Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Θλίψη

Εκείνη η αίσθηση ήταν οικεία. Αδύναμη να ξυπνήσει, να ανοίξει τα μάτια, να αντιμετωπίσει τη μέρα. Αποδυναμωμένα βήματα τη σέρνουν στανικώς στην κουζίνα. Το νερό που έβαλε να βράσει κοχλάζει αλλά ο καφές τής φαίνεται χλιαρός. Κάνει μια γκριμάτσα αποστροφής στην άνοστη γεύση του, παραμερίζει την κούπα και προσπαθεί να διαβάσει δυο αράδες από κάτι ακατάληπτα θεωρητικά κατασκευάσματα. Νιώθει τον κόσμο έξω να  τρέχει στις ράγες ενός τραίνου με ταχύτητα σημαδιακή. Κι εκείνη πάντα πίσω, σε τέσσερεις τοίχους θεόκλειστη, πίσω από κακόγουστες κουρτίνες και ένα σπίτι όπου λιμνάζει η ελπίδα. Στον κόσμο της όλα κυλούν με ωθήσεις απανωτές, αργά, σαν βάσανο σαδιστικό. Στις σκέψεις της κολλάει ένα ένδυμα αβεβαιότητας, μια κλωστή θλίψης ακουμπάει στα χείλη της, είναι πέτρινα αυτά τα χείλη, ανέκφραστα. Μα και τα μάτια, στριφογυρίζουν μέσα τους κλονισμένα φεγγάρια και μέρες ερειπωμένες από νόημα και αγάπη.

 Μέρες τώρα  αναρίθμητες(να είναι άραγε χρόνια;)δίνεται στη θλίψη της, βουτώντας στα όσα τής ψιθυρίζει κάθε τόσο. Η θλίψη τής ψιθυρίζει όσα η ίδια δεν τολμά να πει στον εαυτό της. Κι όμως σφηνωμένα μέσα της είναι και βεβηλώνουν την ηρεμία της. Δεν την αφήνουν να ανασάνει, να βρει το χρώμα στης μέρας το θνησιμαίο λευκό, να εκραγεί. Η απελευθέρωση από τα εσώτερα δαιμόνια είναι λύτρωση και εξαγνισμός. Τότε γιατί τα φύλακίζουμε μέσα μας όλο αιδώ και φρικτές τύψεις;Όσο κρύβουμε δειλά όσα μας χαρακτηρίζουν, τόσο εκείνα θα αναζωπυρώνονται. Μας στιγματίζουν τελικά όσα αγνοούμε, ανασταίνονται όσα προσπαθούμε ευθυνόφοβα να ενταφιάσουμε. Η ευθυνοφοβία επιφέρει αναπαραγωγή των ευθυνών, όπως ο φόβος προκαλεί τον κίνδυνο, ακόμα και αν αυτός δεν υφίσταται αντικειμενικά. Η σκέψη μπορεί να παραλύσει αλλά και να γεννήσει τα πάντα. Κινητήρια δύναμη ο νους, με όλα τα έκδηλα και τα λανθάνοντα στοιχεία του.

Θα αναζητήσει τρόπους που θα διαβρώσουν τη θλίψη της. Φάρμακα ανούσια και αντίδοτα αστεία που μέσα από την παροδική λήθη θα προωθήσουν στο τέλος τις πιο πικρές μνήμες. Διολισθήσεις που θα καταλήξουν στην απόλυτη πτώση.Ένα ξεγέλασμα, μια αυταπάτη χαζή, μια ύπνωση  που θα αφαιμάξει τις αισθήσεις. Να μη νιώθει τίποτα, να νιώθει χαρούμενη, να φαίνεται ευδιάθετη, να μη φαίνεται παράξενη. Χαρούμενος είναι κανείς αβίαστα, όταν προσπαθεί να γίνει χαρούμενος σημαίνει ότι παλεύει με τη θλίψη-και όχι επί ίσοις όροις.

Συχνά προτιμάμε να καταπνίγουμε ένα πρόβλημα από το να το ανασύρουμε στην επιφάνεια. Θαρρείς και τότε θα γίνει πραγματικό, ενώ αν το φυλάμε μέσα μας θα είναι  φαντασίωση. Έτσι και με τη θλίψη. Η συντριβή της θλίψης είναι δυνατή μόνο μέσα από την παράδοση σε αυτή. Με τεχνικές παράκαμψης και καθυπόταξής της μέσα από μια στρατηγική αυτοεπιβαλλόμενης χαράς, η θλίψη ατσαλώνεται και διαωνίζεται. Κατοικεί στη θλίψη μια ομορφιά ιδιάζουσα, ίσως επειδή σε αυτή φωλιάζουν ανομολόγητες αλήθειες και κανένα παζάρεμα δεν έχει θέση, ούτε μια γωνιά για να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις. Δεν είναι πρόξενος κακού η θλίψη, ούτε υπόκειται σε χρονικά πλαίσια εντός των οποίων είναι εύλογη και φυσιολογική. Το φυσιολογικό είναι να διέλθει από όλα τα στάδια,από όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις, από όλες τις επίπονες ζυμώσεις, από όλη εκείνη τη γονιμη μοναξιά που δίνει στην όψη πρωτότυπη νεότητα και στην ψυχή αλώβητη ακμή.

Έτσι και εκείνη το νιώθει, δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τον κόσμο που καλπάζει σε μια χαοτική ροή εικόνων. Ο κόσμος έχει αμαυρωθεί από άπειρους συμβολισμούς και αλληγορίες όλο δέος. Δεν είναι σε θέση να διακρίνει τις συναρπαστικές του πτυχές, είναι  ένα ναυάγιο ο κόσμος σε ένα ταξίδι γεμάτο από αλλαγές πλεύσης και απρόοπτα. Στο δικό της σκηνικό όπου οι δείκτες του ρολογιού είναι βαλσαμωμένοι και νιώθει πως μόνο η ίδια κουβαλάει τόση οδύνη μέσα της, η απόγνωση κεντάει ασπρόμαυρες εικόνες. Γυρεύει μια διέγερση, μια αλλιώτικη πνοή στη μέρα, ένα σύνδεσμο με τον κόσμο που τη χαιρετάει αποξενωμένος. Ορκίζεται πως δε θα επιπλήττει τον εαυτό της που νιώθει λύπη, ούτε θα είναι μανιακή με τα αίτια  αυτής.

Τα συναισθήματα είναι ακίνδυνα όσο είμαστε ειλικρινείς μαζί τους. Σε κάθε απόπειρα αλλοίωσής τους, μετατρέπονται σε δίνες και απειλές, εχθρεύονται την παραποίηση και αντιδρούν εξοργισμένα.

Δεν τη νοιάζει αν είναι παράξενη. Αν ο κόσμος που τρέχει τη θέλει μόνο χαμογελαστή και γεμάτη σιγουριά, αν τής κολλήσει άχαρες ταμπέλες ή τη ρετσινιά της καταθλιπτικής.  Μόνο αν συμφιλιωθεί με τα παράδοξά της θα μπορέσει να αντέξει τη λόξα του κόσμου. Μόνο αν η θλίψη διεισδύσει εντός της θα είναι όντως χαρούμενη. Χαρά που απαιτεί προσπάθεια κρύβει ανίατη θλίψη. Μερικές φορές, το πρόβλημα δεν είναι άλλο από την άρνησή του.Το πρόβλημα δεν είναι η θλίψη αλλά η μανιώδης τάση να την αποδιώχνουμε πριν καν κάνει τον κύκλο της-και η συνακόλουθη υποτροπή της. Και αυτό τον γριφώδη κόσμο που χάνεται σε ένα ατέλειωτο ποδοβολητό τον βρίσκει τόσο θλιβερό!Αλλά το έμαθε πλέον, το να ψάχνει αντίδοτο για τη θλίψη  είναι σα να προσπαθεί να ανατρέψει μια αναγκαιότητα, σα να κρύβεται από το πεπρωμένο της. Θα αφεθεί σε αυτήν μέχρι να γίνει αυθεντικά χαρούμενη, μέχρι να πάψει να τρέχει λαχανιασμένη πίσω από έναν κόσμο που κοιτάζει τα συντρίμμια της και προπορεύεται γεμάτος πορφυρά αινίγματα που καγχάζουν Άλλωστε ίσως ο μόνος τρόπος να ξορκίσει τη θλίψη είναι να συμφιλιωθεί μαζί της.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Εγω-ισμός

Άκουσα τη φωνή σου τρεμάμενη, να ψάχνει ένα σημείο να ξαποστάσει. Η ίδια βελούδινη χροιά αλλά ταραγμένη, να με ζητάει πάλι πίσω. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο.Άρπαξα το σακάκι μου και σα σίφουνας βγήκα στους δρόμους. Άλλη μια βόλτα μαζί σου, άλλη μια επανασύνδεση, μετά από μέρες αποχωρισμού και νεκρικής σιγής. Να τα βγάλεις πέρα με τη μοναξιά σου αδύνατο. Η εκεί οδύνη σου προξενούσε φρίκη και μίσος και φόβο. Μέχρι κάποια σκέψη να φυτρώσει σχιζοφρενικά μέσα σου και να σε κάνει πάλι κυνηγό της αυτάρκειας. Επέστρεφες σε εμένα με την ίδια ευκολία που με άφηνες. Αθέμιτη δεν ήταν ούτε η φυγή, ούτε η επανάκαμψή σου. Αθέμιτη ήταν η νομιμοποίησή τους από εμένα αλλά στον έρωτα μέτρα και σταθμά δεν υπάρχουν. Θεωρούσα ότι ο περίπλοκος ψυχισμός σου απαιτούσε χειρισμούς λεπτούς και ευέλικτους. Έδειχνα κατανόηση γιατί καταλάβαινα ότι με εσένα πάλευες, με τα δαιμόνιά σου. Με την ιδιότητα του ψυχικά ισορροπημένου, δεχόμουν κάθε ανισορροπία που σε έδιωχνε μακριά ή σε έκανε να σκαρώνεις επαναγωγές.

 Στον έρωτα άλλωστε δεν κάνεις αποτιμήσεις, ούτε σταθμίζεις ορθολογικά τα υπέρ και τα κατά. Αφήνεσαι μόνο στη θεότρελη αναγκαιότητα της ανορθοδοξίας του, ειδικά αν στη ζωή σου υπάρχει πλεόνασμα λογικής. Εγκαταλείπεις το Εγώ ένα σκαλοπάτι πιο πίσω, με κίνδυνο η ουσία σου να κατρακυλήσει. Εξάλλου το ''Εμείς΄΄ έχει αξία, νόημα και σημασία. Η σύνθεση δύο ξένων κόσμων σε οικεία ολότητα. Η αναζωογόνηση μέσα από το θάνατο της εγωπάθειας. Η απόσχιση από την μανία με το εγωιστικό σύμπαν, το αποστειρωμένο και πανέρημο. Η συντροφικότητα που σου θυμίζει πόσο μονοδιάστατος είσαι όταν υπάρχεις μόνο για εσένα.

Έκανα υπομονή για μια ακόμα φορά, εκπαιδευμένος πια στα ανώριμα τερτίπια σου. Μου εξήγησες ότι είμαι το μοναδικό σταθερό σου σημείο όταν όλος ο κόσμος σε διαψεύδει. Η αλήθεια είναι πως μου άρεσαν τα όσα άκουγα γιατί με βόλευαν, γιατί τα χρειαζόμουν. Όπως και τις υποσχέσεις σου ότι από εδώ και πέρα θα αλλάξεις και θα επιδείξεις πιο σταθερή συμπεριφορά. Έλεγες πως για όλα έφταιγε ο τρόμος που σου γεννούσε η συναισθηματική εξάρτηση μιας σχέσης. Γι' αυτό επιβαλλόσουν σε αυτήν με το να τη χαλιναγωγείς εσύ, με το να την αποτρέπεις. Σε αέναη φυγή όταν τα πράγματα έπαιρναν μια πιο σοβαρή τροπή. Ομολογουμένως αυτή η αντρική αντίληψη της σχέσης από μία γυναίκα δε μου είχε ξανατύχει. Με είχε εξιτάρει και με είχε κεντρίσει, κουβαλούσα και εγώ γερές δόσεις μαζοχισμού. Γι' αυτό και σε κανάκευα ολοένα και παραπάνω αναπληρώνοντας το έλλειμμα της δικής σου προσπάθειας. Δεν έβλεπα ότι για εσένα υπήρχε μόνο το ''Εγώ'', σαν τεράστια φωτεινή επιγραφή, ότι ήμουν το δεκανίκι σου όταν η ανασφάλειά σου άγγιζε το ζενίθ. Η εύκολη λεία για την οποία όλες σου οι μεταπτώσεις ήταν υγιείς και εκλογικεύσιμες. Πάντα είχες τη συγγνώμη εύκολη, πάντα είχα τη συγχώρεση αναπόφευκτη. Κάπως έτσι κατέληξα να μη μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου.

Κάπως έτσι και μετά από απανωτά σκαμπανεβάσματα, μου είπες ότι η σχέση μας έχει βαλτώσει και δεν πάει άλλο. Δεν ήθελες να με πληγώσεις αλλά δεν ένιωθες τίποτα πια. Υπήρξα απίστευτα καλός μαζί σου, είπες, για να σου αξίζει ανειλικρινής συμπεριφορά. Ένιωθες πια καλά με τον εαυτό σου και δεν χρειαζόσουν μια σχέση να σε αναπτερώσει. Ήθελες να μείνεις μόνη και να εξερευνήσεις νέες προοπτικές. Η ωμή σου ειλικρίνεια με επανέφερε στην πεζή πραγματικότητα. Εσύ ήσουν μικρή και εγώ παραήμουν μεγάλος για να συνομιλήσω με τους δικούς σου όρους. Το μόνο που σου είπα είναι να μην επικοινωνήσεις μαζί μου ξανά γιατί απλούστατα δε θα λάβεις απάντηση.
''Καταλαβαίνω απόλυτα'' απάντησες με φανερή αυταρέσκεια και με χαιρέτησες ξερά. Μεταβολή και τέλος.

Ο έρωτας ο βαθύς και ο αυθεντικός εξουδετερώνει τον εγωισμό, οι εκφυλισμένες πλευρές του έρωτα τον εξάπτουν. Γιατί κάθε νοθευμένη μορφή του έρωτα, κάθε παραφθορά της αμιγούς, θαυματουργής του μορφής, αντιστοιχεί σε αυτοερωτισμό. Ο αυτοερωτισμός με τη σειρά του είναι το σημείο όπου ο εγωισμός αποκορυφώνεται μέσα από αλλεπάλληλες αντανακλάσεις του εαυτού μας στα μάτια ενός άλλου που υποτίθεται ότι είναι το αντικείμενο του πόθου μας ενώ στην ουσία απλώς καθρεφτίζει με μεγαλύτερη ευκρίνεια το είδωλό μας. Ο έρωτας μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά για κάθε εγωιστική προδιάθεση όταν δεν ενδίδει μικροπρεπώς στα δεσποτικά προστάγματα του εγωισμού που στο τέλος τον υπονομεύουν. Και τι θα ήταν ο έρωτας αν δε μας απομάκρυνε έστω και για λίγο από το μονόχνωτο εαυτό μας; Και όμως, οι δριμύτατες εκφάνσεις ατομικών παθών αναδύονται στα πλαίσια μιας ερωτικής σχέσης.

 Αντίφαση είναι ο έρωτας, επαναπροσδιορισμός  και ανατροπή. Κάνει τη δική μας αντίφαση πιο υποφερτή, μας συμφιλιώνει με τις αδυναμίες μας , κάνει το ''Εγώ '' λιγότερο τρανό, έτσι όπως είναι στραμμένο στο ΄΄Εμείς΄΄ και μάχεται να το καταστήσει χειροπιαστό. Σίγουρα ο έρωτας δεν προγραμματίζεται, ούτε είναι ασφαλές καθεστώς όπου όλα βαίνουν με όρους αρμονικής  αμοιβαιότητας. Το σίγουρο είναι όμως πως όταν ο έρωτας είναι μονόπλευρος, μια στοιχειώδης δόση εγωισμού και αυτοπροστασίας πρέπει να δίνει το παρόν.

 Μετά από όλη αυτή την άκαρπη προσπάθεια να σε κρατήσω κοντά μου, κατάλαβα ότι ο έρωτας είναι θαυματουργός όταν είναι αβίαστος. Το να είσαι σε μία σχέση προσδοκώντας να αλλάξεις τον άλλο είναι σα να κυνηγάς χίμαιρες...εσένα θα αλλάξεις και μάλλον όχι κατά το προσδοκώμενο. Θα έρθει η στιγμή που θα καταλάβεις πως ο έρωτας είναι απίθανος γιατί γεννιέται αβίαστα. Δεν είναι αποτέλεσμα μεθόδευσης και προσπάθειας συγχρονισμού. Στον έρωτα παρελαύνουν οι πιο ασύδοτοι ετεροχρονισμοί και όμως όλα μοιάζουν άψογα συγχρονισμένα.  Μέσα από τα πιο απλά, ξεδιαλύνει και τα πιο περίπλοκα. Μέσα από το θάνατο του εγωισμού, σε κάνει να αγαπάς τον εαυτό σου ουσιαστικά, μέσα από τον Άλλο και για τον Άλλο. Και τότε θα είσαι απογυμνωμένος από άμυνες, ακόμα και από τις πιο σθεναρές. Ναι, είναι εγωιστικό να περιμένεις ανταπόδωση στον έρωτα, ακόμα πιο εγωιστικό όμως είναι να παλεύεις να την εκμαιεύσεις. Δεν υπάρχει πιο αντιερωτική αξίωση από την εγωιστική έκκληση για συναίσθημα. Εξάλλου στον έρωτα δεν υπάρχουν αιτήματα παρά μόνο η ικανοποίησή τους. 

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Παρελθολαγνεία

Τα χρόνια που πέρασαν σε άφησαν έρημη. Βάδιζες στους διαδρόμους του χθες με την πυρετώδη λαγνεία του ανθρώπου που αποποιείται το τώρα.Περαστικοί στο δρόμο σε έσπρωχναν εκνευρισμένοι που παρακώλυες τη φυσιολογική κίνηση, έτρεχαν για τις δουλειές τους με ύφος ωφελιμιστή. Δεν έδινες σημασία, ποτέ δε σε άγγιζε ο καθημερινός πανικός. Ζούσες στο πλαστικό σου σύμπαν όλο σταλαγματιές από όνειρα και αποδράσεις από όσα σε καταπίεζαν. Μόνη χρόνια πολλά.Όλα πλέον τα έκανες μηχανικά, δεν τα ένιωθες, τα επιτελούσες μόνο σαν κουρδισμένο παιχνίδι που ξέχασαν στο δρόμο. Παρατηρούσες τη ζωή να κυλάει γύρω σου και μια ζαλάδα σου προκαλούσε λιποθυμικές τάσεις.Την εξέλιξη και την αλλαγή δε μπορούσες να αντιληφθείς, είχες εθιστεί στη στασιμότητα και την θεοποίηση ειδώλων. Χαμένη από όλους και ξεχασμένη.

Δεν ήθελες να το παραδεχθείς αλλά η αιτία για την κωματώδη σου κατάσταση ήταν εκείνος ο επώδυνος έρωτας. Σα να σφράγισε την ερωτική σου ζωή με την πνοή του μοιραίου. Να ήταν επειδή ξαφνικά σου δήλωσε μια ανάποδη πρωία ότι η ζωή προχωράει μια χαρά και χωρίς τη δική σας συνύπαρξη;Επειδή μαζί του μοιράστηκες τις πιο φορτισμένες συγκινησιακά στιγμές που σου θυμίζουν ότι η ζωή κρύβει μια ευδαιμονία γαργαλιστική και ανυψωτική μαζί;Ή επειδή τον εξουσιοδότησες εσύ η ίδια, άμοιρη αμυντικών μηχανισμών, σε άσκηση καταλυτικής επιρροής πάνω σου;
 
Εκείνο το πρωινό με το σκληρά ανακοινωθέν του χωρισμού σας, θυμάσαι την ηρεμία του προσώπου του που άγγιζε τα όρια του κυνισμού. Σα να σου έλεγε πως ο χωρισμός σας είναι αναπόφευκτος, ένα λογικό επακόλουθο, μια ξερή αναγκαιότητα. Και, όντως, ο χωρισμός είναι γεγονός αναγκαίο τόσο, όσο και η απαρχή της σχέσης. Όσο μαγική είναι η αιφνίδια έναρξη της σχέσης, άλλο τόσο οδυνηρός είναι ο ακαριαίος τερματισμός της.Ποτέ όμως δε σκεφτόμαστε ότι ανάμεσα στην αρχή και το τέλος πρέπει να υπάρχει μια συμμετρία.

Έπεσες στα πατώματα, γύρεψες σμήνη από γιατί ηλεκτρισμένα, βούλιαξες σε θνησιμαία σιωπή και ατέρμονους μονολόγους. Σύρθηκες ξωπίσω του πεπεισμένη ότι με λίγη καλώς νοούμενη πίεση θα αναθεωρήσει. Το μόνο που κατάφερες είναι να απαντήσει με ντροπιαστική για εσένα απάθεια. Όσο σε απέρριπτε, τόσο δαιμονιζόσουν. Όσο έκοβε κάθε δίαυλο επικοινωνίας, θέριευε η μανία σου να ανακαλύψεις κάθε του κρυψώνα.Η γυναικεία σου φύση μαράζωνε, το συναίσθημά σου συντετριμμένο.Και οι αναμνήσεις, πάντα νωπές, πάντα εκεί να σου θυμίζουν ότι μόνο μαζί του η ζωή σου φανέρωνε την αληθινή της νοστιμιά.Μέσα στα χρόνια, έμαθες να ερωτοτροπείς με μια Ανάμνηση. Με μια ιδέα, με μία φαντασιακή κατάσταση, με μία λήξασα ευτυχία.
 
 Η προσκόλληση στη χθεσινή ευτυχία υποθηκεύει κάθε πιθανότητα παροντικής χαράς. Εξάλλου η χθεσινή ευτυχία συντίθεται από παραποιημένα στιγμιότυπα, η ζαβολιάρικη φαντασία μας εισχωρεί στα περασμένα και τα καλλωπίζει, έτσι για να μας δώσει την αίσθηση του σπουδαίου, ακόμα και ας παρήλθε,ή ακριβώς επειδή παρήλθε.
 
Αγνοούσες κάθε αντρική παρουσία που σε προσέγγιζε, κάθε ματιά, λέξη και πρόταση. Είχες γίνει πια απροσπέλαστη για τους άντρες, αν και αυτό σε έκανε ακόμα πιο ελκυστική στα μάτια τους. Σε πολιορκούσαν επίμονα, εσύ όμως τους έβρισκες όλους άνοστους, χλιαρούς και ουδέτερους.Το άτυπο μέτρο σύγκρισης πόζαρε σαν ιδανικό σε μια φωτογραφία σφηνωμένη στα άδυτα της μνήμης σου. Πώς γίνεται να μας καταδιώκουν άνθρωποι που μας εγκατέλειψαν;

Σε στοιχειώνει η μορφή του που ποτέ δεν υποδύθηκε το ρόλο που ήθελες να της διανείμεις , που έμελλε να σβήσει τα ιδιόγραφα σου σενάρια.Και όμως, κανένα αδιέξοδο δεν είναι αυτεξoύσιο,όπως και η στασιμότητα είναι πάντα επιλογή. Και ας την χρεώνουμε στη συγκυρία, στην ατυχία και σε αθέλητες εκβάσεις. Μέσα μας τα αδιέξοδα αναπαράγονται, ισχυροποιούνται, διαιωνίζονται. Μέσα μας οι πληγές κακοφορμίζουν γιατί μερικές φορές τις έχουμε ανάγκη. Δεν θέλουμε να επουλωθούν γιατί θα μας θυμίσουν πόσο νεκρή είναι η ψυχή μας. Όταν ανατρέχουμε στο χθες, τείνουμε να του προσδίδουμε μια ανυπέρβλητη αίγλη. Και όχι, αυτό δε σηματοδοτεί εκεχειρία με το χθες, σηματοδοτεί παγίδευση σε αυτό.

Κουβαλάς τα σημάδια του πάνω σου. Τα σημάδια της εγκατάλειψής του. Γιατί η απώθηση προκαλεί δριμύτατη έλξη;Ίσως επειδή η έλξη είναι ατιθάσευτη, δε δαμάζεται με προσταγές και υποβολές, εξαγριώνεται μάλλον.Τα βήματά σου  έχουν αποτυπωμένα τα δικά του ίχνη, ισόβια δική του νιώθεις,ακόμα και αν έχουν περάσει δύο χρόνια που δεν σε αποζήτησε. Στο δρόμο σκουντήγματα αλαφιασμένα σε βγάζουν από τη γλυκιά σου νάρκη. Στιγμιαία σε εξωθούν από το θολό όνειρο του διαχρονικού έρωτα σε μια τετριμμένη πτυχή της ημέρας όπου όλοι εκτελούν καθήκοντα με το βλέμμα στο πάτωμα.

 Έπειτα νιώθεις δικαιωματικά τρελή. Δε σε νοιάζει αν σε κοιτάζουν με την καχυποψία που κοιτάζουν έναν παράφρονα.Στον έρωτα δε χωράνε οροθετήσεις, κυριολεξίες και εξορθολογισμοί. Ούτε αυτό που πέθανε κυριολεκτικά σημαίνει ότι δε μπορεί να αναβιώνει. Όλα εσύ τα ρυθμίζεις και όλα εσύ τα μπολιάζεις με πιθανότητα.Δε σε νοιάζει αν είσαι μόνη. Σου αρκεί που κάποτε, κάπως, κάπου, ένιωσες ατρόμητη απέναντι στη μοναξιά γιατί ήσουν μαζί του. Ακόμη και αν δεν είναι πια εδώ, του δίνεις εσύ χώρο να υπάρξει, απλούστατα γιατί δε  μπορούμε να σκοτώνουμε ό,τι μας ανασταίνει.
 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Ζήλεια

Σκέπαζε η νύχτα τα πιο φωτεινά σου όνειρα. Τα σμίλευε η μέρα προσεκτικά, περίτεχνα, με την επιδεξιότητα της σοφίας. Όνειρα όλο διαύγεια και τόλμη, με πανεμορφία ασύλληπτη. Γέμιζε η νύχτα σκιές και πλάσματα ουρανοκατέβατα, παγίδες του νου και συμμορίες αόρατες. Ακουμπούσες στη βελούδινη θαλπωρή της νύχτας όλο προσμονή. Μπορεί να μην είχες τη στερεότυπη ομορφιά αλλά ο ερωτισμός σου έκανε τις μικρές σου ατέλειες να φαντάζουν με χάρες λαμπερές. Με εντυπωσίαζαν οι λεπτομέρειές σου. Τα διαφοροποιητικά σου στοιχεία ήταν και τα πιο ελκυστικά. Η φλυαρία που σε έπιανε η ακατάσχετη όταν ερχόσουν σε αμηχανία ή άκουγες κάτι ευχάριστο, το πείσμα σου όταν σε εκνεύριζε μια αθέλητη παράλειψή μου, η μελαγχολία που σε έκανε εκθαμβωτική. Δε θα μπορούσες παρά να χτίζεις σχέσεις παθιασμένες, έντονες, συγκρουσιακές. Ένιωθες ασφαλής μόνο όταν με έθετες σε εγρήγορση, έπρεπε να είμαι πάνοπλος για πάσα επίθεσή σου. Ανά πάσα στιγμή. Άλλοτε λεκτική, άλλοτε με τη μορφή απροσδόκητης έκπληξης, πάντα σκάρωνες κάτι να πυροβολήσει τη μονοτονία της ώρας, ο,τιδήποτε δε θα σου φόρτωνε τη ρετσινιά της προβλέψιμης. Μα και πάντα στα μάτια σου μια ζυγαριά να σταθμίζει το κάθε τι. Ανήσυχη, άγρυπνη, σε επιφυλακή. Μα πάνω από όλα...σε κέντριζε μια αδικαιολόγητη ζήλεια. Ιδέες που γεννούσε η ανασφάλειά σου μέσα από πηγές καχυποψίας αστείρευτες, δύσπιστα καταστροφολογικά σενάρια που ανίχνευαν πλοκή πίσω από το απλούστατο.

Νόμιζες πως δεν είμαι δοσμένος σε εσένα και έτσι με έκανες να κατακερματίζομαι. Η ζήλεια σου με έκοβε σε μυριάδες κομμάτια,εξουθένωνε τον έρωτά μου, με έκανε να απορώ. Γιατί δε μπορούσες να ησυχάσεις στιγμή;Έκρυβες τον εαυτό σου πίσω από κουρτίνες ψεύδους, η ψευτοάνεσή σου μαρτυρούσε πόσο υπέφερες. Περίμενες μέσα σε αγωνιώδη  βράδια να ανακαλύψεις την προδοσία μου. Κάθε φορά που μιλούσα στο τηλέφωνο, οι εικασίες σου έδιναν ρεσιτάλ ακρότητας. Υπέθετες ότι ερωτοτροπούσα με κάποια συνάδελφο από το γραφείο, ή με κάποια τυχαία, αιθέρια ύπαρξη. Όλες θα έβλεπαν την ακαταμάχητη γοητεία μου, αυτό πίστευες μέσα στην τρέλα σου, δε μπορούσες να ξεδιαλύνεις το συνηθισμένο της παρουσίας μου, ούτε τις ατέλειες μου που ο έρωτάς σου έσβηνε επιδέξια. Αυτή η φαντασιοπληξία των ερωτευμένων!Το άσπρο μαύρο κάνει, προάγει τις αντιθέσεις γιατί αυτές τίκτουν τον έρωτα-λόγο ύπαρξης.Είχες αρχίσει όμως να με κουράζεις. Με ένα βλέμμα αφηρημένο, να ατενίζει το κενό, μια περιφερόμενη πίκρα η ύπαρξή σου που μαχόταν να ψηλαφίσει την απιστία εκεί που ήταν ανύπαρκτη!
 
Μόλις γύρισα από τη δουλειά εκείνο το αλησμόνητο απόγευμα Τετάρτης, η ματιά σου άρχισε να με περιστοιχίζει με παράφορη οργή.Σε ρώτησα τι έχεις, ενώ τα μάτια μου είχαν κοκκινίσει από τις άδειες ώρες μπροστά στον υπολογιστή και έναν ομηρικό καβγά με αναιδέστατο πελάτη. Αυτά που άκουσα με άφησαν άλαλο.Σε έχω παραμελήσει έλεγες, από συνήθεια σε κρατάω, γιατί δεν έχω και τα κότσια να σου ζητήσω να το διαλύσουμε. Εξάλλου έχω ανοιχτά πολλά μέτωπα και γυρεύω πανικόβλητος την επιβεβαίωση. Είμαι αλλού και δεν αντέχεις να σε εξαπατώ. Κατηγορώ, εικασίες αυτοεπαληθευόμενες και χοντροκομμένες προσβολές έκαναν παρέλαση χωρίς αιδώ. Φώναζες πλέον, ανεξέλεγκτη, πεπεισμένη ότι η σιωπή μου συνιστούσε ομολογία των πράξεών μου. Περίμενα στωικά να πέσει η αυλαία σε όλο αυτό το παραλήρημα.Ξέσπασες σε κλάμα ατελείωτο, σωριάστηκες σε μια καρέκλα και έκλαιγες για ώρα, αβοήθητη και ανυπεράσπιστη. Άκουγες αυτά που φοβόσουν τόσο, ώστε να τα προκαλέσεις. Σχέση χωρίς εμπιστοσύνη είναι διαδικασία αυτοτυραννίας.Δε μπορείς να αμφισβητείς τον άνθρωπό σου, ακυρώνεις και εσένα έτσι.Μα και η ζήλεια τελικά έτσι αδηφάγα που κατασπαράζει τον έρωτα, τον αποτελειώνει. Τα σενάρια της ζήλειας τα αρρωστημένα ο έρωτας τα απεχθάνεται. Καταφέρνει έτσι στο τέλος να πραγματώσει αυτά τα τόσο κακόγουστα και θλιβερά σενάρια.Αφήνει τη μοναξιά να κατοικοεδρεύσει. Αναγκαίο για να σε συνετίσει για τη λειψή σου εμπιστοσύνη. Όσο και αν το έρωτας έχει ανάγκη από ένα πάθος να τον ανατροφοδοτεί, άλλο τόσο φθίνει όταν αυτό το πάθος αφήνεται αχαλιναγώγητο. Αχαλιναγώγητος είναι μόνο ο ίδιος ο έρωτας, όχι τα παρελκόμενά του. Αλλιώς τον κατατροπώνουν, τον υπονομεύουν, τον φονεύουν.
 
Με την παροιμιώδη αντιφατικότητα του ανασφαλούς, στο άκουσμα της απόφασής μου να χωρίσουμε, ξύπνησες από το κώμα. Μου ζητούσες γονυπετής συγγνώμη που αμφέβαλλες για εμένα, πως όλα τα είπες επειδή ήσουν συναισθηματικά φορτισμένη και πως, φυσικά, δεν εννοούσες ούτε λέξη. Η ευκολία με την οποία αυτοαναιρέθηκες, πρόδωσε την ψυχολογική σου αστάθεια, την αδυναμία σου να συνυπάρξεις. Για να δώσεις συντροφικότητα, πρέπει να απαλλαγείς από κάθε ανελεύθερο στοιχείο που σα μάστιγα σε αποπροσανατολίζει. Δε σε άκουσα στιγμή, πλέον ένιωθα μόνο οίκτο και ενοχές. Αυτό ήταν το σημάδι της δικής μου φυγής. Όταν αναρωτηθείς αν πρέπει να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία σε μια σχέση, σημαίνει πως ήρθε η ώρα να την τερματίσεις. Οι σχέσεις δεν είναι για επανειλημμένες δοκιμές, ούτε άξαφνα γίνονται ιδανικές. Μερικές φορές πρέπει να νικάς το πείσμα σου να συντηρείς επ' αόριστον κάτι νεκρό. Πρέπει να αντικρύζεις κατάματα την επιλογή σου και να την αποχαιρετάς, ακόμα και αν αυτό το αντίο σου χρεώνει μια προσωπική αποτυχία.

Yπεροψία

Όσο διαλλακτική και να υπήρξα με τους ανθρώπους, ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω εκείνους που έπαιρναν τον εαυτό τους στα σοβαρά. Είτε ρητόρευαν με στόμφο όντες ετοιμοπόλεμοι με το γνωμικό που άρμοζε στην περίσταση, είτε εκθείαζαν το σπάνιο ταλέντο τους στη φωτογραφία, είτε αναλώνονταν σε επίδειξη άψογου στυλ, εξειδικευμένης γνώσης, υλικού πλεονάσματος. Πάντα κυκλοφορούσαν μαζί με την πολύλογη υπεροχή τους με στόχο να ξεσκεπάσουν τη δική σου ένδεια.

Δε χρειάζεται ασφαλώς να είναι κανείς ψυχολόγος για να αντιληφθεί τους τόνους ανασφάλειας που υποκρύπτει μια τέτοια κοινωνική συμπεριφορά. Εδράζεται σε κίνητρα εσώτερα, σε αδυναμία χειρισμού και χαλιναγώγησης της προσωπικής ανασφάλειας. Πάντα ωστόσο στα μάτια μου αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν ένα αναγκαίο κακό. Σαν γραφικές παραφωνίες της καθημερινότητας που προσπαθούσα να ατενίσω με χιούμορ αλλά συνήθως αποτύγχανα. Γιατί αυτές οι καρικατούρες που περιφέρονταν παρέα με τα ημερήσια τους επιτεύγματα διέθεταν αυτό το ακαταμάχητα απωθητικό στοιχείο που πάγωνε κάθε μου προσπάθεια να τις συμπαθήσω. Εννέα στις δέκα με προσπερνούσαν με ένα επιτηδευμένο χαμόγελο αυταρέσκειας ανάμεικτο με ψήγματα περιφρόνησης. Ή θα κινούσαν γη και ουρανό ώστε το βλέμμα τους να μη συναντήσει ποτέ το δικό μου.Οι συναναστροφές τους έπρεπε να είναι συναγελασμοί επιπέδου, όπου θα αποθέωναν τα αδιαφιλονίκητα χαρίσματά τους, υπό την αμοιβαία επικρότηση του συνομιλητή-κόλακα, άλλως συνιστούσαν απώλεια χρόνου. Όπου χρόνος, χρήμα. Και όπου χρήμα, δείκτης. Δείκτης γενικός, δείκτης καθολικός, δείκτης μοναδικός.

Σε μία νοητή κοινωνική πυραμίδα, σκαρφάλωναν αβίαστα στην κορυφή, και έτσι ατένιζαν τον υποδεέστερο κόσμο πανοραμικά, από τη θέση του υπερόπτη. Μπορούσαν με ευκολία να σχολιάζουν τις ατέλειες και τις δυσλειτουργίες του, εξάλλου αυτές ουδέποτε τους αφορούσαν. Με την ιδιότητα μιας εκλεκτής ομάδας, διαχώριζαν τη θέση τους από τον τραγικό μέσο όρο. Περιαυτολογούσαν με την πρώτη ευκαιρία και πυροδοτούσαν μια πυρετώδη σύγκριση, μέσα από κάκιστα συγκεκαλυμμένη αδιαφορία. Όταν ένιωθαν την υπεροχή τους να κλονίζεται και να απειλείται, μετατρέπονταν σε υστερικά όντα που δεν είχαν ταυτότητα μέσα στον εχθρικό κόσμο. Λόγω της εγγενούς μου ροπής προς τη μετριοφροσύνη και την ταπεινότητα, απεύφευγα αυτούς τους τύπους όπως ο διάβολος το λιβάνι. Εξάλλου η ανυπόφορη ηλιθιότητά τους ήταν για εμένα αυτομάτως διαγνώσιμη.

 Η αλαζονεία είναι μια αυταπάτη χτισμένη πάνω σε διαστρεβλωμένη αυτοεικόνα. Ο αλαζόνας νιώθει σημαντικός εξαιτίας της αδυναμίας του να αποδεχθεί την ασημαντότητά του. Κατάφαση της ασημαντότητας,  η απαρχή του σπουδαίου.Ο αλαζόνας γατζώνεται από την υποτιθέμενη υπεροχή του και γίνεται όμηρος αυτής. Μένει στάσιμος πίσω από τα καινοφανή του κατορθώματα και τα προτάσσει για να κουκουλώσει τις αδυναμίες του.Απορρίπτει τους άλλους ως αντικατοπτρισμούς μετριότητας ενώ ο ίδιος είναι εσαεί μέτριος επειδή αδυνατεί να είναι μετριόφρων. Η Δυνατότητα είναι εξελίξιμη, προϋποθέτει συνειδητοποίηση του αχανούς και του απέραντου της διαδρομής. Αν κάποιος φρονεί ότι έχει φτάσει στο τέρμα, τότε εκεί θα παραμείνει, στο τέλμα.

 Κάθε  φορά που ένας δήθεν παντογνώστης καταδέχεται να μου στείλει ένα μειδίαμα σε ένδειξη χαιρετισμού, τον αγνοώ παντελώς. Όταν κάποιος είναι δήθεν γενικώς, μόνο με την αδιαφορία μπορεί να γίνει κάποια στιγμή αυθεντικός. Γιατί στη βοήθεια είναι ανεπίδεκτος και αλλεργικός...είναι πολύ ψηλά  το βλέμμα του για να το χαμηλώσει τόσο, ακόμα και αν μόνο έτσι μπορεί να σώσει την όρασή του.
Τυφλοί από υπεροψία, πόσο δύσκολο είναι να ζητάτε επιβεβαίωση από όσους αλύπητα περιφρονείτε; H αψεγάδιαστη εικόνα σας είναι ψευδαίσθηση χωρίς την επιβεβαίωση των όσων επιδεικτικά σνομπάρετε. Γυρεύετε νομιμοποιήσεις σε κάτι εξ' ορισμού νόμιμο και αυτοδίκαιο. Είστε τόσο κοντόφθαλμοι,και ας κοιτάζετε αφ' υψηλού. Με τόσες αντιφάσεις, ποιος να σας πάρει στα σοβαρά πέρα από τον εαυτό σας;

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Άγχος

Ερχόσουν από το βάθος του διαδρόμου. Φιγούρα φαγωμένη, ελλειπτική. Χρόνια άνιση πάλη με ένα άγχος αιμοβόρο, που κατασπαράζει το γέλιο σου και σε σύρει σε ένα γυάλινο κόσμο. Τουρτουρίζεις εκεί, ανήμπορη, εύχεσαι να μπορέσεις να κοιμηθείς, να απενεργοποιήσει ο Μορφέας τη χαοτική σου σκέψη. Ανάβεις τσιγάρο, η μορφή σου σε διηνεκή κίνηση, να μη νιώθει την ακινησία του γυάλινου σύμπαντος. Το άγχος σε ζώνει από παντού. Υποσκελίζει την κάθε σου νίκη σα να είναι απόρροια συγκυρίας. Διογκώνει απειλητικά κάθε σου σφάλμα αναβιβάζοντάς το σε συνώνυμο της συντέλειας.
 
Το άγχος πανηγυρίζει στην πανωλεθρία. Κρέμεται από μια κλωστή ανεξέλεγκτου καθιστώντας την κατάκτηση του ελέγχου προπύργιο υπερκόσμιας αρμονίας. Τρέφεται από τη φθορά δυνατών αλληλεπιδράσεων και πασχίζει πάση θυσία να τις αγκυλώσει, να τις παγώσει το χρόνο. Σε κάνει δύσπιστο, ενοχικό, τερατωδώς αναστοχαζόμενο. Πάντα είναι εκεί, υφέρπει, εποφθαλμιά, μηχανορραφεί. Επανακάμπτει δριμύτερο όταν το αψηφάς. Ίδιον των ολοκληρωτικών δυνάμεων, να μαίνονται στην περιφρόνηση. Σε χαντακώνει, σε κάνει να γίνεσαι ένα σκυφτό ανθρωπάκι, ένας επαίτης νοσηρής επιβεβαίωσης, να γίνεσαι πένητας, να απογίνεσαι. Στις παρυφές του ριζώνει ο αποβλακωμένος σου εαυτός. Εκείνος που λησμονεί την αυτοδυναμία του και γυρεύει αρωγή από άτομα αβοήθητα και απελπιστικά χαμένα. Εκείνος ο εαυτός ο μισερός, που σωρεύει απωθημένα αντί να τα καταλύει. Που δίνει το προβάδισμα στη δειλία, προτιμά να ενταφιάσει συναισθήματα παρά να τα εξωτερικεύσει.

Σε βλέπω ασθμαίνουσα να πενθείς για μια ακόμη αποτυχία. Πνίγεσαι σε φαντάσματα εκκρεμοτήτων, το παρελθόν χτίζει θανάτους στο παρόν σου, ασφυκτιάς και χάνεσαι. Πάλη η ζωή σου μέ τέρατα και στοιχειά απρόσκλητα. Και όμως, όσα μας ταλανίζουν είναι δικά μας γεννήματα και δικές μας απολήξεις. Πώς γίνεται να κυοφορούμε εκείνο που σφραγίζει το θάνατό μας; Είναι δυνατό να επιλέγουμε το βάσανο από το βάλσαμο, μια μοίρα σατραπική αντί μιας μοίρας διαλλακτικής; Ή μήπως τελικά χωρίς το δράμα η ζωή μας είναι κενή νοήματος;
 
Mήπως στο άγχος και στο βάσανο ανταμώνουμε τον πιο φρικαλέο εαυτό μας τον οποίο αν δεν αντιμετωπίσουμε, θα τον ανιχνεύουμε παντού, ως δαιμονικά οικειοποιούμενο την κάθε στιγμή; Μήπως τελικά το άγχος είναι αναμέτρηση με τις σκοτεινές περιοχές της συνείδησης που κατοχυρώνει ένα βαθμό ψυχικής αρμονίας;Ή είναι εν τέλει δείκτης προσωπικής αδυναμίας διαχωρισμού της ουσίας από το ανούσιο;

 
Σε παρατηρώ παραμορφωμένη, υπνωτισμένη να περπατάς σαν ακροβάτης, σε ένα δρόμο όλο στίγματα και συγκεχυμένα σύμβολα.Όλα είναι παρατημένα, ερείπια θαλερών στιγμών, σκιές από χαρμόσυνα στιγμιότυπα, θολές αντανακλάσεις εορτασμών. Γύρω σου όλοι μιλούν ακατάληπτα, είναι σα να βλασφημούν αλλά δεν έχεις το σθένος ούτε να τους κατηγορήσεις γιατί δεν τους κατανοείς. Το άγχος κατασκηνώνει δίπλα σου, ζυγίζει κάθε σου βήμα, κάθε εσώτερη ζύμωση.'' Δεν κάνεις τα λάθη σου, είσαι τα λάθη σου'', μοιάζει να σου φωνάζει με σταγόνες μομφής να σου πιτσιλίζουν το πρόσωπο. Ρίγη τρόμου διαπερνούν το ασθενικό σου σώμα, ο παλμός σου εξασθενεί και αυτός σε αυτή την απώλεια ζωής. Σε ένα χαμό που συντίθεται από αδιέξοδα, σε ένα λαβύρινθο που σε κάνει να αγωνιάς, να φοβάσαι, να νιώθεις ασήμαντη''. Ό,τι και να κάνεις είναι λάθος'', συνεχίζει. Καταδίκη σε αιώνια λάθη, αποφαίνεται σε μια αδυσώπητη ετυμηγορία. Τρέχεις να γλιτώσεις μα είναι αργά. Τα πόδια σου στερεωμένα στο έδαφος, το κλίμα πνιγηρό, παντού καλπάζουν λάθη σαν εκδικητικό πεπρωμένο.'' Είσαι αποκλειστικά υπαίτια για τα δεινά σου'', συνεχίζει με αναλγησία δίχως φρένο.

Πώς γίνεται να ζούμε για να βρούμε  μια διέξοδο και να γινόμαστε κατασκευαστές κινδύνων;
Γιατί μας τρέφει η αβέβαιη περιπλάνηση όταν ποθούμε τόσο να ξαποστάσουμε σε ένα σταθερό σημείο;
Kαι πώς ενώ αποφεύγουμε κάθε πιθανή καταστροφή, καταλήγουμε με χυδαία ευκολία αυτοκαταστροφικοί;
 
Δεν είναι ότι ο αγχωμένος σου εαυτός αδυνατεί να βρει τη λύση. Είναι ότι δεν τη θέλει. Εθισμένος  στο άλλοθι του αδιέξοδου, προσπερνά τις διεξόδους συνεχίζοντας να αναπαράγει κινδύνους, και ας μοιάζει τελείως ακίνδυνος. Χωρίς τη δόση σου από άγχος θα καταντήσεις φυσιολογικός, και αυτό είναι εξαιρετικά αφύσικο.

Κυριακή

Εκεί που ξεκινά η μέρα, στο αχνό φως του ήλιου, στη ζωηρή δροσιά που τρυπώνει από τα ανοιχτά παράθυρα, στα μολυβένια σώματα που νωχελικά στριφογυρίζουν στο κρεβάτι, στη μυρωδιά του καφέ που διαχέεται ως έξω, στους ήχους που καλωσορίζουν άλλο ένα πρωινό...γιορτάζει η δική του Κυριακή. Η δική του ανάπαυλα από την εβδομαδιαία σχιζοφρένεια.Θα σηκωθεί χαλαρά, θα πιει αχνιστό καφέ και θα ξεχυθεί στους δρόμους μιας υπνωτισμένης κατάνυξης. Τα χρώματα του πρωινού καταπραϋνουν το χάος που σιγοσβήνει μέσα του, οι άνθρωποι που συναντά μοιάζουν πιο οικείοι και αυτάρκεις, όλος ο κόσμος μουρμουρίζει κάτι σοφό μέσα από μια λυτρωτική σιωπή.

 Η ματιά του εγκλωβίζει εικόνες που την τροφοδοτούν, αλλοτινά απαρατήρητες. Ρουφάει κάθε στιγμή σαν ακόρεστος έφηβος που μόλις ανακαλύπτει τη ζωή. Είναι η μέρα που το άγχος ξαποσταίνει. Καμία επαφή με δηλητηριώδεις ειδήσεις, καμία παλινδρόμηση σε ερεβώδη περιστατικά που πέρασαν, κανένα αγκάθι να ματώνει την άσπιλη διάθεσή του. Σήμερα όλα παύουν να τον ερεθίζουν, υποχωρεί η αίσθηση ματαιότητας που στοιβάζεται όλη την εβδομάδα στο κορμί του κάνοντας το αλγεινό και την ψυχή του συσκοτισμένη. Σήμερα γιορτάζει η απλότητα, το νόημα που διαφεύγει σε καθημερινή βάση μέσα σε αγχωτικά παραληρήματα για υπερεκτιμημένες διεκπεραιώσεις-με εκείνο τον αγεφύρωτο, αγέρωχο φόβο της αποτυχίας, με εκείνη την αβάσταχτη αίσθηση καταδίωξης από μια ψυχωτική αδικία.
 
 Τίποτα δεν επιτρέπει να διεισδύσει στην Κυριακή του, η Κυριακή του είναι μέρα απόστασης. Μέρα γιορτής και καθαρής εξερεύνησης.Τη νιώθει απ' άκρη σ' άκρη, νιώθει την αφιλόξενη πόλη να στεγάζει τους φόβους του και να τους κοιμίζει, μέσα από την άγρυπνη ματιά του που αγωνιά να ανιχνεύσει το Θαύμα. Έπειτα είναι και εκείνη. Μπορεί να έχει μέρες να τη δει, όμως είναι πάντα η ίδια αίσθηση. Μια έξαλλη αντάμωση περίσσειας οικειότητας, σα να μην αποχωρίστηκαν ποτέ. Τον περιμένει κάθε κυριακάτικο πρωινό στο μικρό καφέ,με το ίδιο λαμπερό βλέμμα και το χαρακτηριστικό χαμόγελο που εκπροσωπεί την απόλυτη ευτυχία.Με εκείνο το ατάραχο βλέμμα να περιφέρεται στον άδειο χώρο και να γεμίζει συναίσθημα όταν τον αντικρύζει. Κι έπειτα λέξεις, σιωπές, γέλια και συγκινήσεις, πόσα μπορούν να χωρέσουν σε μια μέρα;Άπειρα σκηνικά που απαθανατίζονται, αποκρυσταλλώνονται στη μνήμη που τα έχει ανάγκη για να μη νεκρώνεται...μέχρι τα επόμενα. Κυριακάτικες συναντήσεις με τον λανθάνοντα εαυτό τους που επιμένει να παραμένει αναλλοίωτος. Εκείνος διαπιστώνει με ανακούφιση ότι η  μικρή λαίλαπα της εβδομάδας που πέρασε την άφησε ανεπηρέαστη. Εκείνη παράφορα καταλαβαίνει πως η αγάπη της ακμάζει κάθε Κυριακή. Τους περιμένει μια μέρα που δεν έχουν καταστρώσει ούτε κατά διάνοια. Όταν είσαι ευτυχισμένος άλλωστε τα σχέδια μοιάζουν αφελή και οχληρά. Οι στιγμές διαδέχονται αβίαστα η μία την άλλη, αγκιστρώνονται από τη μνήμη σαν βάρβαρη αναγκαιότητα, σαν έρωτας που φοβάται μην ξεθωριάσει. Για Εκείνον, οι στιγμές τους είναι παυσίπονο σε έναν κόσμο απέραντης οδύνης και ανούσιου ξοδέματος. Πλημμυρίζει ευγνωμοσύνη που είναι πάλι εκεί. Η ματιά της ζωντανεύει στη δική του. Η δική του Κυριακή.