Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

Επιστροφές

Οι επιστροφές. Αντάμωση με το παρελθόν και τα κομμάτια του εαυτού του που άφησε πίσω του. Ή μήπως όχι; 
Πέρασαν χρόνια, αρνήσεις που επαλήθευσαν μύχιους φόβους, αγωνία εσώτερη, μοναξιά, αναμονή και προσδοκίες ατροφικές. Ο χρόνος βάραινε πάνω του, τον άφηνε μισερό να ελπίζει σαν δαιμονισμένος. Τον καθοδηγούσε ο φόβος. Ένας φόβος να απελευθερωθεί, να σηκωθεί, να πολεμήσει εκείνον τον αυτοσχέδιο εχθρό που τον καθήλωνε. Πώς να ζήσει τη ζωή όταν καρπώνεται εκουσίως καθημερινούς θανάτους; Κρυβόταν από ο,τιδήποτε θα τον απομάκρυνε από το λήθαργο. Και η Αλήθεια γινόταν Λήθη και οι μνήμες συρρικνώνονταν. Οι νύχτες ήταν μαρτυρικές, αιώνιες στιγμές αφόρητης σιωπής όπου έπρεπε να αναμετρηθεί με τον δειλό εαυτό του.

Έγινε η συνήθεια αυτόβουλη αιχμαλωσία. Πάντα έτσι ήταν.

Σταμάτησε να σκέφτεται, να αναλύει, να αποτυπώνει τις σκέψεις στο χαρτί. Έπρεπε να πει αντίο. Να γιορτάσει το ανοίκειο πρόσωπό του που αδυνατεί να αναγνωρίσει. Ξένος, να αγγίξει τον πυθμένα ταπεινά αν κάποια στιγμή έχει βλέψεις προς τον ουρανό. Κι εκείνος δεν ήταν ποτέ ανέφελος. Βασανιστικά, του έθετε ζητήματα αμφίθυμα, τον μάλωνε όποτε γύρευε βασιλικές οδούς, όταν κατέπνιγε ένα αδιέξοδο συναίσθημα, όταν αποθέωνε ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Εξιδανίκευε κάθε τι που παρήλθε, απλώς και μόνο επειδή ήταν ανίκανος να το βιώσει. Στεκόταν πάντα πιο ψηλά από αυτόν, μέσα στην αίγλη του απρόσιτου, εκείνου που δεν αποκαλύφθηκε ποτέ και υπερέχει με τη θρασύδειλη σαγήνη του εξερεύνητου.

Πήρε απόσταση από όλα όσα γνώριζε. Σε μια στιγμή, σε ένα απειροελάχιστο τεμάχιο χρόνου, αποχαιρέτησε τη ζωή του όπως την ήξερε. Κλείδωσε σε ένα συρτάρι σκέψεις, λέξεις και ιστορίες και ταξίδεψε σε έναν άγνωστο προορισμό, ξεκινώντας από το μηδέν, συνεπαρμένος από τη δυνατότητα του αυτοσχεδιασμού, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς αξιώσεις. Άρχισε να κινείται προς όλα εκείνα που τον τρομοκρατούσαν, που τον ανάγκαζαν να μένει στο παρασκήνιο, χωρίς αγώνα, μόνο με την αγωνία του ανθρώπου που αδρανεί γιατί είναι αμήχανος και προσμένει εις μάτην έναν σωτήρα.

Ήταν παράξενο να γίνεται ένας Άλλος. Παράταιρο μάλλον. Ξεκίνησε, όμως, σε αυτό το ταξίδι κάτι που ουδέποτε είχε τολμήσει να φανταστεί. Ξεκίνησε να ζει. Χωρίς κανόνες, υπεραναλύσεις και όρια. Χωρίς στερεότυπα και το παρελθόν μόνιμο εισβολέα στο παρόν. Χάθηκε από τον κόσμο όπως τον ήξερε και έγινε παρών στο παρόν του. Το Αντίο έγινε η δική του αφετηρία, το δικό του βίωμα του ελεύθερου εαυτού. Οι φόβοι σε σμίκρυνση, εξουθενωμένοι, αστείοι σχεδόν, σύνδεσμοι με έναν εαυτό παγιδευμένο στην αυτοτροφοδοτούμενη απόγνωση.


Και έρχεται η  ώρα της επιστροφής. Η στιγμή που πρέπει να επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος και να αντικρύσει με γενναιότητα ό,τι εγκατέλειψε και όσα κρίθηκε αδύναμος να βγάλει από μέσα του. Απενοχοποιημένες συνήθειες, τόπους αφιλόξενους, ακατανόητα σύμβολα και πρόσωπα που νοηματοδοτούσαν το χθες. Να νιώσει δυνατός μπροστά στις αδυναμίες του, μπροστά στην αυτόβουλη αιχμαλωσία και στη μικρότητά του. Να λυτρωθεί από τη βασανιστική απαίτηση της ερμηνείας.

 Η επιστροφή είναι πρόκληση, μια προβολή του παρελθόντος στη δυναμική του παρόντος, με ικανότητα συνδιαμόρφωσης του μέλλοντος. Μια αποτίμηση και μία δοκιμασία. Ποιος έγινε, τελικά;
 
Ακούει μια γνώριμη φωνή να κατευνάζει το άγχος του. Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Επιλέγει το νόημα, επιλέγει να γίνει αυτό που είναι, να μη σταματήσει να ταξιδεύει χωρίς προσδοκία, να αφεθεί στην αέναη κίνηση. Να τολμάει να κατευθύνεται σε όσα δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει, να ρισκάρει να χάσει ό.τι του παρέχει ασφάλεια, να εκτίθεται, να εκπαιδευτεί στην απώλεια, να ζει μέσα από την ηδονή και τον πόνο. Να καθίσταται ικανός να αγαπάει και να αγαπιέται. Να ξοδεύεται και να ξοδεύει και όλα δυνατά να τα θεωρεί γιατί έχει επίγνωση του ανατρέψιμου και του παροδικού των πάντων. Να επιστρέφει άφοβα σε όλα εκείνα που άφησε πίσω. 

Είναι Άλλος πια, είναι άλλη και η ματιά του. Μέσα από το παρόν, το παρελθόν νοηματοδοτείται ανακουφιστικά, ξεπροβάλλει ως προστάδιο αναγκαίο για αυτό που τώρα βιώνει, όπως μια μέρα πήρε μια βαλίτσα, τη γέμισε πράγματα και έκλεισε την πόρτα.

 Η φυγή είναι πράξη γενναία. Είναι διακινδύνευση των φαινομενικών σταθερών. Και η γαλήνη προϋποθέτει την αναστάτωση, την αντοχή στην απουσία και τη θλίψη. 

Είναι όντως αμήχανες οι επιστροφές, νιώθει αμήχανος που επιστρέφει και ουδείς τον αναγνωρίζει. Δεν θέλει όμως να ξέρει πάντα τον τρόπο, θέλει χαμένος να νιώσει έστω και λίγο για να ξαναβρεί το χαμένο του δρόμο. Θέλει να ξανασυστηθεί, θέλει τη δική του πανηγυρική Αρχή.


Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Ζωή υπό αίρεση

Ποτέ δεν κατάλαβα πότε έπρεπε να φύγω. Πίσω από έναν τοίχο, πίσω από μια επίφαση ασφάλειας, πάντα γαντζωμένος από την απόσταση, έκανα αυτό που γνώριζα άριστα, να αναβάλλω. Η ζωή μου υπό αίρεση, η αγωνία του να λάβω μια απόφαση ήταν συνήθως πιο φρικτή από τις ίδιες της συνέπειές της. Μέσα στην ανεξήγητη γαλήνη της αδράνειας, ήσουν και εσύ. Μάλλον ενσάρκωνες το τίμημα της θρασύδειλης απραξίας μου. Ενσάρκωνες τις ελλείψεις μου την ίδια ώρα που μπορούσες να τις θεραπεύσεις. ΄΄Όλα τα δαιμόνια που μαίνονταν μέσα μου, σε αντανάκλαση στη μορφή σου, σε ένα χαμόγελο που ποτέ δεν κατάλαβα τι έκρυβε.
 
Να μη διώχνεις τη λύπη εάν θέλεις να νιώθεις τη χαρά. Αν δε θέλεις να την ψάχνεις με βλέμμα απόγνωσης σε τόπους όπου περιπλανιέσαι αποξενωμένος και ανήμπορος να είσαι ο εαυτός σου. Είναι ο πόνος ακατανόητος πια.. νόσος και γιατρειά, παγίδα και όχημα απελευθέρωσης.
 
Εξοικειωμένη με τον πόνο, με δύναμη υπεργήινη, τόσο αλλόκοτη, τόσο ξεχωριστή. Έλεγες πως πρέπει να βιώνουμε όσα φοβόμαστε γιατί ο φόβος είναι ιδέα αυτοδημιούργητη. Κάθε φορά που ο φόβος θα γίνεται βίωμα, θα αποδυναμώνεται η ιδέα. Ο δειλός μας εαυτός ηττείται κάθε φορά που μια παράτολμη φωνή επιβιώνει. Να γελάσεις, να κλάψεις, να πεις αυτό που όλα θα τα τερματίσει ή όλα θα ξεκινήσουν από αυτό. Μόνο τις μέρες τις πανομοιότυπες να φοβάσαι, εκείνες όπου η συνήθεια γιορτάζει, με πρόσωπα έρημα και αλήθειες βουβές. Μέρες γεμάτες υγρασία και επαναλαμβανόμενες κινήσεις χωρίς ψυχή, με το ανέλπιδο να βασιλεύει και να νιώθεις τη στασιμότητα να σε καθηλώνει. Να γίνεσαι ένα με αυτή και ,σιγά- σιγά, να πεθαίνεις.
 
 
 
 Μου έλεγες πως πρέπει να αγαπάς αυτό που σε κάνει να αποδέχεσαι αυτό που είσαι. Αλλά και αυτό που σε λυτρώνει, κοντράροντας την παντογνωσιακή αυταπάτη που συνήθιζες να τροφοδοτείς. Μέσα στο χρόνο, ήλπιζα σε μια απομυθοποίησή σου. Σε μια επιβεβαίωση ότι δε σε ερωτεύθηκα, ότι ο έρωτας είναι αλλιώς, ότι δεν άξιζε τον κόπο. Αποφεύγουμε συνήθως ό, τι είμαστε ανάξιοι να διαχειριστούμε. Η πλήξη του προβλέψιμου είναι ένα ενδεχόμενο που όλα τα απλουστεύει. Σε κάθε δειλή επιλογή, αντιστοιχεί ένα τίμημα ισόβιας αιχμαλωσίας. Γιατί η σκλαβιά είναι παραμορφωμένη ασφάλεια, ένα κελί από το οποίο παρατηρούμε πως η ζωή που περιμέναμε, έχει ήδη εξανεμισθεί.

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Στη Φύση σου

Θυμάται τον εαυτό του από μικρό, να κρύβεται πίσω από τους συμμαθητές του, να γράφει σε αποκόμματα του τετραδίου, να βάζει τα δυνατά του για να περάσει απαρατήρητος. Τα σημάδια της προσωπικότητας που θα διαμορφωθεί, όσο πρώιμα και να θεωρούνται, είναι πιο ξεκάθαρα τότε, πιο ουσιαστικά, γιατί λείπει η τετράγωνη λογική ώστε να τα φιλτράρει. Αγχωνόταν διαρκώς από το απειλητικό χάσμα που υψωνόταν, ανάμεσα στον ίδιο και τους συνομήλικους υποψήφιους φίλους του. Φίλοι δεν έγιναν ποτέ. Τα παιχνίδια ουδέποτε τα εκτίμησε, οι ιδέες που κυκλοφορούσαν αντάρτικα στο μυαλό του σχεδόν τον σόκαραν, τα όσα έγραφε, αράδες σκόρπιες δεξιά και αριστερά, ήταν αποτύπωμα μιας ανήσυχης, σίγουρα όχι παιδικής ψυχής.
 
Στην εφηβεία, το χάσμα έγινε αγεφύρωτο. Εισέπραξε περιφρόνηση, χλευασμό, αδιαφορία. Με τη ρετσινιά του ακοινώνητου, προσπαθούσε να πειθαρχήσει τα όσα ένιωθε και σκεφτόταν, με τα όσα παρατηρούσε στον εξωτερικό κόσμο. Χανόταν σε θεότρελες ασυμφωνίες και αυτάρεσκους γρίφους, δραματοποιημένους από την έντονη συναισθηματικότητα με την οποία επέμενε να ντύνει τα πάντα η ηλικία. Ηρεμούσε μόνο όταν έκανε την αγαπημένη του μοναχική βόλτα, από το Μοναστηράκι στο Κουκάκι. Περιπλανιόταν ανάμεσα σε ποικιλόμορφες φιγούρες, μελωδίες από το πουθενά, ζωηρά βλέμματα και παγωτά στο χέρι μέσα στο καταχείμωνο. Κάπου μέσα σε όλον αυτό τον εορτασμό του παροδικού, δεν έμοιαζε τόσο παράταιρος. Δεν τον κοιτούσαν παραξενεμένοι, ούτε με τη νύστα του αποχαυνωμένου που έπεσε άλλη μια φορά σε λήθαργο. Δεν του ζητούσαν εξηγήσεις, δεν γνώριζαν καν ποιος είναι, κανένα δεδομένο, κανένα ιστορικό.
 
 Η λύτρωση του να ανακαλύπτεις ποιος είσαι από το μηδέν, να μπορείς να γίνεις τα πάντα γιατί δεν είσαι τίποτα. Τα μέχρι τότε συμπεράσματα ήταν βιαστικά και επιπόλαια, δεν είναι ένα αθόρυβο και συνεσταλμένο αγόρι που καταφεύγει τρομαγμένο στο παιδικό του δωμάτιο. Αυτή είναι μία πλευρά του εφήμερη, που θα διαμορφώσει μια άλλη, ίσως αντίθετη εκ διαμέτρου.
 
Με επιτακτική ανάγκη για επικοινωνία και συναίσθημα, ευαίσθητος όσο ποτέ, βίωσε την γλυκόπικρη γεύση του μονόπλευρου. Πικρή γιατί η μη ανταπόκριση μπορεί να τον στοιχειώνει για μια ζωή, Γλυκιά γιατί μόνο μέσα από τον πόνο του μονόπλευρου μπορεί να εξασκήσει την επιθυμία του. Να επιθυμεί εκείνα που χρειάζεται.
 
Περνάει μια ζωή όπου έχεις όλα όσα χρειάζεσαι εμπρός σου και εσύ κοιτάζεις αλλού. Σε εκείνα που νομίζεις ότι θες. Υπάρχει μεγαλύτερη ειρωνεία από αυτή;
 
 
Η φύση του τον παίδεψε πολύ. Σήκωνε αντιρρήσεις, ανέτρεπε τα δεδομένα, τον παγίδευε σε χαρακτηρισμούς ανεπιθύμητους, του χάρισε γενναιόδωρα μοναξιά. Ουδέποτε, όμως, προσπάθησε να αλλάξει. Η φύση είναι ιερή, είναι η πηγή της διαφορετικότητας. Αν επέμβεις σε αυτή, σε αντεκδικείται. Τόσο απλά. Αφύσικο είναι να εγκλωβίζεις τη φύση σου, να νιώθεις ένοχος για αυτή, να απολογείσαι για το ότι ακολουθείς το δικό σου μονόδρομο όταν οι άλλοι περπατούν ασφαλείς και υπνωτισμένοι στην μεγάλη λεωφόρο.
 
 Μη φυσιολογικό είναι να βαδίζεις ενάντια στη φύση σου για να είσαι αρεστός και για να γίνεις αποδεκτός. Γιατί ως άλλος πια, δε θα μπορείς να νιώσεις την ευτυχία παρά μόνο ως μια παραμορφωμένη εκδοχή της. Σημασία έχει να είσαι Εσύ στο Ταξίδι. Να παραμένεις Εσύ. Ακόμα και αν η καρέκλα του συνεπιβάτη εξακολουθεί να είναι άδεια. Αυτό που θα ζεις δε θα είναι φαντασίωση, ούτε υποκατάστατο. Δε θα πετάς αιχμάλωτος πάνω από συννεφιασμένους αιθέρες. Όλα θα είναι αληθινά, θα μπορείς να τα δεις κατάματα, να απλώσεις το χέρι και να τα αγγίξεις, να διακρίνεις ομορφιά ακόμα και στο σκοτάδι.
 
 
 
 
 Γιατί είσαι ελεύθερος όταν μαθαίνεις να αποδέχεσαι τη φύση σου. Ακόμα και αν σε τρομάζει, ακόμα και όταν σε ξεβολεύει. Η ανασφάλεια συχνά είναι η αφετηρία στο δρόμο για την απελευθέρωση. Από όσα προσπαθούν να οικειοποιηθούν τη φύση σου, να σε εξομοιώσουν με το πλήθος, να σου σαρώσουν την αλήθεια.
 
Τα χρόνια πέρασαν μέσα από πολλές μεταπτώσεις, τον βρήκαν άγρυπνο σε απόγνωση, αλλά και με αίσθηση ικανοποίησης. Για τις σπάνιες στιγμές που έδινε στη διαδρομή κάτι από τη δική του ματιά. Και αυτή μεταμορφωνόταν, και γινόταν κάθε μέρα και άλλη, και περίμενε κάθε μέρα το Θαύμα. Πλέον, την αγαπημένη του διαδρομή, δεν την κάνει μόνος. Αλλά χρειάστηκε να περάσει από πολλή μοναξιά μέχρι να θελήσει να την αποχαιρετήσει οριστικά. Έπρεπε να νιώσει πραγματικά ελεύθερος προτού μπορέσει να δεσμευτεί. Να επιτρέψει στην αγάπη να εισβάλλει. Είναι στη φύση του.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Παιχνίδια της Μνήμης

Ξεκίνησε τη γνώριμη διαδρομή με έναν πόνο σφηνωμένο μέσα του. Είναι πολύ πρωί, είναι η ώρα που χαράζει η ελπίδα, και ας καταποντίζεται κάτω από σκηνές φρίκης και ασήκωτης ρουτίνας. Συνήθισε η μέρα του να ξεκινάει με ένα παυσίπονο. Ρίχνει άφθονο νερό στο πρόσωπο αποφεύγοντας να αντικρύσει το είδωλό του στον καθρέφτη. Μισεί τους καθρέφτες, σα να φιλοξενούν τερατουργήματα, θολές μορφές και μισοσβησμένα λόγια. Αποτυπώματα που ξεθώριασαν μέσα στη θρασυδειλία τους. Πίνει μερικές γουλιές από τον πικρό καφέ που βράζει και με το ζόρι τρώει λίγο ψωμί. Νιώθει πως όλα έχασαν τη γεύση τους. Τα καταβροχθίζει μια ανελέητη ουδετερότητα. Μια ταυτότητα που λείπει τα ακινητοποιεί στην αεργία.
 
 
 Περπατάει ασθμαίνοντας, μερικές σκηνές που εκτυλίσσονται γύρω του μοιάζουν ολοκαίνουργιες. Μια φωτεινή επιγραφή, μια πρόσχαρη φιγούρα στον παμπάλαιο φούρνο που μοσχομυρίζει κανέλα, η παράξενα λεπτή σιλουέτα του κυρίου στο περίπτερο με τα πελώρια γυαλιά να παραποιούν το βλέμμα του, το παλαιοβιβλιοπωλείο που μάλλον είχε στήσει ολονυχτία. Δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν είναι η κατανυκτική φύση της ώρας που προσδίδει τέτοια διαύγεια στη σκέψη του ή αν η παρατηρητικότητά του ανέτειλλε άξαφνα και όψιμα. Πάντως, τα νέα στιγμιότυπα τον ανασύρουν από το λήθαργο. Τον τέρπουν, δίνουν άλλη πνοή στην ημέρα, μια ανανέωση της ματιάς.
 
 
 Αρχίζει να φυσάει ένας ψυχρός άνεμος που προοιωνίζει το Χειμώνα.. Πάντα η έλευση του Χειμώνα τον βρίσκει απροετοίμαστο. Νομιμοποιεί τον εγκλεισμό του στο σπίτι, ενθαρρύνει τη μοναχική του τάση. Αυτό είναι που φοβάται, ότι συνήθισε τη μοναξιά, έμαθε να την αγαπάει. Τα χρόνια τον βρήκαν απόκοσμο και ενοχικά ευτυχή. Αν εξαιρεθεί η αλλιώτικη αίσθηση ορισμένων στιγμών, όπου το παρελθόν αναδύεται δυναμικά στο παρόν και το θέτει σε αμφισβήτηση. Όλα εκείνα που τον στοιχειώνουν, που ριζώνουν μέσα του, που τον κατακλύζουν με ''αν'' και εναλλακτικές εκβάσεις, που του κατασπαράζουν την ηρεμία. Μια ηρεμία εύθραυστη, ίσως και εικονική. Εκκρεμείς συζητήσεις, αδέξιες αντιδράσεις, ψέματα βολικά που τον ξεβόλεψαν πολύ περισσότερο από ό,τι μια ξάστερη αλήθεια, μια απειροελάχιστη στιγμή, ένα κρυφό κοίταγμα στο ρολόι, μια αθέμιτη παράταση...και η ευκαιρία εξανεμίστηκε. Λόγια που ήθελε να βγάλει από μέσα του, θα του ανέτρεπαν τις σταθερές αλλά θα ξαπόσταινε ακροβατώντας. Ώρες σκοτεινές που ήθελε να τρέξει προς το φως, αλλά καθηλώθηκε στην αθέατη θέση του. Δεν ήταν έτοιμος για υπερβάσεις της καλοκουρδισμένης φύσης του, ποτέ δεν είναι έτοιμος. Δεν έπαιξε ποτέ, διάλεξε τον ένα και μοναδικό ρόλο του ανθρώπου που κρύβεται από όσα φοβάται. Από όσα επιθυμεί.
 
 
 
 Μα έρχεται η ώρα που του λείπει το παιχνίδι, η φλόγα, το να είναι παιδί. Η φωνή της, η κοριτσίστικη μορφή της, το χαμόγελο και η ευγένεια στη ματιά της. Αυτό που ήταν τότε, από το οποίο τώρα πιθανότατα διασώζονται μόνο κατάλοιπα. Όσα δε μπορεί να διώξει από μέσα του είναι εκείνα που με μισή καρδιά προσπάθησε να απωθήσει. Η μνήμη του αντεπιτίθεται, γίνεται πιο δυνατή όσο προσπαθεί να την αποδυναμώσει. Η μνήμη διασώζει την αλήθεια-και από την αλήθεια δεν γίνεται να ξεφύγει. Οι εκκρεμότητές του με το Χρόνο τον επισκέπτονται ολοένα και πιο συχνά. Πότε είναι χαιρέκακες, έχουν θεριέψει από την αλλοτινή περιφρόνηση, πότε πρόξενοι βαθιάς θλίψης. Η θλίψη για όσα δεν ήταν άξιος να ζήσει και έσπρωξε με μισή καρδιά μακριά, κάνει την καρδιά του αιωνίως μισερή. Το ανεπίστρεπτο, τα ερωτήματα που θα μείνουν αναπόκριτα, οι επιλογές δειλίας που έκαναν τους φόβους υπερτροφικά θηρία. Η ανικανότητα να ζήσει όπως θέλει τον καταδιώκει σαν αυτοσχέδιος θάνατος. Σαν άλλη αυτοκτονία, ύπουλη και αργή, που τον βυθίζει στη νάρκη μιας εθιστικής υπνηλίας. Συνηθίζει να πονάει μέχρι που παθαίνει ανοσία στον πόνο. Και τότε, δε νιώθει τίποτα. Αδειάζει από συναίσθημα, συρρικνώνει τις άμυνές του, πορεύεται σα ζωντανός-νεκρός σε δρόμους άδειους, δίχως έκπληξη.
 
 
 
 Και είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές της αφύπνισης, που τις περιμένει με αγωνία. Τις τρέμει, όσο και τις εύχεται. Είναι οι αναμνήσεις αναμέτρηση με το χρόνο, αλλά και με ό,τι κατάφερε να γίνει μέσα σε αυτόν. Υπενθυμίσεις της ουσίας που είναι ανθεκτική και επιβιώνει παρά την φοβισμένη απόπειρα εξόντωσής της. Είναι οι αναμνήσεις διαχρονικές συναντήσεις με τις επιθυμίες, που, ανεκπλήρωτες, φανερώνουν την ισχνή του θέληση. Είναι επίπονες διεγέρσεις των επιθυμιών, ακόμα και αν ο ίδιος έμαθε να τις χλευάζει μέσα από τις υπερωρίες της μοναξιάς του. Όσα δεν αξιώθηκε να ζήσει, είναι καταδικασμένος να τα ζει ξανά και ξανά, στη φαντασία του.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Άφαντες Πατρίδες

Συνήθιζε να περιμένει το Νοέμβριο με παιδική λαχτάρα. Παρά το τσουχτερό κρύο και τις αντιφάσεις του, είχε και απρόσμενες λιακάδες και έρωτες από το πουθενά. Ο χειμώνας, στη συνείδησή της, ήταν παρεξηγημένη εποχή, υποτιμημένη ως μη πολλά υποσχόμενη. Αλλά αυτά τα ανέλπιστα δώρα του κάθε φορά, έμοιαζαν με καλοκαιρία μέσα στον παγετό. Αυτό την εξίταρε περισσότερο, ότι η καλοκαιρία είναι λανθάνουσα, είναι πιο ουσιαστική όταν είναι αθέατη. Όπως τα όνειρα, είναι λυτρωτικό να γίνονται χειροπιαστά όταν δεν προπορεύεται μια προσδοκία. Συμβαίνουν μόνο και τότε ονοματοδοτούνται. Αναδρομικά και ετεροχρονισμένα κατανοείς ότι αυτό χρειαζόσουν, και ας ήταν κρυμμένο πίσω από αλλοπαρμένα σχέδια και αυτοεπιβαλλόμενες επιθυμίες.
 
 
Απομακρύνεται σιγά-σιγά από όλους. Βρίσκει στη φασαρία των καθημερινών επαφών τη ματαιότητα μιας υποκριτικής επίφασης. Πάει όλο και πιο μακριά για να πλησιάσει σε εκείνη. Κάπου, σε χρόνο αόριστο, η απροβλημάτιστη μορφή της έκανε στροφή και χάθηκε . Ξαφνικά, έγινε αυτό που ανέκαθεν φοβόταν: επαίτης της χαμένης της χαράς. Φορτωμένη ενοχές για όσα την ανύψωναν πάνω από το καθημερινό, για όσα την έκαναν να στροβιλίζεται πάνω από τον πεζό κόσμο που λειτουργεί κακοκουρδισμένος. Εκείνα που φαίνονταν ασυνάρτητα, έδιναν συνοχή σε έναν θεότρελο κόσμο, που είχε το προσωπείο της τετράγωνης λογικής. Η κάθε παρασπονδία της, την βοηθούσε να μένει πιστή στους κανόνες. Μα και η εξαίρεση από αυτούς ήταν αναγκαία για να είναι σε θέση να σέβεται το πνεύμα τους. Όμως, χωρίς να αντιληφθεί το πώς, άρχισε μια έμμεση αυτοτυραννία. Η ανασφάλεια σε έξαρση, τα μάτια της ανέκφραστα, χάνεται σε βόλτες όλο ζάλη, μέσα σε βοερές πολιτείες δίχως όνομα. Δε μπορεί να εντοπίσει τη χαμένη της χαρά. Δεν έχει κουράγιο να την ψάξει, δεν ξέρει πού να ψάξει, ίσως δεν κατοικεί πουθενά.
 
 
 Ο Νοέμβριος πάντοτε ήταν ορμητικός, παράξενος, γεμάτος αναπάντεχα. Κεφαλαία γράμματα και τελείες. Όχι αποσιωπητικά. Ή του ύψους ή του βάθους. Μέσα σε φλογερούς έρωτες και σε ανεπιθύμητες φυγές, έπαψε να αγαπάει τον εαυτό της. Εκπαιδεύτηκε, μάλιστα, να τον πολεμάει με μένος. Υπάρχει κάτι πιο λυπηρό από ανθρώπους που οικειοποιούνται όλη σου την ενέργεια, και αυτό είναι να το κάνεις εσύ για εκείνους. Να υπονομεύεις κάθε προσπάθεια, κάθε τι ελπιδοφόρο, κάθε πιθανότητα απεγκλωβισμού. Να εφησυχάζεις, μέσα σε παραλείψεις εκλεπτυσμένες, παρωπίδες όλο πείσμα, απαράλλαχτες πορείες και ματιές δίχως βλέμματα. Να παραιτείσαι από εκείνη τη φωνή που κάνει τα πόδια σου να ξεκολλάνε από το έδαφος και να ανατρέπουν το ρου της μέρας, απλούστατα επειδή δεν υπάρχει.
 
 
 Τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο όσο υπάρχει ισχυρή θέληση για να το αναδιαμορφώνει. Η αγάπη για τον εαυτό είναι επίπονη, είναι αγάπη για την ελευθερία, είναι βαθύτερη προϋπόθεση ευτυχίας και σίγουρα δεν εξομοιώνεται με τη φιλαυτία. Είναι ανακωχή με δαιμόνια που σου φράζουν το δρόμο, ειλικρίνεια και αυτοκριτική, μηδενισμός και ακροβασία. Αλλά είναι και μια ζωηρή διαπίστωση: τα πράγματα γίνονται όσο πιο δύσκολα τα αφήσεις να γίνουν.Όσο περιμένεις έναν σωτήρα, αυτοκαταστρέφεσαι γιατί λησμονείς τη δική σου δύναμη να σωθείς. Θέλεις, άραγε, να σωθείς; Όσο ψάχνεις επιβεβαίωση από το περιβάλλον, τόσο πιο έντονη διάψευση θα κατοικεί μέσα σου. Γιατί ο κόσμος επιμένει να συντηρεί ένα ανούσιο παιχνίδι αλληλοεξουδετέρωσης ή αλληλοαφύπνισης ανασφαλειών. Αναζητεί σε αυτό την κίβδηλη συναισθηματική ισορροπία, την άφατη γαλήνη. Μόνο που φουρτουνιασμένος συνεχίζει το δρόμο του και πνίγεται μέσα από τους υποτιθέμενα ασφαλείς δρομοδείκτες. Συχνά, τα σημάδια είναι αποπροσανατολισμός. Δε χρειάζεται να βλέπεις πού πηγαίνεις γιατί δε θα τερματίσεις εκεί όπου όντως ήθελες.
 
 
 
 
Το οξύμωρο με την πατρίδα είναι ότι δεν μπορεί να είναι προορισμός. Καταλαβαίνεις ότι την βρήκες, μόνο αφού φτάσεις σε αυτήν. Όταν τα μάτια σου πλημμυρίσουν δάκρυα συγκίνησης και στην ψυχή σου σπαρταράει μια φλόγα ευδαιμονίας. Η πατρίδα δε μπορεί να είναι ιδανικό ή φαντασίωση. Μόνο υποστατή, είναι το καταφύγιο που βρίσκεις όταν κανένα σημάδι δε σου δείχνει το δρόμο. Έτσι είναι και η αγάπη για τον εαυτό σου: για να αγαπήσεις τον εαυτό σου πρέπει πρώτα να μισήσεις την αυτοκαταστροφική του μανία. Να την ξεριζώσεις με πάθος, να την αποβάλλεις από μέσα σου. Όσο κρυφοζεί έστω και ένα κύτταρο της αυτοκαταστροφικής σου πλευράς, η ευτυχία θα μοιάζει απροσπέλαστη γιατί δε θα μπορείς να την επιλέξεις.
 
 
 Όπως στην πατρίδα, στον εαυτό σου δε θα πλησιάσεις μέσα από σημάδια, μεσάζοντες και αλληγορικές ιστορίες. Απλά και ξάστερα, με πόλεμο με όσα σε ταλανίζουν. Θύτης και θύμα, εκεχειρία και εχθροπραξίες, όλα θα είσαι εσύ και όλα εσύ θα τα κινείς. Και όταν, πια, αποκαμωμένος, ξαποστάσεις στο πολυπόθητο καταφύγιο, θα νιώθεις ελεύθερος απέναντι σε κάθε έξωθεν ομηρία..γιατί θα είσαι ήδη νικητής στην πιο παράξενη μορφή ομηρίας, την αυτοαιχμαλωσία. Πριν ξεκινήσεις, βεβαιώσου πως δε φοβάσαι τις χαμένες πατρίδες, ούτε τις χαμένες χαρές. Ο φόβος για την ελευθερία είναι ο βασικότερος λόγος που περνάμε τη ζωή μας σε πελώριες φυλακές χρόνου, σε τόπους σκοτεινούς και αθέλητους. Όταν τον αποχαιρετήσεις οριστικά, ξεκινάει το δικό σου συναρπαστικό ταξίδι. Θα σου φέρει κάτι νέο, και ας μην το υπόσχεται. Όπως και ο Νοέμβριος.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Η απενοχοποίηση της εσωστρέφειας

Άλλη μια φορά που γεμίζει η οθόνη του μηνύματα και κλήσεις, όλα αναπάντητα. Αρχικά αισθανόταν ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια απερίγραπτη πίεση. Στην πορεία, συνήθισε να τα αγνοεί. Συνήθισε να τον αγνοούν, νιώθει πολύ πιο άνετα όταν περνάει απαρατήρητος. Με αγωνία προσπερνούσε γνώριμες μορφές στο δρόμο, έστρεφε περίτεχνα το βλέμμα του αλλού, προκειμένου να αποφύγει έναν τυπικό χαιρετισμό που τον διαδέχονταν ζεύγη αδιάκριτων ερωτήσεων. Η ζωή είναι μια παρέλαση άχαρων συμβατικοτήτων. Αυτό κατάλαβε ένα απόγευμα που ιδρωμένος και αλαφιασμένος ξαπόστασε σε μια άκρη, στο ημίφως του μικρού του διαμερίσματος. Η μουσική πάντοτε βοηθούσε, σαν μοχλός αποπροσανατολισμού του μυαλού του από όσα του συρρίκνωναν την ψυχή. Κάθε κοινωνική επαφή, άσκοπη εκ φύσεως και καθ' όλα υποκριτική, ένιωθε πως κατάφερνε να αποτελειώσει την ψυχή του, που σε σμίκρυνση πια χαμογελούσε όλο λύπη.
 
Σκάρωνε ωρολόγια προγράμματα που θα τον βοηθούσαν να γλιτώσει  τις ανεπιθύμητες συναντήσεις. Έβγαινε να ψωνίσει πολύ πρωί, προσποιούμενος πάντα ότι ακούει μουσική(τα ακουστικά στα αυτιά φίμωναν πιθανές εξάρσεις αδιακρισίας), έκανε κύκλους μέχρι να τελειώσει ο γείτονας το πότισμα στον κήπο, φρόντιζε αθόρυβα να εισέρχεται και να αποσύρεται. Κάποιες στιγμές κατηγορούσε τον εαυτό του για ασυνήθη έλλειψη κοινωνικότητας και για μη φυσιολογική αντίληψη των καθημερινών επαφών. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, κατάλαβε πως η εσωστρέφεια, είναι δικαίωμά του-και μάλιστα ζωτικής σημασίας. Οι άνθρωποι ήταν, ως επί το πλείστον, κακόβουλοι, κινούμενοι από στείρα περιέργεια, πανέτοιμοι να ρίξουν τη χαριστική βολή την στιγμή που θα ήταν πλέον ευάλωτος. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, οι άνθρωποι ήταν αδιάφοροι. Αναμασούσαν χιλιοειπωμένες ατάκες, ένα σκηνικό αφόρητης επανάληψης η καθημερινότητα, καμωμένο από  ανούσιες στιγμές υποκρισίας και προβαρισμένων φράσεων. Ούτε που ήξεραν κάτι ουσιαστικό για αυτόν-ούτε φυσικά ήθελαν να μάθουν. Στη μορφή του έμεναν, σε μια εικασία, διαμορφώνοντας ένα είδωλο κατά την οπτική τους, που όσο μυστικοπαθές επέμενε να γίνεται, τόσο πιο συστηματικά το καταδίωκαν. Δεν ήταν λίγες φορές που είχε συλλάβει βλέμματα και μικρές, πλην όμως εύγλωττες χειρονομίες, που τον χλεύαζαν-και τότε ντρεπόταν  για λογαριασμό τους. Η σιωπή είναι υποτιμημένη δύναμη. Άνθρωπος που μιλάει λίγο, κάνει τις λέξεις, θησαυρό. Αλλά η φλυαρία είναι εύκολη, οι λέξεις ανέξοδες και αχρηστεύονται όταν ξεστομίζονται καταχρηστικά.
 
 Έμαθε με τον καιρό να αφοσιώνεται στη δική του πραγματικότητα, να απομονώνει τη σωρεία των ''γνωστών'' και των επίδοξων ''φίλων'' που ευκαιρία του έκρουαν τον κώδωνα της βοήθειας και της συμβουλής. Σταμάτησε να νοιάζεται για τη γνώμη των άλλων, για τα πειρακτικά σχόλια και τα αγενή γέλια τους. Του πήρε χρόνο να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με όλα εκείνα που προσδίδουν σε κάθε ενήλικα μια επίφαση ασφάλειας. Χρειάστηκε σκληρότητα για να απομακρυνθεί από αλλοτινούς φίλους, από ξεπερασμένες αγάπες και απομεινάρια αναμνήσεων. Τη σκληρότητα του τη δίδαξε η ίδια η ζωή με τις απανωτές απογοητεύσεις. Περίμενε μια ζωή κάτι που δεν επρόκειτο ποτέ να έρθει-και κάπως έτσι έχανε την ίδια τη ζωή.
 
 Οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να ανατείνουν τις ψυχές, μπορεί όμως και να τις συρρικνώνουν, μπορεί να απελευθερώνουν τις ψυχές από βλαβερά στοιχεία, μπορεί και να τις δαιμονίζουν. Άλλοτε ένα αντίο είναι θάνατος και άλλοτε λύτρωση. Εξαρτάται ποιος σε αποχαιρετά κάθε φορά. Αλλά είναι μια αξιοπρεπής στάση ζωής η εσωστρεφής. Η ηθελημένη μοναξιά είναι γενναία επιλογή, όταν όλοι οι γύρω σε αφήνουν αφόρητα μόνο, όταν, πολύ περισσότερο, σε αφήνουν άδειο από τον εαυτό σου. Όταν μέσα στη βαβούρα των συναλλαγών και των αμοιβαίων προσδοκιών, η όρασή σου γίνεται θολή, ξεχνάς ποιος είσαι, αλλοιώνεις πλευρές σου και τις διορθώνεις για να είσαι αρεστός, όταν συγκρατείς τα νεύρα σου για να προλάβεις έναν ομηρικό καυγά, όταν εξασκείσαι σε ωραιοποιημένες συμβουλές για να μην προκύψουν προβλήματα, είναι ήδη πολύ αργά γιατί το πρόβλημα έχει μετοικήσει μέσα σου. Χρειάζονται κότσια να διαφοροποιηθείς από όσους συμπορεύονται και έχουν μάθει να βασίζονται σε κοινούς κώδικες και υποσχέσεις αλληλεγγύης. Η σύγκρουση πάντοτε θέτει το ερώτημα της μη φυσιολογικότητας, ειδικά όταν απέναντί σου στέκεται ο μέσος όρος. Ξεκινάει ένας πόλεμος με την ανασφάλεια και τα τρωτά σημεία, γεμάτος πισωγυρίσματα, φόβο, άγχος και αυτοαναιρέσεις. Μια παραδοχή της μικρότητας που είναι αναγκαία αν θέλεις να μεγαλώσεις ουσιαστικά .Η ψυχή σου όμως δεν είναι σε σμίκρυνση, την τροφοδοτείς με στοιχεία κάθε λεπτό, με όσα αγαπάς, με όσα διαλέγεις, χωρίς δάνεια και ατάκες τρίτων. Έχει κάτι από εσένα αλώβητο, αυτό που πασχίζεις να διασώσεις μέσα από το καθημερινό κρυφτό. Έχεις ήδη απαλλαγεί από το σύνδρομο του επιδειξιομανούς. Θέλεις να διασκεδάσεις αυτό το βράδυ, μόνο για εσένα. Χωρίς τύπους, θεατές ή κάποια στερεότυπη συνταγή. Με τη μουσική, τα βιβλία σου, έναν περίπατο χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Συλλέγοντας εικόνες μιας πόλης που χιμαιρικά εξελίσσεται και φαντάζει πανέμορφη ακόμα και μέσα σε σκηνές φρίκης.
 
Αυτή είναι η ευλογία της εσωστρέφειας: εσύ διαμορφώνεις την εικόνα, χωρίς να την τροποποιείς διαρκώς για να είναι αρεστή. Μαθαίνεις να γίνεσαι εσύ. Η σιωπή δεν είναι μαρτυρική, γίνεται πρόσκληση γαλήνης και έμπνευσης. Για αυτό είναι παρεξηγημένη η εσωστρέφεια, γιατί η εξωστρέφεια συνήθως είναι μεταμφιεσμένη ανασφάλεια. Προσπάθεια αναχαίτισης των φόβων, όπου ο αληθινός εαυτός μικραίνει ώσπου εξαφανίζεται. Γιατί κανένας δεν είναι μόνος όταν έχει διασώσει τον εαυτό του.
 
Κάποτε, θα έδινε τα πάντα για μια γρήγορη βόλτα στη βροχή, σε έναν άδειο δρόμο. Τώρα, απλώς το ζει και το χαίρεται με όλο του το ΄΄είναι''. Ξένος, παράξενος, με μια ηδονική ευφορία, μέσα στη δική του εικόνα πανευτυχής. Στο δικό του κόσμο, με το δικό του τρόπο. Με δικαίωμα αναφαίρετο στο δικό του τρόπο. Στον τόπο της απενοχοποιημένης εσωστρέφειας.
 
 

 
 
 

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Το Φως

Στο μυαλό της, κυριαρχεί ένα χάος από προθεσμίες. Σημειωματάρια και χαρτάκια αυτοκόλλητα με μικροσκοπικά γράμματα(όσο πιο πολύ βιάζεται, τόσο συρρικνώνει τα γράμματά της), δυσανάγνωστα πρέπει και ακόμα πιο αδιευκρίνιστα θέλω. Σήμερα ο δρόμος την έβγαλε σε ένα μέρος με μαγική επενέργεια. Στην τύχη, για υποχρέωση πάλι, αλλά αυτό το μέρος της θυμίζει ποια είναι και την κάνει να ξεχνάει τα ανούσια. Βρέθηκε αυτό το μυστήριο Φθινόπωρο πάλι κάτι να προσμένει, με τη ματιά πίσω και την ψυχή μπροστά. Και το τώρα να της ξεφεύγει, η ίδια, γνώριμη ιστορία.
 
 
Είπε να ξεκινήσει από τα μικρά. Σταμάτησε να πίνει καφέ το πρωί, τόσα χρόνια με μια συνήθεια αχώριστη, καιρός να αναθεωρήσει. Φρέσκος χυμός, άλλωστε για να ξυπνήσει πρέπει απλώς να το θέλει. Η καφεϊνη ξεγελάει τη λειψή της πυγμή, βαρέθηκε να αυταπατάται. Η δροσιά του πρωινού, ο γενναιόδωρος ήλιος και η κατανυκτική ησυχία, τη συναρπάζουν. Αποφάσισε στη στιγμή να μπει στο μαγαζάκι που πάντα χάζευε από έξω και ποτέ δεν περνούσε το κατώφλι του. Γέμισε μια σακούλα μυρωδιές από μπαχαρικά και βότανα και φρεσκοκομμένο καφέ. Την έβαλε προσεκτικά στην πελώρια τσάντα της, που αναδύει τη μυρωδιά ενός παμπάλαιου βιβλίου και μιας ασφυκτικά γεμάτης ατζέντας. Είναι σα να ακούγεται μουσική από κάπου, παρότι η ησυχία είναι κραταιά. Ορκίζεται ότι ακούει τη φωνή της Hope Sandoval, αιθέρια και μαγευτική...ίσως είναι που περιμένει αδημονώντας τις νέες μουσικές της περιπλανήσεις. Γαλήνια η ψυχή της, θαύμασε τα κιτρινωπά φύλλα των δέντρων να πέφτουν στους πάγκους των υπαίθριων βιβλιοπωλείων, ένιωσε μια απρόσκλητη ψύχρα να τη διαπερνάει, μύρισε πικραμύγδαλο και κανέλα από το γειτονικό παντοπωλείο. Η ώρα πέρασε σαν αστραπή και η καθημερινότητα την περίμενε στη γωνία με τα χέρια πλεγμένα σε στάση άμυνας. Και όμως. Θυμήθηκε όλα εκείνα τα μικρά που αγαπάει και την κάνουν αυτό που είναι.
 
 
 
Κάθε μέρα παίρνει τη μορφή που της δίνει. Γίνεται η ανάμνηση που η ίδια επιλέγει. Από όλο το σκοτάδι του κόσμου, μπορεί να επιλέξει το φως. Αλλά ξεχνάει ότι μπορεί, και η πίστη στη δυνατότητα είναι η βάση της επιλογής.
 
 
Πήγαινε καιρός που επέτρεψε στον εαυτό της να κάνει αποστασία από το πρόγραμμα. Κατάλαβε πως το πρόγραμμα είναι, σε ένα βαθμό, αυτοσχέδια εμμονή. Παίρνει ανάσα από όλα όσα αφήνει να την πνίγουν. Η ίδια θέτει τους κανόνες, η ίδια εισάγει τις εξαιρέσεις. Ελεύθερη, ανέμελη, αληθινή. Αυτά που τόσο καιρό ψάχνει να βρει πού τα άφησε να εξανεμιστούν. Τον χαρούμενο εαυτό της που χάνεται στα θέλγητρα μαγικών διαδρομών. Στο φως που ξεπροβάλλει απρόσμενα, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Απλώς επειδή επέλεξε να το δει.
 

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Τα μυστικά της θλίψης

Δεν είχε νόημα να κρύβεται από τον ίδιο του τον εαυτό. Βίωνε μια παρατεταμένη περίοδο θλίψης, όπου μάταια κυνηγούσε τη χαρά και εκείνη δραπέτευε σε μια στιγμή μόνο. Και όμως, την είχε δει, είναι σίγουρος πως την είχε κατακτήσει.. κάποια πρωινά ηλιόλουστα, μέσα σε ένα καταιγισμό από χαμόγελα, κάποια απογεύματα συννεφιάς, γεμάτα δυνατότητες, βόλτες στην απεραντοσύνη και παθιασμένα φιλιά. Κάτι στιγμές που αισθανόταν παιδί πάλι, αναπτερωμένος και κινούμενος από καθαρό συναίσθημα. Χωρίς ενοχές ή δεύτερες σκέψεις, χωρίς ψυχαναγκαστική αυτοκριτική. Ελεύθερος, ικανός να είναι τα πάντα και συνάμα τίποτα. Χωρίς ταυτότητα, γιατί η ταυτότητα σκλαβώνει. Σε χιμαιρικές μεταμορφώσεις, να δοκιμάζει την γλυκόπικρη επίδραση του αναπάντεχου. Ανοιχτός στα λάθη, τρωτός, μικρός, θνητός, ταπεινός, ο εαυτός του που δε θα μάθει ποτέ.





 
 
 
 
Όμως οι εποχές αλλάζουν και συμπαρασύρουν ακόμα και την πιο τρανή δυναμική. Πλέον, οι καιρικές μεταβολές τον αφήνουν παγερά αδιάφορο, όπως και τόσα άλλα. Δε χωράει στο σώμα του, η ψυχή του ξεπηδάει αντάρτικα από μέσα του και εξανεμίζεται, το πρόσωπό του δεν το αναγνωρίζει πια, μοιάζει με ένα θεόρατο σύννεφο που χάνεται σε κατάμαυρους αιθέρες. Ο χρόνος στατικός, μια απειλή σωρευμένης φθοράς που θα αποκαλυφθεί μέσα από έναν μνησίκακο ετεροχρονισμό. Εκούσια απόκοσμος, απεχθάνεται την υποκριτική αδεξιότητα των ανθρώπων που παριστάνουν τους φυσιολογικούς και ευτυχείς. Μια αλυσίδα από συμβατικότητες και φρικτά ψέματα περιφράζει τις αποστειρωμένες τους προσωπικότητες. Προτίμησε να είναι μόνος. Κάπου όπου μπορεί να φωνάξει φοβερές αλήθειες και ας είναι ανέτοιμος για αυτές. Την απώλεια του χρόνου, το ξόδεμά του σε μια ζωή που παρήλθε αλλά δε γίνεται να ήταν δική του. Δεν την επέλεξε, δεν ήταν αυτό που φαντάστηκε, αυτό που ποθούσε. Μακριά από όλους, ακόμα και η γεύση ενός ποτού είναι καλύτερη. Πιο έντονη, πιο καθαρή, πιο βαθιά.
 
 
 Η θλίψη ήρθε πιο ισχυρή μαζί με ένα βιαστικό φθινόπωρο. Γιατί όμως μάχεται τόσο σθεναρά εναντίον της ; Η ανακωχή με τη θλίψη είναι αναγκαία για να μη μοιάζει η χαρά με εμπόλεμη ζώνη. Να ενδώσει στη θλίψη του, ως συναίσθημα εσώτερης έκφρασης και αποκωδικοποίησης των σκοτεινών του πλευρών. Να γίνει η θλίψη πυξίδα και γιατρικό του. Τότε θα γίνει και η χαρά, ευδαιμονία. Έτσι όπως περιπλανιέται σε φαινομενικά ανέλπιδες μέρες και μανιωδώς κρύβεται πίσω από άχαρα σκηνικά, να τον μάθει η θλίψη να εντοπίζει τη χαρά. Γιατί χωρίς τη θλίψη, η χαρά γίνεται εχθρική και ακατανόητη, ανούσια και άφθαστη. Είναι η θλίψη που απελευθερώνει τον πόνο.. και για να αγγίξει τη χαρά πρέπει να έχει συμφιλιωθεί με τον πόνο. Με τα όσα λάθος πήρε και λάθος έπραξε, με όσα άφησε να φύγουν και όσα αντίο δεν τόλμησε να πει, με όλα εκείνα που τον βασανίζουν και δε μπορεί να βγάλει από μέσα του, ακόμα και αν η ζωή φαίνεται ατάραχη.
 

 
 
 Δεν πειράζει για τη ζωή που έφυγε. Με το να την αναλογίζεται, δίνει παράταση στο θάνατο. Η ζωή ξεκινάει τώρα. Ξεκινάει όποτε το επιλέξει. Μπορεί να γίνει κάποιος άλλος, μπορεί να γίνει όποιος θέλει να είναι. Αρκεί να πάψει να κυνηγά ανέφελους αιθέρες. Τότε ακριβώς θα διαπιστώσει ότι οι ηλιόλουστες μέρες είναι μπροστά του.

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Κάθε φυγή και μια αρχή

Άκουγε τα βήματά τους ολοένα και πιο μακριά. Ένα αντίο, ένα νεύμα εγκατάλειψης, ένας μορφασμός που δηλώνει απομάκρυνση. Έμαθε να αναγνωρίζει τη Φυγή, άλλωστε πώς μπορούσε να κάνει αλλιώς, όταν η ζωή ολόκληρη εξελίσσεται μέσα από αλλεπάλληλες αναχωρήσεις; Άλλοτε αισθανόταν έναν ισχυρό πόνο και άλλοτε ένας στεναγμός ανακούφισης τη λύτρωνε από χρόνια βάσανα. Η Φυγή ως αιχμαλωσία ή ως απελευθέρωση. Μεταμορφωνόταν απότομα και απότομα μεταμόρφωνε. Εξασκήθηκε στο να φεύγει την καίρια στιγμή. Προτού εδραιωθεί η ρουτίνα και καταλήξει η ζωή θανατηφόρος επανάληψη. Έμαθε να φεύγει εκείνη την ώρα που θα της επέτρεπε να γίνει μια αξιοπρεπής ανάμνηση. Δάκρυα χαράς και συγκίνησης γέμιζαν το πρόσωπό της όταν κατάφερνε να αποδεχθεί το αναγκαίο ενός αποχαιρετισμού. Συχνά, ο φόβος απομάκρυνσης από το οικείο, υποβάθμιζε την αναγκαιότητα ενός αντίο.
 
 Ποτέ δε θα γίνουμε έτοιμοι να εγκαταλείψουμε όσα μας προσδιορίζουν, για αυτό πρέπει απλώς να το τολμήσουμε.
 
Φοβόταν να θυμάται, η ανάμνηση βραχνάς, εικόνες όλο γλαφυρότητα, συναισθήματα που διεισδύουν εντός της και την αναστατώνουν, λέξεις και ματιές που τις ύφανε ο χρόνος και αίφνης τις πέταξε σε ένα χωνευτήρι. Φοβάται να ξεχνάει, η λήθη είναι αυταπάτη γερή. Εκείνα που καμώνεσαι πως ξέχασες, σε ανταμώνουν κάθε βράδυ στα όνειρα, σε μύχιες σκέψεις και αλλόκοτα σημάδια. Όμως, αυτή την εποχή που αγαπάει να μισεί, με το χώμα που μυρίζει βροχή και τον ουρανό ντυμένο με σύννεφα κατάμαυρα, το νιώθει δυνατά πως πρέπει να φύγει. Από το χτες, από συνήθειες που σακατεύουν τη γαλήνη της, από μορφές-φαντάσματα που αρνείται να βγάλει από μέσα της, από έναν εαυτό παράλυτο, καθηλωμένο σε παιδική φιγούρα που διογκώνει τις φοβίες του. Πρέπει να φύγει και να αφήσει να φύγουν.
 
 
 
 Ο χρόνος φέρνει τη φθορά μέσα από τις νομιμοποιημένες παρατάσεις του. Κάθε φυγή και μια αρχή. Ένα τέταρτο καθημερινά αρκεί για να ξαποστάσει από το χάος. Σημειώνει σκόρπιες σκέψεις σε ένα μικρό σημειωματάριο, ακούει μουσική, κάνει ό,τι υπό κανονικές συνθήκες δε θα τολμούσε. Ξεκλέβει λίγο χρόνο για να κερδίσει όλο το χρόνο. Γυρίζει σπίτι της αναγεννημένη, ανάλαφρη, γεμάτη δυνατότητες. Το Φθινόπωρο δε φαίνεται τόσο μελαγχολικό, τελικά. Παρεξηγημένο μάλλον, μέσα από τις αντιφάσεις του. Δεν τροφοδοτεί προσδοκίες, αλλά στο τέλος εκπληρώνει άρρητες επιθυμίες. Αν αυτό δεν είναι ένα μικρό θαύμα, τότε τι είναι;
 
 
Να φεύγεις συνεχώς από τον εαυτό σου για να μπορέσεις να τον βρεις, στο τέλος. Έστω και για μια στιγμή. Να ξεχνάς ποιος νομίζεις ότι είσαι, να σου βάζεις δύσκολα, μια χίμαιρα να γίνεσαι ατιθάσευτη.

 Αυτό που παραδεχόμαστε ότι αγνοούμε, μοίρα μας είναι να το μάθουμε στο τέλος.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Η φοβερή Λύτρωση

Τα βήματά του, απόηχοι φόβου μέσα στο μισοσκόταδο. Τα πυρετώδη βράδια του Αυγούστου έγιναν συνήθειες γεμάτες ενοχή. Με το μικροσκοπικό δωμάτιο να βράζει από τον επίμονο καύσωνα, τη βαλίτσα του ακόμα αδειανή, την πανσέληνο οδηγό, να τον παρασύρει σε έρωτες ανεκπλήρωτους. Η μουσική δε σταματάει να παίζει, η σιωπή είναι αφόρητα αληθινή. Πίνει αργά το ποτό του καταστρώνοντας σχέδια σε ένα παλιωμένο τετράδιο, με κάτι ορνιθοσκαλίσματα που ούτε ο ίδιος αποκωδικοποιεί. Τα σχέδια πάντα τον τρόμαζαν. Αυθάδικα εγχειρήματα ελέγχου σε ένα σύμπαν όπου το ανεξέλεγκτο είναι η μόνη παραδοχή σοφίας. Ο χρόνος τον άφησε μόνο, σε εναγκαλισμό με φόβους ασυνάρτητους, μέσα σε ωκεανούς από χαμένες αγάπες και φιλίες που του γνέφουν με μελαγχολική απορία. Πολλές φορές προσπάθησε να ξεκολλήσει. Έβαλε στα τυφλά μερικά ρούχα και βιβλία στη βαλίτσα και προσπάθησε να φύγει. Μόλις σίμωνε στην εξώπορτα, ένα βάρος του παρέλυε τα πόδια. Ταχυπαλμία, εφίδρωση, δύσπνοια, ένα σκοτάδι να γιγαντώνεται γύρω του και να του κατασπαράζει τη γαλήνη. Κάπως έτσι, τα καλοκαίρια τον έβρισκαν στη φαινομενική ασφάλεια του ημισκότεινου δωματίου και έφευγαν μέσα σε μία ηδονική απραξία που όμως άφηνε πίσω της ένα ακάλυπτο κενό. Την αμηχανία της μετάβασης σε ένα άλλο σημείο, μια μετάβαση που φάνταζε πια επιτακτική ανάγκη. Ο φόβος να τα αφήσει όλα πίσω, επειδή είναι γνώριμα, επειδή όλα μαζί και κάθε ένα χωριστά τον έκαναν αυτό που είναι, επειδή είναι βολικό να είναι στο μηδέν. Κι επειδή νιώθει πως το αντίο ισοδυναμεί με απώλεια.
 
 
 Μα αν ο φόβος είναι αυτοδημιούργητη ιδέα, γιατί να μη μπορεί και μόνος του να την ανατρέψει; Ριζώνει μέσα του σαν άπληστο δαιμόνιο, τον διεκδικεί, τον διεγείρει και τον αιχμαλωτίζει, όλα με τη δική του συναίνεση. Μια αυτοτροφοδοτούμενη ιδέα είναι ο φόβος που καταλήγει να γίνεται μέσα από τις επαναλαμβανόμενες συναινέσεις αναγκαίος όρος της ύπαρξης. Και η υπερτροφική ιδέα παγιώνεται, μετατρέπεται σε καθεστώς ανελευθερίας, σε μια εκούσια σκλαβιά όπου η ιδέα απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα και αποφεύγει να συγκρουστεί με αυτή.
 
 
 
 Το Αντίο δεν είναι απώλεια, αναγέννηση είναι, επανεκκίνηση αναγκαία, χωρίς κληροδοσίες, ιστορικό και δεκανίκια. Είναι η δύναμη απεξάρτησης από τη δυναμική των όσων νομίζει πως κατέχει. Η αποδοχή ότι η ζωή μεταλλάσσεται και είναι υγιές να μεταμορφώνεται στο διάβα της. Να γίνεται διαρκώς άλλος για να μην καυχηθεί ποτέ ότι κατέκτησε την αυτογνωσία, δεν υπάρχει άλλωστε μεγαλύτερη πλάνη. Να ξεχνάει το χθες για να μπορέσει να ζήσει το σήμερα. Να πάψει να αναβιώνει το χθες μέσα από τις λεπταίσθητες αποχρώσεις της φαντασίας του, να φύγει επιτέλους για εκείνο το ταξίδι. Φοβούμενος τις φουρτούνες, εγκλωβίσθηκε στην πιο επικίνδυνη νηνεμία. Μα είναι η τρικυμία προθάλαμος της άπνοιας, όπως είναι ο φόβος όχημα για την απελευθέρωση.
 
 
 
 
 Το πιο παράδοξο στοιχείο του φόβου είναι ότι δυναμώνει όταν επίκειται η απελευθέρωση από αυτόν. Ο φόβος της λύτρωσης από το φόβο γίνεται το δικό του παράξενο μυστικό. Ο φόβος για την ελευθερία που ανοίγει άγνωστα μονοπάτια, η τόλμη να φωνάζει το ένα ''αντίο'' πίσω από το άλλο, το να καταρρίψει ο ίδιος όνειρα αναχρονιστικά, το να αλλάξει τόπο αποδεχόμενος ότι αυτός που νόμιζε ως πατρίδα δεν είναι πια-γιατί η πατρίδα δεν είναι στατική, ούτε ανευρίσκεται μέσα στην ακινησία.
 



 
 Να μην τρέμει όσα τον απελευθερώνουν από τις παγίδες που ο ίδιος επινοεί. Να ακούσει το ένστικτό του και να κινήσει για μέρη αφιλόξενα, ακόμα και αν στο τέλος αποδειχθούν άγονα εδάφη, θα έχει μάθει πως από τα ταξίδια δεν περιμένεις έτοιμους καρπούς. Μάχεσαι κάθε λεπτό, με οξυμένες αισθήσεις, να εντοπίσεις πού κρύβεται η γνώση, πού, αθόρυβα, περιπλανιέται η μαγεία. Και αν ο ατρόμητος εαυτός σου σε ξενίζει, γελάς και αυτοδιορθώνεσαι αμέσως. Έχεις πολύ δρόμο ακόμα να διανύσεις. Ένα ακόμα παράδοξο του φόβου είναι ότι πάντα κατισχύει προκαλώντας σε μια ακόμη μάχη. Δεν εφησυχάζεις γιατί ποτέ δε φτάνεις στο τέρμα, μόνο τρωτός κατευθύνεσαι προς μια μικρή νίκη και αυτή είναι μία φοβερή Λύτρωση.
 

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Κλειστόν λόγω αυτογνωσίας

Να τος πάλι ο Αύγουστος. Με ένα προκλητικό φεγγάρι, νύχτες δίχως ύπνο και βουτιές σε ό,τι υπόσχεται τη λήθη. Έμαθε χρόνια τώρα να τον αποκαλεί μήνα των προσδοκιών. Το να ξαποστάσεις είναι σωτήριο άμα η γαλήνη κατοικεί εντός σου. Άλλως, είναι εφιαλτική η ανάπαυλα, αντάμωση με στοιχειά και φαντάσματα, σκοτάδι και αγωνία, εξουθενωτική υπερωρία. Ξεγέλασε πολλές φορές αυτό το μήνα, με ανέμελες βόλτες σε πλακόστρωτα δρομάκια, μυρωδιές από κανέλα και λουκούμι, ανακαλύψεις όλο έκσταση σε τόπους μακρινούς, φλογερά φιλιά και θάλασσες ακύμαντες. Με ταξίδια όπου το εφήμερο κατάφερνε να γιορτάσει την αντίφαση που το καθιστά τόσο ξεχωριστό, όπου ξόρκιζε τους φόβους και το μισερό εαυτό τον καθηλωμένο μονίμως ένα βήμα πριν το ρίσκο. Θαύμασε την πανσέληνο στην όχι και τόσο άδεια πόλη, μέσα από ζαλισμένα βλέμματα και αέρα ανανέωσης. Πάντα πλανάται η προσδοκία στην ατμόσφαιρα. Η αίσθηση αναμονής ενός καταλυτικού γεγονότος είναι μαρτύριο. Πάσχισε με μανία να εξουδετερώσει την προσδοκία. Σα να έχει παγιωθεί στη στιγμή και ακυρώνει την ουσία της. Το Καλοκαίρι μπορεί να γίνει αφόρητα πληκτικό, του είχε πει κάποτε. Για εκείνον είναι αγωνιώδες και επιθυμεί μόνο να παρέλθει. Ο Αύγουστος αφυπνίζει την απληστία μέσα του. Τον κάνει να θέλει να συμπυκνώνει εμπειρίες ζωής και σφοδρά συναισθήματα σε ένα τόσο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, για να αποδειχθούν κακότεχνες αναπαραστάσεις του πραγματικού. Συνήθιζε να ακούει τους άλλους, τα κλισέ και τις ιστορίες που αφηγούνταν κατά τα συμφέροντα της οπτικής του. Η μακροχρόνια αναμονή σπανίως αποζημιώνεται. Με κάποια ενοχή, περιφέρεται σε ταραχώδεις ζώνες της πόλης, όπου μπορεί να ακούει πια τα βήματα και τη φωνή του, πανέρημη και πανέμορφη έτσι όπως η μαζική αναχώρηση τη μεταμόρφωσε, να πίνει ένα ποτό και να χάνεται σε παραπονιάρικους ήχους. Θυμάται την εικόνα της ίδιας γειτονιάς ένα μόλις μήνα πριν, να σφύζει από ζωή, να ασφυκτιά από αντίφαση, να στραγγίζει από ανθρωπιά. Σκουπίδια, πρώιμος καύσωνας, αλλόκοσμα πρόσωπα και ένα γαϊτανάκι αντίρροπων στοιχείων, με τον ίδιο να ακροβατεί επικίνδυνα περιμένοντας τον Αύγουστο για να απολαύσει την άλλη της εικόνα.
 
 
Είναι απίστευτο πώς μια πόλη μεταμορφώνεται από τους ανθρώπους της. Μα τώρα έτσι όπως είναι, σε μια ερωτική κατάνυξη, καταλαβαίνει πόσο αγαπάει αυτή την πόλη. Πόσα σημαίνει για αυτόν. Σε μια εποχή που τροφοδοτεί τις επιθυμίες και αυτές, αχόρταγες, θεριεύουν, αυτή η πόλη καταλαγιάζει την ξέφρενη τάση του για περισσότερα, ηρεμεί την ψυχή του και την κάνει να ταξιδεύει, αμετακίνητη. Οι μακρινές πολιτείες και οι εξωτικοί προορισμοί του είναι αδιάφοροι. Το σταθερό του σημείο του χαρίζει ένα αιώνιο ταξίδι. Σε όσα ήταν, είναι και παλεύει να γίνει. Το απροσχεδίαστο είναι λύτρωση γιατί είναι μεταμφιεσμένος αιφνιδιασμός που αναθεωρεί τις επιθυμίες.
 
Εκπαιδεύθηκε στην κατάργηση της αναμονής. Στην αβίαστη ροή των γεγονότων, σε ένα παιχνίδισμα της ώρας, σε μια στροφή σε έναν δρόμο που ακολουθούσε τυφλά έως τέλους. Ο Αύγουστος του υπόσχεται ότι θα του δώσει κάτι κάθε χρόνο. Στο τέλος, πάντα κάτι του παίρνει. Γιατί τον εξαπατά, τον θέτει σε εγρήγορση για έναν επίγειο παράδεισο, μόνο που αυτός τυχαίνει να είναι μέσα του. Θα τον βρει μέσα από τη δική του διαδρομή, ίσως κάποιο νεφελώδη και αγχωτικό Σεπτέμβρη που θα σκορπίζει μελαγχολία και νοσταλγία.

 
 Προς ώρας, ο Αύγουστος μόλις ξεκίνησε. Πλοία σαλπάρουν για τα νησιά της ατέλειωτης χαράς, οι δρόμοι μένουν άδειοι, τα καταστήματα κλείνουν το ένα ύστερα από το άλλο και οι θάλασσες γεμίζουν από κίνηση. Ξαφνικά, διεκδικεί θέση στο δικό του ταξίδι. Πέρασε από σαράντα κύματα για να αντικρύσει αφιλόξενα τοπία και άγνωστες φιγούρες που δεν αναγνώριζαν καν τη μορφή του. Αισθάνεται το δυνατό αέρα σαν λυτρωτική παρένθεση στον αβάσταχτο καύσωνα.
 
 

 
 
 Κλείνει κινητά, υπολογιστές, αφήνει το μικρό του σπίτι ερμητικά κλειστό. Στην ακατάπαυστη φασαρία του κόσμου, γυρεύει τη χαμένη γαλήνη. Μέσα από τα πολλά και τα περισσότερα που όλα περίπλοκα τα κάνουν, ψάχνει τα λίγα και ουσιαστικά, που φωτίζουν κάθε σκιώδες σημείο. Και ο δρόμος παύει να είναι ήττα ή νίκη, θρίαμβος ή πανωλεθρία, φως ή έρεβος.
 
 Αυτό του ψιθυρίζει ο φετινός Αύγουστος: για να πλησιάσεις σε αυτό που αληθινά είσαι, είναι αναγκαία συνθήκη η αποστασιοποίηση. Όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από τα φαινομενικά σκηνικά, τόσο πιο πολύ σιμώνεις στα μυστήρια που μαίνονται εντός σου. Και όσο πιο μόνος μένεις στα φαινόμενα, τόσο πιο δυνατός είσαι στην ουσία. Μαθαίνοντας να αντέχεις στις έρημες πόλεις, μπορείς να ξαποστάσεις και στις πιο θορυβώδεις επανόδους. Χωρίς προσμονή, χωρίς πυξίδα, χωρίς αύριο.
 
 Αυτή τη φορά τον ξεγέλασε πράγματι τον Αύγουστο.

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Αδιέξοδα για Δύο


Έσφιξε την παλάμη της με δύναμη, σε γροθιά. Μέτρησε από το ένα ως το δέκα για να μην ξεστομίσει κάτι υβριστικό. Είχε πολλά και ηχηρά κατά νου. Μπορούσε να καυχηθεί ότι επαξίως της απονέμεται ο τίτλος της άτυχης στα ερωτικά, με ατυχία άνω του μέσου όρου που βρίσκει παρηγοριά στο ότι οι άνθρωποι έχουν γίνει άτολμοι και εγωκεντρικοί, αμυντικοί και επιδερμικοί, και παρόμοιους συλλογισμούς που καταπραϋνουν τον πόνο των αλλεπάλληλων ερωτικών αποτυχιών. Αυτή τη φορά, το αντικείμενο του πόθου της αισθάνεται ότι τον πιέζει αφόρητα, απλώς και μόνο με το να υπάρχει. Εκπέμπει κάτι επιθετικό, ίσως μια διάχυτη προσδοκία στην οποία δε μπορεί να ανταπεξέλθει. Άλλωστε, έχει και το άγχος στη δουλειά και μια σχέση πρέπει να τον αποσυμπιέζει. Έτσι της είπε με κεφάλι σκυφτό, σε αδιάφορο τόνο. Εκείνη, για πολλοστή φορά βρέθηκε να παρερμηνεύει τα πρότερα μηνύματα που λεκτικώς ή μη της έστελνε, πίστευε πως μετά από δύο χρόνια σχέσης όδευαν προς κάτι πιο...δε μπορούσε ακριβώς να το προσδιορίσει.. όχι επίσημο, μάλλον σταθερό και μακροχρόνιο. Εκείνος, στο άκουσμα αυτών των επιθέτων έβγαζε φλύκταινες. Ζητεί χρόνο, δεν εγγυάται τίποτα, όπου χωρεί συμφωνία, το συναίσθημα εξανεμίζεται. Για εκείνη, το συναίσθημα δε μπορεί να επιβιώσει δίχως μια προοπτική συνύπαρξης. Ρομαντισμός και λογικό πνεύμα σε μετωπική σύγκρουση. Τον άφησε μόνο, να σκεφτεί. Επέλεξε να μείνει μόνη, να ανασυγκροτήσει τις επιθυμίες της.
 
 
 Αληθεύει ότι οι γυναίκες όσο κυλούν τα χρόνια εκπαιδεύονται από τη φύση και τον περίγυρό τους να επιδιώκουν τη μονιμότητα στις σχέσεις ακόμη και αν δεν τη χρειάζονται πραγματικά;¨Ότι αυτή είναι η απαρχή της πανωλεθρίας των πιο πολλών σχέσεων και η αφετηρία του επικοινωνιακού χάσματος; Και από πότε συνιστά πίεση η εκδήλωση ενδιαφέροντος; Μήπως από τότε που είναι μονόπλευρο;
 
 Βλέπει γύρω τους μεμονωμένες μορφές φαγωμένες από το ναρκισσισμό. Επιδίδονται σε ένα ατέρμονο παιχνίδι τελειοποίησης της εικόνας τους που ξεχειλίζει από παραφωνίες ανασφάλειας. Χαμογελούν τόσο υποκριτικά που την κάνουν σχεδόν να κλαίει. Γιατί είναι αξιοθρήνητη η θανάτωση της προσωπικότητας. Αυτή η απατηλή εικόνα του δήθεν ανέμελου και άνετου που ψάχνει εναγωνίως να ανταμώσει τις ελλείψεις του μέσα από μία επίφαση αυτάρκειας. Τα λοξά βλέμματα υπερεκχειλίζουσας κακίας απέναντι στο αντισυμβατικό ή το θαρραλέα διαφοροποιούμενο. Η αποθέωση του εφήμερου που μοιάζει βολικό, αλλά οδηγεί σε ανυπέρβλητες δυσκολίες. Η αχόρταγη μίμηση του κανόνα που κάνει την εξαίρεση παρείσακτη. Η αφομοίωση των πάντων, η απουσία διαφοράς, η τελματώδης συναίνεση. Εύχεται καμιά φορά να γύριζε ο χρόνος πίσω κατά δέκα έτη, όχι για να ανακτήσει τη χαμένη νεότητα, αλλά γιατί αυτά τα δέκα έτη ήταν πραγματικά σαρωτικά. Απενοχοποίησαν την απόλυτη εσωστρέφεια, τη δήθεν ελεύθερη ερωτική συνεύρεση, τη χυδαία ευκολία ανακύκλωσης συντρόφων, την εγωμανία. Όλοι αρέσκονται σε μαραθώνιους συζητήσεων για τις σχέσεις, αλλά μέχρι εκεί. Δεν τις βιώνουν, δεν τις αποκρυπτογραφούν. Τις καταδικάζουν εκ προοιμίου σε αποτυχία. Προτιμούν τις κλεφτές ματιές και καμιά εκλεπτυσμένη σπόντα, παρά μια άμεση και τολμηρή προσέγγιση. Αποστασιοποιούνται τόσο πολύ από τον άλλο, από το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τον παντοδύναμο εαυτό τους, που έχουν γίνει αλλεργικοί ο ένας στον άλλο. Στην πιθανότητα βαθύτερης σύνδεσης, ο ένας οπισθοχωρεί εγκαίρως.
 
 
 Είναι δύσκολο να τα προσπεράσει όλα αυτά. Δε θέλει να ενδώσει στις προσταγές αυτού του κανόνα. Θα συνεχίσει να ψάχνει την εξαίρεση, ακόμα και αν είναι ουτοπία. Εξάλλου, η μοναξιά μπορεί να είναι προθάλαμος αυτογνωσίας. Είναι αυθεντική, ακόμη και αν προμηνύει αλλεπάλληλα αδιέξοδα και δρόμους δύσβατους. Απλώς μερικές φορές εύχεται να συναντήσει σε κάποιον άλλο την παιδικότητα που η ίδια πεισματικά διασώζει. Να ανταμώσει έναν τύπο θρασύ, που θα ακολουθήσει το συναίσθημα σε όλη του την ένταση, χωρίς άμυνες, χωρίς φοβίες εξάρτησης.
 
 
 
 Η αποδοχή της συναισθηματικής εξάρτησης από κάποιον άλλο προϋποθέτει   ακαταμάχητη δύναμη. Επίγνωση ότι είσαι λειψός, μια κουκκίδα στην απεραντοσύνη, ένα ανεπαίσθητο σημείο στο διηνεκές του χρόνου και ότι ,αν είναι να χαθείς, θέλεις να το κάνεις μαζί με κάποιον άλλο. Μέσα στο χαμό να βρείτε μαζί το δρόμο για τον προορισμό. Ακόμη και αν είναι λάθος, ακόμα και αν δεν υπάρχει. Έτσι γιατί ο φόβος για τα αδιέξοδα, όταν μοιράζεται, οδηγεί στις πιο μαγικές διαδρομές. Εκεί όπου το μοίρασμα δεν είναι ξόδεμα ή απώλεια, αλλά πληρότητα και ανάσα.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Ονειρικό Καλοκαίρι

Η καλοκαιρινή δροσιά τον καθοδηγούσε σε δρόμους απέραντους, χωρίς σημάδια. Γιορτή απεραντοσύνης, ελευθερία στην ψυχή και όνειρα αγέρωχα. Περπατά με ρυθμό, ευθυτενής σαν άλλοτε, νιώθει ακόμα και γοητευτικός, και ας παρήλθε η πρώτη του νιότη ανεπιστρεπτί. Φυλάκισε σε ένα δωμάτιο όλο σκόνη τις εμμονές του. Την αίσθηση της αποτυχίας, τα σφάλματα, τους φόβους ,τη λερναία καταδίωξη από νοσηρά σύνδρομα. Αίφνης, αγνοώντας το πώς, άρχισε να ζει. Κατάλαβε στην πράξη πως η θεωρία είναι παραπλανητική προδιάθεση. Για τα πιο ουσιαστικά δεν υπάρχει εγχειρίδιο με κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και προειδοποιήσεις. Αφήνεται σε έναν καταιγισμό από αναπάντεχα για να μη νεκρωθεί η επιθυμία του για ζωή. Το ταξίδι του είναι γεμάτο γνώση μα και πλήρες σε συναισθήματα. Γνώση και συναίσθημα σε αέναη αλληλόδραση, σε αμοιβαία νοηματοδότηση, γιατί μόνο του το καθένα είναι άμοιρο ουσίας ή ισχύος. Γνώση δίχως συναίσθημα είναι απογυμνωμένη από αγάπη και φως, είναι απρόσφορη απόπειρα κατανόησης του νοήματος, μια βουτιά στο κενό. Μα και συναίσθημα χωρίς γνώση ισοδυναμεί με άλογη παρόρμηση, με ακατέργαστη ροπή προς συγκεχυμένες πολιτείες, μια μεθυσμένη πορεία σε ταραχώδη ύδατα.
 
 
Σε εγρήγορση πάντα, να μη χάσει δευτερόλεπτο, να μην ξεφύγει το απειροελάχιστο της στιγμής από τα χέρια του, να μην προσπεράσει η ματιά του τη σπάνια ομορφιά του παρόντος. Την ανιχνεύει πάση θυσία, σε σύγκρουση με τον εμμονικό εαυτό του που σκαρώνει αυτοσχέδια σύμπαντα με ονειρική διάσταση. Πίσω από όλα τα τετριμμένα σκηνικά μιας φαινομενικά ουδέτερης και πληκτικής ημέρας, στοιχίζονται με συστολή όλα τα παράδοξα και σαγηνευτικά που αδυνατεί να μετουσιώσει σε λόγο, η αβάσταχτη ομορφιά της σεμνότητας, εκείνων των στοιχείων που καταβάλλουν κοπιώδη προσπάθεια για να περάσει απαρατήρητη η ιδιαιτερότητά τους. Η ιδιαιτερότητα αγαπάει το αθόρυβο, η αυτοπροβολή την κάνει να αναιρείται. Η ανασφάλεια είναι εκείνη που γονυπετής εκλιπαρεί για αυτοπροβολή, για τροφοδότηση της αυταρέσκειας, για εδραίωση του φαύλου κύκλου.
 
 
Το όνειρό του είναι ένα δροσερό Καλοκαίρι στην έρημη πόλη. Σχεδόν στοιχειωμένη, τόσο μοναχική που μοιάζει με άλλη, και άλλος γίνεται και αυτός στα αμφίβολα πλαίσιά της. Μόνος μαζί με τη μορφή της, με βιβλία και φράσεις εγγεγραμμένες στα δώματα της μνήμης, με εικόνες διαχρονικής μεταβολής, όπου οι σταθερές επιζούν επώδυνα, με μελωδικά καλέσματα και αναστατωμένους σκοπούς, χωρίς κάποια κλισεδιάρικη προοπτική καλοκαιρινής εξόρμησης. Λυτρωμένοι από την προσδοκία μιας υποτιθέμενης γιατρειάς, με τη γεύση ενός στυφού ποτού και τον θεότρελο αέρα μιας βραδιάς με πανσέληνο, γεμάτοι αγάπη να συμπορεύονται σε έναν κόσμο που επιμένει να εκτροχιάζεται της καθιερωμένης του πορείας, θλιβερό και αλλόκοτο, απρόβλεπτο και ευμετάβλητο, χαοτικό και ασταθή.
 

 
 Έπαψε να φοβάται όταν είδε το φόβο να πεθαίνει στο βλέμμα της. Εκείνη τη στιγμή, σκοτώθηκε και ο δικός του φόβος. Σταμάτησε να αναζητεί ταυτότητα μέσα από αμφίσημες πραγματικότητες, να διεγείρει τις εμμονές του μέσα από αλλοπαρμένες ερμηνείες, να βαπτίζει αφύσικο κάθε τι που είναι ασύμβατο προς το κοινώς αποδεκτό. Παραιτήθηκε από έναν άκαρπο αγώνα αποδείξεων. Η ζωή έγινε μια σωτήρια συμπόρευση. Άρνηση των βασάνων, εγκατάλειψη αδιεξόδων, απώλεια ηττοπάθειας, ώθηση προς τα εμπρός και απελευθέρωση. Τα όνειρα δεν έμειναν καταδικασμένα σε ανυπόστατα οράματα. Τη μία μέρα είναι ενδόμυχες διεργασίες και την άλλη επιλέγουν να γίνουν επαναστατική πραγματικότητα. Απελευθερώνουν την ουσία και προλογίζουν τα πλέον απίθανα θαύματα. Μοιάζουν όλα τόσο αλλιώτικα τότε, η αποτυχία που ήταν μεταμφιεσμένη παρότρυνση για αλλαγή κατεύθυνσης, η απόρριψη που ήταν πίστωση χρόνου για περισυλλογή και αποφυγή του αυτού λάθους, ο ανομολόγητος έρωτας που αν είχε φανερωθεί δε θα του κληροδοτούσε μια τόσο δυνατή ανάμνηση. Αλυσιδωτά όλα, αναγκαία και όλα μαζί ικανά για το σημείο που τώρα διανύει που είναι αυτός ο ίδιος και δεν κουβαλάει έναν ξένο μέσα του που έχει να εξιστορήσει έναν βίο παράλληλο.
 
 
 Πόσο παράξενο είναι τελικά, το νόημα να ξεπροβάλλει ακριβώς τη στιγμή που παύει να το αναζητεί. Που ζει μόνο, γιατί αυτό είναι το μόνο που έχει να κάνει. Το μόνο που έχει σημασία. Το νόημα είναι παντού , διάχυτο, δε χρειάζεται να το κυνηγάει, ούτε να το υποθέτει. Κατοικεί στη στιγμή, στην εγρήγορση της οντότητάς του, στην άσβηστη επιθυμία του για ζωή, στη γνώση και το συναίσθημα. Στο ονειρικό του Καλοκαίρι που δεν είναι πια ουτοπία, αλλά υποστατή πραγματικότητα, μαζί της.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Τα σταυροδρόμια

Πάντα η νεογέννητη Άνοιξη είχε απρόσμενη γοητεία. Μέσα από απαλά περιγράμματα και παστέλ χρώματα, πρωινή δροσιά και χαμόγελα αθώας προσμονής, η φύση σε ανθοφορία και μελωδικά καλέσματα να στοιχειώνουν το μυαλό. Αυτή τη φορά απολαμβάνει με νωχελικότητα μια αιώνια αναβολή, πότε αναδύεται και πότε, έντρομη, κρύβεται  στο δικό της καταφύγιο που είναι γεμάτο γιατροσόφια. Τέτοια εποχή ήταν που το Απίθανο γιόρτασε με το μοναδικό του τρόπο. Μια μέρα χαοτική, όλο θόρυβο και αγχωτικά ρολόγια, ο Χρόνος έχασε το δρόμο του. Έπαψε να υπακούει σε κανόνες, έπαψε να είναι κανόνας.
 
 Σκόνταψε πάνω του με ένα συνεσταλμένο ύφος, σχεδόν απολογητικό. Το ένα ολίσθημα προκάλεσε το άλλο, στα βλέμματα σκαρφάλωσε η έξαψη της αποστασίας από τα πρέπει, η απόδραση από ένα πρόγραμμα-φυλακή που αυτοκαταστροφικά κατάστρωναν, το συναίσθημα που εξόριστο εγκατέλειψαν σε τόπους εξωτικούς. Κλείδωσαν την πόρτα σε κάθε τι που θα τους έσπρωχνε σε αδιέξοδα. Η προδιαγεγραμμένη, ελέγξιμη πορεία ήταν το μόνο που θα τους γλίτωνε από τα δράματα.
 
 Όποτε αφήνονταν ελεύθεροι, σκλαβώνονταν από κάποια εξάρτηση που τους οδηγούσε σε αναμέτρηση με έναν κρυφό εαυτό. Να που πάλι ήρθε η στιγμή να αφήσουν πίσω το προβλέψιμο. Τον εαυτό τον κουρδισμένο που κομπάζει πως όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να ελέγχει. Τα σχέδια που αποδεικνύονταν ανόητα εγκεφαλικά παράγωγα, με την πραγματικότητα να υπογραμμίζει την αφέλειά τους. Την αγκυλωμένη τους ψυχή που έχει στραγγίξει από ζωή και παραπαίει τις ελάχιστες στιγμές αδράνειας μέσα στην αφύσικη απομόνωση. Κάτι ορμητικό, άγνωστης προέλευσης, παράλογο και θρασύ τους διαφεντεύει. Εγκλωβίζονται αμαχητί ακριβώς σε αυτό που χρόνια παλεύουν να ξορκίσουν. Κάνουν το φόβο, σημαία τους. Γιατί εκείνο που τρέμουν είναι εκείνο που τους απελευθερώνει στο τέλος. Μαθημένοι στην αυτοσχέδια φυλακή τους να κουρνιάζουν, χωρίς ένα κίνητρο να τους αφυπνίζει, ναρκωμένοι από το φόβο της αλλαγής, υπογράφουν τη στάσιμη μοίρα τους. Είναι η θλίψη που γίνεται συνήθεια. Ένας αλλοπαρμένος θάνατος τους ζυγώνει με βλέμμα βλοσυρό. Μα δεν τους τρομάζει πια, είναι το καθεστώς τους, η επιλογή που έκαναν για να αποδιώξουν τις συγκινήσεις. Όμως η απρόσμενη τροχιά πάντα κάνει το θαύμα της, ανασταίνει την πίστη, το μυαλό, τις ψυχές. Σε σταυροδρόμια απίθανων συγκυριών, η ευδαιμονία γίνεται πιθανή. Ο φόβος δεν είναι παρά μεταμφιεσμένη επιθυμία για την οποία δεν είναι έτοιμοι. Δεν πρέπει να είναι έτοιμοι. Για να την αφήσουν να τους διαποτίσει, να διαπεράσει κάθε τους αμφιβολία, να σαρώσει τον παντογνώστη εαυτό. Για να νικήσουν, πρέπει να αφήσουν πρώτα κάτι να τους νικήσει. Δεν είναι μέσα από το κρυφτό που γίνονται ατρόμητοι, αλλά μέσα από τη γενναία πάλη με όσα φοβούνται. Ακόμα και αν αυτά αποβούν πιο δυνατά.
 
 
Την Άνοιξη δεν μπορούν να τη διώξουν, ούτε τις απροσδόκητες συναντήσεις με το Άγνωστο. Και, καθώς τους κυριεύουν ολοένα, μαθαίνουν να τα κουβαλούν μέσα τους, ακόμη και όταν όλα γύρω πασχίζουν να δείξουν κανονικά και επαναλαμβανόμενα. Οι πιο ωραίες στιγμές τους είναι εκείνες που δεν τόλμησαν ποτέ να ονειρευτούν.

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Στο μεταίχμιο

Την τρόμαζε η σκέψη της . Το απύθμενο σκοτάδι. Το είδωλό της στον καθρέφτη καγχάζει, σαν προκλητικό αίνιγμα. Πάντα, της έλεγαν, να αποκωδικοποιεί τις συμφορές, πάντα είναι δώρα μασκαρεμένα. Πάνε πέντε χρόνια, σχεδόν, που όλα έρχονται κόντρα στις προσδοκίες της. Μια σκληρή δοκιμασία, μια κατάδυση στου πόνου τα έγκατα, μια δαιμονική αναγκαιότητα, αυτό που την καταδιώκει έτσι αχόρταγο. Η μορφή της, κατασπαραγμένη, εκλιπαρεί για μια αχτίδα φωτός.
 
 
 
Τα βάσανα, σαδιστικά διδάγματα που έχασαν το δρόμο, την ξύπνησαν ένα ολόιδιο βράδυ, κάθιδρη, τρομαγμένη από το θάνατο της συνήθειας. Η φθορά του σώματός της, η αποσύνθεση της ψυχής της, λησμόνησε ποιο ήρθε πρώτο και ποιο δεύτερο. Τα πρόσωπα, απεικόνιση της αποχαύνωσης, του περιφέρονται ασκόπως, χωρίς όνομα, με ταυτότητα πλαστή, που ξεγέλασαν το χρόνο με την απαράλλαχτη έλλειψη έκφρασης. Η κατάρριψη του δεδομένου, όλα θέλουν τη μάχη τους τελικά, ιδίως όσα από ανοησία θεωρήσαμε αυτονόητα. Το νόημα ουδέποτε είναι προκατασκευασμένο. Δομείται, αναδομείται και προσδιορίζεται μέσα από μια θεότρελη ,ερωτική περιπέτεια όπου ξεπροβάλλει ψήγμα του αληθινού εαυτού. Μια φλόγα που πυρπολεί την απονεκρωμένη φύση, τη θέληση για ζωή με ουσία.
 
 
 
Και να που όταν τίποτα δε μοιάζει βολικό, βρίσκεις τον τρόπο να γίνεις ασφαλής. Δεν είσαι πια αμήχανος γιατί δεν προβλέπεται τέτοια επιλογή. Να επινοείς πρέπει, να εφευρίσκεις τρόπους ώστε ο ίδιος ο αγώνας για την επιβίωση να έχει κάτι αξιοπρεπές, κάτι μεγαλειώδες.
 
 
 
Μια ζωή ολόκληρη πάλευε να τινάξει από πάνω της το θάνατο. Ζύγιζε εμμονικά τα συν και τα πλην. Τις δύο αντιφατικές πλευρές του εαυτού της που την καθήλωναν στο βασανιστικό μεταίχμιο, ισοβίως επαίτη μιας  ταυτότητας. Την αγαθή πλευρά τη γεμάτη δοτικότητα και αισιοδοξία, εκείνη που ανέβλυζε αγάπη και ψύχραιμη παρατηρούσε τη συντριβή μιας υποτιθέμενης καταστροφής. Και τη διαβολική εκδοχή της με τις δεύτερες σκέψεις, τις αυτοκαταστροφικές τάσεις και τη μόνιμη αίσθηση ανεπάρκειας που την έκανε ακοινώνητη και ευάλωτη στην κριτική. Το ποιες συνθήκες ενεργοποιούσαν τη μία πλευρά και ισοπέδωναν την άλλη, ήταν απορίας άξιον. Συνήθως, οι μαραθώνιοι μονόλογοι και οι εκκωφαντικές σιωπές που μαρτυρούσαν μοναξιά την μπόλιαζαν με ανεξήγητη δύναμη να παρακάμπτει τις επιφανειακές αναποδιές.
 
 
Γιατί ό,τι στην επιφάνεια συμβαίνει, δεν είναι παρά μια πρόκληση αποκρυπτογράφησής του. Ακόμα και το σκοτάδι, κρύβει ενοχικά τα φωτεινά του σημεία. Τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο, αλλιώς θα ήταν άμοιρο νοήματος. Με λίγη φαντασία και ταλέντο, ακόμα και μέσα από την ανατροπή της ασφαλούς πορείας των πραγμάτων, μπορούν να αναδυθούν θαύματα, ψηφίδες γνώσης που αποτρέπουν το τέλμα. Μέσα από το θάνατο μιας πλευράς ή κατάστασης, προκύπτει ζωή και εξέλιξη.. για κάτι νέο, άγνωστο και ανεξερεύνητο.
 
 
 Πορευόμαστε μια ζωή παλεύοντας ανάμεσα σε σκόρπιους εαυτούς, διάσπαρτους και περιπλανώμενους. Και είναι τόσο αστείοι που θαρρούν πως είναι ένας ενιαίος εαυτός! Αμέτρητα κομμάτια, ετερόκλητα και αντινομικά, συνενώνονται με παράνοια, με την ελπίδα προσέγγισης του νοήματος. Και όμως, η ψευδαίσθηση της κατανόησης του νοήματος είναι εκείνη που μας διατηρεί ψυχικά υγιείς. Η αίσθηση ότι η πάλη δεν έχει τέρμα. Ότι είναι σωτηρία η αναπάντητη κραυγή για απαντήσεις. Γιατί τι άλλο είναι οι γρίφοι πέρα από προσχήματα για να παλεύουμε με το διχασμένο μας εαυτό;
 
 
 
 
 
Έμαθε με τον καιρό να μην παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της. Καμία του πλευρά. Να κάνει πως δεν ακούει τις δραματικές εκκλήσεις του κακού της εαυτού που ζει για να φέρνει την πανωλεθρία όταν όλα είναι ειρηνικά, να παρακάμπτει την ενοχική φύση του αγαθού της εαυτού που μετατρέπει κάθε ''όχι'' που θέλει να φωνάξει, σε ηχηρό ''ναι'' για να μη δυσαρεστήσει κανέναν. Μαθαίνει τις δύο πλευρές να συνυπάρχουν, χωρίς να αναιρούν την ιδιαιτερότητά τους. Καμία δε μπορεί να αρνηθεί γιατί η μία νοηματοδοτεί την άλλη.
 
 
 Αλυσιδωτά όλα, είναι και γίνονται. Ο θάνατος ενός στοιχείου απελευθερώνει ένα άλλο, λανθάνον, εν δυνάμει λυτρωτικό. Ζει με όλο της το ''είναι' 'γιατί κατάφερε να αψηφήσει το θάνατο. Να μην τον σκέφτεται, να μην τον λογαριάζει, να μην τον φοβάται. Ζει τη ζωή, από άκρη σε άκρη, το μεγαλείο της στιγμής, την ευδαιμονία του πρόσκαιρου, το ανώφελο μιας καθημερινής διαδρομής, όλα εκείνα που υπάρχουν χωρίς να συνδέονται με προσδοκίες και σχέδια αλαζονικά, όλα εκείνα τα μικρά που την κάνουν μεγάλη. Την αιωνιότητα ενός σπάνιου δευτερολέπτου που οικειοποιείται με μια απόδραση του νου από το κελί της συνήθειας. Κρύβονται εκεί οι πιο μεγάλες αναστάσεις.
 
 
 

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Ασφαλώς Ανασφαλής

Ίσως ήταν το φως που γενναιόδωρα εισέβαλε στο δωμάτιο. Το δροσερό αεράκι, η αινιγματική ησυχία του πρωινού, τα χθεσινοβραδινά δαιμόνια που στριφογυρίζουν ακόμα στο νου της. Μπορεί να έφταιγε και το ποτό, πάντα έπινε παραπάνω όταν δεν ένιωθε καλά. Κάθε προσπάθειά της να ξορκίσει τη μελαγχολία κατέληγε αποτυχημένη. Πάντα η μελαγχολία ερχόταν όπως ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης, φορτικός και επίμονος, εγωιστής μέχρι το μεδούλι, χαιρέκακος ακόμα. Τη συντρόφευε για ώρες ή και μέρες, μέσα από ένα αόρατο σύννεφο και μια αγκαλιά δικαιολογίες. Σύρθηκε μέχρι το μπάνιο για να αντικρύσει ένα θέαμα ανοίκειο. Πλησίασε ακόμα πιο κοντά, να δει καλά. Πότε πρόλαβαν και ξεφύτρωσαν αυτές οι γραμμές έκφρασης γύρω από τα μάτια της; Πότε το πρόσωπό της ντύθηκε με αυτή την αυστηρή έκφραση της θυμωμένης δασκάλας που απαιτεί πειθαρχία; Πότε ο χρόνος γλίστρησε μέσα από τα χέρια της μεταμορφώνοντάς τη σε μια άγνωστη;

 

 
 
 
 
 
 
Ξέθαψε από ένα συρτάρι τις αναμνήσεις. Ο χρόνος είναι μυστήριος. Κάποτε έμοιαζε με ένα ανυπόφορα χαρούμενο πλάσμα, βουτηγμένο στην ανεμελιά, με ένα ανίκητο χαμόγελο και μια δύναμη εσωτερική που μαγνήτιζε τους γύρω της. Θυμάται πως ακόμη και σε μοναχικές βόλτες, η αίσθηση της αναπτέρωσης, μια ανείπωτη αίσθηση ευφορίας, αγαλλίασης και σοφίας αλλόκοτης, νεότητας και ορμής, ήταν πάντα εκεί. Απότομα, αυτή η μορφή έσβησε. Εικόνα έγινε απόμακρη, ανάμνηση που είναι πάντα δίκοπο μαχαίρι. Της προκαλεί μειδίαμα νοσταλγικό αλλά και πόνο βαθύ. Το ανεπίστρεπτο είναι πάντα γοητευτικό. Πόνος και απωθημένο, κομμάτι από πάνω της αλλά συγχωνευμένο με άλλα, απόν κατά τα φαινόμενα, παρόν κατά την ουσία. Ξέχασε τι μεσολάβησε και έχασε εκείνη τη μορφή. Ξέχασε και έχασε. Σα να μη συναισθάνθηκε την ευθύνη της απέναντι στον εαυτό της. Δεν έλαβε θέση εξασκημένου παίκτη απέναντι στο χρόνο. Υπερεκτίμησε τη δυνατότητά του να τον ξεγελάει και τον άφησε να την ισοπεδώσει. Όλα όσα αγαπούσε, αυτά που σμίλευαν τη δική της όψη, τη διαφορετικότητα στη σκέψη και την έκφρασή της, την ανομολόγητη λαχτάρα της για ελευθερία. Την ψυχή της. Αρκεί ένα βράδυ όλο ψέματα και σκυφτά κεφάλια, με τον αέρα να φυσάει σαν τρελός και τη φυγή να γίνεται αιώνια φυλακή για να ξεχάσει αυτό που είναι. Για να το χάσει.
 
 
 
Αναστατωμένη, παίρνει τους δρόμους μέσα στην απριλιάτικη μπόρα, δε μπορεί, κάπου θα βρίσκεται το σταθερό της σημείο. Κοίταξε προσεκτικά στις λεωφόρους με τα αμέτρητα οχήματα, στα αποχαυνωμένα πρόσωπα των περαστικών, σε θορυβώδη σοκάκια, σε μαγαζιά με αντίκες και βιβλία από το χθες. Προσπάθησε με αγωνία να εντοπίσει ένα βλέμμα που θα την κινητοποιήσει, αλλά ο κόσμος την προσπερνάει με βιασύνη. Τριγύρω της μονάδες αυτάρκεις, κάθε ένας κουβαλάει μια ιστορία που είναι γραφτό της να μείνει ανείπωτη. Τρέχουν να προλάβουν όσα θα τους κάνουν να επιβιώσουν. Βάζουν τα δυνατά τους για να είναι πειστικοί, δε χρειάζονται κάτι, είναι ενημερωμένοι για όλα, μέσα σε όλα, μακριά από τον εαυτό τους. Αλλά φαίνονται καλά και αυτό είναι που έχει σημασία.
 
 
 
 Ξαποσταίνει σε μία γωνιά ανήμπορη να συνεχίσει την αναζήτηση. Ανασαίνει γρήγορα, εξαντλημένη από όσα δεν είδε. Το τοπίο γύρω της ασύλληπτα όμορφο, η βροχή έχει ηρεμήσει, αλλά τα πάντα είναι ανθισμένα και ένας νεογέννητος ήλιος ξεπροβάλλει διστακτικά. Σκέψεις ιλιγγιώδους ταχύτητας, κάτι σκαρώνουν πάλι στο νου της, επιθετικές και χωρίς προφανές νόημα. Έχει ξεχάσει πώς να αγαπάει. Τους άλλους, τον εαυτό της, τη ζωή. Το χάρισμα να διακρίνει ομορφιά και αγάπη ακόμα και στα πιο άγονα μέρη. Να δίνει, να δίνεται και πάντα να είναι πλήρης. Αναγεννημένη ακόμα και μέσα από τη φθορά. Γιατί η φθορά εξέλιξη είναι, μπορεί να μην είναι ανεπιθύμητη αλλοίωση, αλλά αναγκαία μεταμόρφωση. Για να βρει το σταθερό της σημείο ίσως πρέπει πρώτα να το χάσει. Για να βρει και άλλα πολλά που ξέχασε, που τα άφησε να της γνέφουν από μακριά.
 
 
Σε έναν κόσμο όπου κινητήρια δύναμη είναι η ανασφάλεια, πώς να νιώσει ασφαλής; Είναι επειδή η ασφάλεια κατοικεί εντός της. Όσο και αν την αναζητεί σε θαλασσοδαρμένα ταξίδια και μέσα από τα μάτια των άλλων, στη δική της τη ματιά θα την αναγνωρίσει. Όταν λυτρωθεί από την εμμονή της να είναι ασφαλής με το να είναι αρεστή, όταν εγκαταλείψει το φαύλο κύκλο του να διεκδικεί την αποδοχή του μέσου όρου, όταν πάψει να είναι και η ίδια μέσος όρος υπό το φόβο των αποκλίσεων. Παράξενη και αλλόκοτη, με όλα τα στραβά και τα αλλιώτικά της, με τη δική της φθορά ή εξέλιξη, με τη δική της ιστορία. Όπως τότε που περπατούσε σα χαμένη γιατί τα είχε βρει όλα. Με ένα αναίτιο χαμόγελο που σάρωνε όλες τις αιτίες. Με όλη την αγάπη του κόσμου να φωλιάζει εντός της. Ούτε που έβλεπε τα στραβά κοιτάγματα, ούτε που πρόσεχε τα ειρωνικά γελάκια. Ακόμα και να αναποδογύριζε ο κόσμος, εκείνη ήταν ασφαλής. Έτσι είναι τα σταθερά σημεία.

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

''Για πάντα''

Ο Μάρτης τον αποχαιρέτησε με τη γνωστή του αμφισημία. Χάθηκε σε μια απρόσμενη περιπλάνηση στο παγερό κέντρο, μέσα σε βαριά ντυμένες, σκυθρωπές φιγούρες. Ανακάλυψε μικρά διαμαντάκια που ήταν σε παράλληλους δρόμους, τόσο κοντά και τόσο μακριά συνάμα από τη μονότονη διαδρομή του. Μια στροφή, μια φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή πορείας και ο κόσμος μοιάζει αλλιώτικος. Εξουθενωμένος ζητούσε αποτοξίνωση από τη ρουτίνα. Να βιώσει λίγες ακόμα στιγμές από ένα χειμώνα στη δύση του, αλλά και στην απογείωσή του, να πιει ένα ποτήρι κρασί να ζεσταθεί, να ξεχαστεί ακούγοντας τα βινύλια-κειμήλια που τον διακτινίζουν σε περασμένες αλλά όχι λησμονημένες εποχές. Η θύμησή της φλογερή και αξεπέραστη, παρά τον ισοπεδωτικό διάβα του χρόνου. Είναι η μνήμη η υπενθύμιση πως ο χρόνος ταρακουνά μόνο ό,τι είναι επιδερμικό, ό,τι τον αγγίζει στην ουσία δεν μπορεί να το αλλοιώσει. Το αναπαριστά με περίσσεια ζωηράδα, με θέρμη και πάθος, ένα βίωμα σε συνεχή αναζωογόνηση και αναθεώρηση. Κάθε φορά αλλιώς, κάθε φορά και πιο δυνατό, τον ζαλίζει και τον μεθάει.

 
 Είναι ο έρωτας αμετακίνητος στο χρόνο. Θεριεύει στο πέρασμά του, φλόγα που αναζωπυρώνεται. Ακόμα και αν δεν του δίνει τίποτα, ακόμα και όταν φωτογραφίζει τις ελλείψεις του ή τις φωτίζει και προβάλλουν όλο ανασφαλή αποκρουστικότητα. Να τον γεμίζει ό,τι δεν έχει, η φαντασίωση, το ενδεχόμενο, το ιδανικό. Ένα δικό του απίθανο-πιθανό, μια πίστη στο αδύνατο που την έχει καρπωθεί αθέλητα και τον διαφεντεύει. Η πίστη του ερωτευμένου στηρίζεται σε μια αλυσίδα από παράλογα, που γεννά η τυφλή και αδιαπραγμάτευτη επιθυμία. Μα τη χρειάζεται την απομάκρυνση από τη λογική, είναι τόσο κουραστικό να σκέφτεται με πειθαρχία σε επιβλητικούς κανόνες. Του δίνει μια αίσθηση αυτονόμησης από τον ενοχικό εαυτό του το να θεωρεί πιθανή την αναγέννηση μιας ιστορίας που είναι ενταφιασμένη στα συρτάρια του χρόνου , μετά από μία βεβιασμένη ετυμηγορία του.
 
 
Συχνά σκεφτόταν με κυνική καχυποψία το ''για πάντα'' των ερωτευμένων. Του θύμιζε την κάθε παράταιρη άνοιξη, τον κάθε προκλητικό Απρίλη, τον γεμάτο προσδοκίες και διάθεση μαγείας, που κατέληγε σε νεφελώδεις ουρανούς και καταιγίδες από το πουθενά. Σε έναν κόσμο σαρωτικών αλλαγών, να τολμάς να υπόσχεσαι αιώνια αμοιβαιότητα. Επιπόλαιες εκδηλώσεις παρορμητικών ή ρομαντικών ψυχών που πληγώνονταν στην πρώτη αναποδιά για να συνεχίσουν αδιόρθωτοι τις αφελείς τους απερισκεψίες.
 
 
 Μέσα από το χρόνο, κατάλαβε ότι το ''για πάντα'' δεν εμπεριέχει ποσοτικό προσδιορισμό, ούτε υπόσχεση, ούτε δεσμευτική συμφωνία. Άμεση απόρροια είναι του έρωτα που παγώνει στο χρόνο ακόμα και την πιο συνηθισμένη στιγμή. Ακόμα και μία στιγμή, μπορεί να γίνει για πάντα. Καταδικασμένος να την κουβαλάει εντός του, να την αναπαράγει, να τον σκλαβώνει σε αναδρομικά μονοπάτια, ανέγγιχτο να τον αφήνει η εξέλιξη. Μια επίθεση στον ορθολογικό του εαυτό που προσεύχεται για μια δαιμονική παράταση του χειμωνιάτικου σκηνικού. Όμως η Άνοιξη είναι εδώ, με τη φευγαλέα ομορφιά της, ανατρέψιμη αλλά με την οικεία ευεργεσία μιας αόριστης ελπίδας. Θα παρέλθει, αλλά θα είναι για πάντα μέσα του.
 
 
Δεν σκορπίζουν στο χρόνο οι αληθινές αναμνήσεις. Σα δεύτερη ζωή, πολύτιμη, τις φυλάει και γίνεται πιο αυθεντικός μέσα από αυτές. Χωρίς να προσπαθεί να τις καταλάβει, αφήνοντας απλά να τον κυριεύσουν. Όπως και αυτή η παράταιρη Άνοιξη που του χαμογελάει σαν μαγική αμφιβολία.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Φυγή δίχως αύριο

Μια βαλίτσα φθαρμένη από το χρόνο. Μετακινείται διαρκώς, κουβαλάει μυστικά, συνειδητοποιήσεις, συναισθήματα. Το απόσταγμα του χρόνου που δε μπορεί να αποτιμήσει. Γέμισε ο δρόμος παπαρούνες, ένας λαθραίος ήλιος την τυφλώνει, τα μάτια της πονάνε από την ομορφιά. Σε αέναη κίνηση, κόντρα στο θάνατο. Με αγωνία για να ανιχνεύσει ψυχή γύρω της, σε έναν κόσμο που φαίνεται γεμάτος από χαμένα άτομα. Τόσο φαγωμένα από την ανασφάλεια, τόσο μισερά, τόσο μικρά. Πάντα έψαχνε έναν αλλιώτικο προορισμό, κάτι ανοίκειο να την ξυπνάει από το λήθαργο, να διώχνει την αίσθηση ισοπεδωτικής συνέχειας και άγονης επανάληψης του χρόνου. Χάνει τον εαυτό της σε κάθε ταξίδι. Τον ξαναβρίσκει, ακόμα πιο αυθεντικό.Το να ανήκει κάπου είναι η κατάρα της εξάρτησης. Κι εκείνη θέλει αυτονόμηση από ό,τι της ληστεύει το χρόνο. Έτσι, έμαθε να μισεί τη μονιμότητα ενός και μόνο προορισμού που αποθεώνεται. Να τον ντύνει με προσδοκίες και να αντικρύζει έναν ξερότοπο, άνυδρο και άγριο. Αφιλόξενο, ενώ εκείνη γυρεύει καταφύγιο. Να εκλιπαρεί για ασφάλεια και να της προσφέρεται ο κίνδυνος.
 
 
 
Ο προορισμός είναι μια αυταπάτη που τιθασεύει την ανθρώπινη ανασφάλεια. Ένα υποτιθέμενα σταθερό σημείο που κινητοποιεί για το ταξίδι. Σπανίως ανταποκρίνεται στη φαντασίωση. Άλλωστε το ίδιο το ταξίδι είναι που την υπερβαίνει. Την αγάπη δεν τη συνάντησε σε προγραμματισμένα σκηνικά. Δεν ήταν το καταληκτικό σημείο που έδινε νόημα σε όλα τα πρωθύστερα. Την είδε ένα απόγευμα συννεφιασμένο, να τρέχει μέσα στο απρόσωπο πλήθος, να εξανεμίζεται μέσα σε λίγα δεύτερα γεννώντας μικρούς γρίφους. Συναρπαστική, χωρίς μια πελώρια αγκαλιά να στεγάσει τους φόβους, σαν κάλεσμα για το Άγνωστο, να ξεχειλίζει από αλήθεια και ζωή.
 

 
 
Η αγάπη στέκεται στη μέση του ταξιδιού, είναι δυνατότητα. Δίνει το περιθώριο να την εξερευνήσεις και να επιμηκύνεις τη σαγήνη της διαδρομής. Να τη γεμίσεις με συγκίνηση και επιθυμία, με εκούσια άγνοια και επιθυμία για γνώση. Είναι η δυνατότητα που σου δίνει δύναμη ακόμα και αν δεν τη χρησιμοποιείς. Και καθώς πασχίζεις να συναρμολογήσεις ένα-ένα τα κομμάτια του παζλ, σε βοηθά να καταλάβεις πως η ζωή δεν είναι ένα παιχνίδι με απλοϊκούς κανόνες και ενσωματωμένες οδηγίες χρήσης. Το μυστικό της ομορφιάς της είναι ότι δε θα γίνει ποτέ κατανοητή. Και όπως κάθε ταξίδι θα ήταν ανούσιο αν ήταν το τελευταίο, έτσι πάντοτε θα είσαι σε επαγρύπνηση για το επόμενο κομμάτι. Ακόμα και αν ποτέ δε θα εγκαταλείψεις την ελπίδα ότι το παζλ θα βγάλει νόημα, είναι στη φύση σου η ψευδαίσθηση του σπουδαίου. Τουλάχιστον κατάφερες να αγνοείς τις προκλητικές υποσχέσεις του προορισμού και προγραμμάτισες τη ζωή σου στο παρόν, στη φυγή δίχως αύριο.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Τα αναπόδεικτα

Ούτε που κατάλαβε πότε τελείωσε ο Χειμώνας. Σκυφτός στους λογαριασμούς του, δεν ένιωσε τα κρύα βράδια, αν και χάθηκε στο αιφνίδιο μιας αυθόρμητης μπόρας. Και να που έφτασε στο κατώφλι μιας άνοιξης όλο βιασύνη, με ανθισμένες αμυγδαλιές στα πιο άχαρα δρομάκια, μυρωδιά από γιασεμί και έναν ήλιο να του δείχνει το δρόμο. Την καλημέρισε και ξεχύθηκε στο δρόμο. Η κατάνυξη μιας Κυριακής όπου η φύση πανηγυρίζει, το μοσχοβολιστό ψωμί από το διπλανό σπίτι, λουλούδια όλο χρώμα και παρέες μεθυσμένες, που αρπάζουν τη μέρα απ' άκρη σ' άκρη, εξόριστοι από σπίτι, με κανένα σημείο αναφοράς. Οι μοναχικές βόλτες νιώθει πως είναι κατοχυρωμένο του δικαίωμα. Αναγκαία πολυτέλεια για να ανακτά τον πολύτιμο χρόνο με τον εαυτό του και τα θέλγητρα που άφησε στη λήθη. Αφήνει κι εκείνη να ασχοληθεί με ό,τι την γεμίζει πραγματικά, χωρίς καταπίεση ή αίσθηση ότι πρέπει όλα να τα μοιράζονται. Για να τα μοιράζονται όλα πρέπει κάτι να φυλάνε για τον εαυτό τους. Αυτό που τους κάνει αληθινούς και ιδιαίτερους, τη σπίθα που τους κρατάει ζωντανούς, πέρα από την απλή επιβίωση και τη μαλθακότητα της σπατάλης του χρόνου. Τη φαντάζεται να απολαμβάνει το ζεστό της καφέ, χωρίς καμία γλύκα, δυνατό, μερακλίδικο. Να χάνεται στο βιβλίο που διαβάζει ξανά και ξανά, να ξαναζεί μέσα από την επανερμηνεία του. Ένοχη κάπως που περνάει τόσο όμορφα μόνη, αλλά με την αναπτέρωση που της δίνει η ικανοποίηση του να κάνεις ό,τι εσύ όντως επιλέγεις. Ο ίδιος, αναζητεί τον εαυτό του αποσπασματικά, δεξιά και αριστερά, σε αφίσες, συνθήματα, μορφές και κουβέντες του δρόμου. Μέσα από τις βάρβαρες εναλλαγές εικόνων αυτής της πόλης που εγκαθιστούν την ειρήνη μέσα του. Εκεί όπου χρώματα γκρίζα μπερδεύονται με φαιδρές αποχρώσεις από κόκκινο και κίτρινο, όπου οι ιδέες είναι γοητευτικές και όπου τίποτα δεν αποτελεί έκπληξη γιατί όλα είναι δυνατά. Ακόμα και τα αδύνατα.
 
 
 
 
 
 Μια ζωή ένιωθε πως κατρακύλησε σε έναν μαραθώνιο αποδείξεων. Μα πώς να αποδείξεις κάτι αν δεν το έχεις καν βρει; Μια ζωή σε σύγκρουση μετωπική με τις ενοχές και τις χίμαιρες που τον παρέσυραν. Η στιγμή δραπέτευε αλήτικα μέσα από την αγωνία του να επικρατήσει στα σημεία. Να δείξει αυτό που με πάθος ισχυριζόταν, ακόμα και την αγάπη του σε εκείνη. Να υπερβαίνει τις δυνάμεις του κατ' επανάληψη, ακόμα και αν αυτό σήμαινε να τρέχει ιλιγγιωδώς με το αμάξι μέσα στο σκοτάδι και την καταιγίδα για να τη βρει και να της πάρει μακριά τη θλίψη. Να μένει πάντα με τη φαντασίωση ότι ανοίγει την πόρτα εκείνου του αθέατου μπαρ και πίνει ρούμι ακούγοντας την πάντα αγαπημένη του μουσική. Σαν ένα διάλειμμα από τη ζωή στο οποίο γίνεται ο εαυτός του. Αυτός που έμαθε να απωθεί για να αποδεικνύει ότι είναι άριστος σε όλα. Με το χρόνο κατάλαβε ότι το μόνο γιατρικό στις ελλείψεις του που ολοένα θέριευαν, είναι η αλήθεια του. Μέσα από τις διαψεύσεις, ξεπροβάλλει η χαμένη αλήθεια του. Μέσα από πόνο βαθύ και αυτοαναιρέσεις αδέξιες. Η αλήθεια είναι λυτρωμένη από την ανάγκη να αποδεικνύεται, υπέρλαμπρη στέκεται ψηλά, μέσα στην αυτάρκειά της, για αυτό είναι παντοδύναμη. Δε χρειάζεται να της αποδείξει πόσο την αγαπάει, η αγάπη κραυγάζει ακόμα και μέσα από την απουσία . Αρκεί να υπάρχει. Δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι όλα τα κάνει σωστά, γιατί έτσι είναι σα να αμφιβάλλει για την πορεία του που μπορεί να νοηματοδοτείται από τα λάθη. Ούτε πρέπει να ξορκίζει τη μοναχικότητά του σαν κάτι αφύσικο: κάθε τι που τον οδηγεί στον εαυτό του δε γίνεται να είναι αφύσικο. Ό,τι έχει την ανάγκη να αποδείξει, είναι ό,τι δεν έχει αξιωθεί να νιώσει. Με αυτές τις σκέψεις, η διαδρομή του έλαβε τέλος και με ένα μόνιμο χαμόγελο πήρε το δρόμο της επιστροφής.