείος πια, προδότες έτοιμοι να ριχτούν στα πιο περίπλοκα συναισθηματικά σενάρια, μια οσμή ποταπότητας μου προκαλεί ασφυξία. Οι άμυνες μου διατρανώνονται, σε αυτό τον Κόσμο είναι ευλογία να είσαι μόνος με την αλήθεια σου, κατάρα να ζευγαρώνεις με τερατώδη ψέματα. 

Το ένιωσα όταν προχθές σε είδα από μακριά, να μιλάς στο κινητό αναζωογονημένη, χωμένη στην υποκειμενική σου ευτυχία. Σα να μην τρέχει κάτι, σαν η ιστορία μας να μην υπήρξε ποτέ. Και στην ουσία αυτή είναι η χαρά, ότι ουδέποτε υπήρξε.

Δημοσίευση σχολίου