Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Tη({ε)λεό{ραση


Ό,τι ζητάς, βρίσκεται σε ένα μικροσκοπικό κουτί. Χαζοκούτι το είπαν, και όχι αδίκως. Η υποτίμηση της νοημοσύνης του τηλεθεατή είναι ο πρώτος και θεμελιώδης κανόνας. Προγράμματα που τέρπουν μετά βίας, προχειροδουλεμένες παραγωγές που στήνονται μόνο για την επιβίωση μιας αμελητέας μερίδας ανθρώπων, και η καραμέλα της οικονομικής δυσπραγίας να απενοχοποιεί...την αβάσταχτη ευτέλεια.

Μα..η τηλεόραση πάντα έτσι ήταν. Δείκτης των κοινωνικών προτιμήσεων αλλά και μιας παρακμιακής κοινωνικής πραγματικότητας που θέλει τους ανθρώπους να αρέσκονται σε στείρα επανάληψη. Με τεχνάσματα αδέξια, σεναριακές απλουστεύσεις, καχεκτικά δομημένες ατάκες και πλήρη απουσία πρωτοτυπίας. Θέλεις να ξεχαστείς μετά από μία εξουθενωτική μέρα; Να νιώσεις καλύτερα για τον εαυτό σου μαθαίνοντας ότι εκεί έξω υπάρχουν τύποι που ζουν μια ζωή χαμένοι ; Θέλεις να παθιαστείς με δήθεν αδιέξοδους έρωτες και να ακούσεις πέντε διαφορετικές εκπομπές να αναμασούν την ίδια είδηση'' κοινωνικής κριτικής'';

Ό,τι και να ζητάς, με το πάτημα ενός κουμπιού, θα ξεφυτρώσει από αυτό το χαζοκούτι. Τόσο χαζό, ώστε να αποβλακώνει όποιον του δώσει αξία. Αυτό όμως που προ πάντων προσφέρει, είναι η αποχαύνωση. Αυτή η μαλθακή αίσθηση ότι είσαι θεατής, αμέτοχος , άπραγος. Γιατί ακριβώς σε αυτό το σημείο νεκρώνεται η κριτική ικανότητα, η δύναμη αξιολόγησης των όσων με ισοπεδωτική ευκολία σερβίρονται.  Παρουσιαστές σφιγμένοι, επαίτες πολυπόθητου αυθορμητισμού, ανίκανοι να πείσουν ακόμα και τετράχρονο. Δημοσιογράφοι σε ετοιμότητα να αναιρέσουν τη χθεσινή τους άποψη για χάρη μιας άλλης, η ευμετάβλητη αλήθεια που πρέπει να ενστερνίζεται ο τηλεθεατής, ανάλογα με τη βούλησή τους. Η εμετική προσπάθεια αλλοίωσης και διαστρέβλωσης της Αλήθειας, ριζώνει ακριβώς στην περίτεχνα διενεργούμενη υποτίμηση της νοημοσύνης. Η ικανότητα επηρεασμού ισχυροποιείται όταν κάποιος εκπαιδεύεται εν αγνοία του στην απώλεια της κριτικής σκέψης. Άκριτα και αδιαμαρτύρητα, καθίσταται φερέφωνο μιας σερβιρόμενης εκδοχής της πραγματικότητας από άτομα που χρίζονται αυθεντίες.

Κάποτε γνώρισα κάποια που ζούσε χρόνια χωρίς τηλεόραση. Είχε μια πελώρια βιβλιοθήκη με θαύματα- γνώσεις και διαδρομές λέξεων σαγηνευτικές. Άκουγε μουσική με τις ώρες και ξεχνιόταν με ντουζίνες εφημερίδων. Για εκείνη ήταν αναντικατάστατη η ιεροτελεστία των πρωινών εφημερίδων. Με την τηλεόραση, ένιωθε ότι η αποστασιοποίηση γινόταν ακόμα πιο δύσκολη. Αισθανόταν μια αυταρχική υποβολή κάθε φορά που την έθετε σε λειτουργία. Αδυνατούσε να τηρήσει απόσταση από όσα έβλεπε και άκουγε, και έτσι κατέληγε αναπόσπαστο τμήμα αυτών, ακόμα και αν τα έβρισκε εξωφρενικά.'' Δολοφονία του χρόνου είναι αυτό το χαζοκούτι, μονολογούσε με φανατισμό στο βλέμμα. Σε υπνωτίζει, σε κοιμίζει, σε θανατώνει. Αλλά το χειρότερο απ' όλα; Σε αποβλακώνει''.

Έγκλημα είναι η φόνευση της ευφυϊας και ο πολλαπλασιασμος των ηλιθίων σε έναν κόσμο που δυστυχώς διαθέτει γενναίο απόθεμα. Η συσκευή της τηλεόρασης έχει καεί εδώ και μήνες αλλά την κρατάω σαν υπενθύμιση μιας αλήθειας: ότι, όπως και να έχει, πάντα καμμένη ήταν, πάντα διακοσμητική. Σαν μια αντίκα άχρηστη πια, που μου αρέσει να τη βλέπω για να θυμάμαι πως στην πραγματικότητα ουδέποτε μου ήταν αληθινά χρήσιμη.


Άλλοθι


Ποιο θα ήταν το άλλοθι που θα επινοούσες αυτή τη φορά; Ήμουν στ' αλήθεια γεμάτος από περιέργεια να το ακούσω. Καταντούσε προβλέψιμο πια. Τόσο, που αν αντί για άλλοθι μου έδινες την αλήθεια σου, θα με εξέπληττες  τρελά.
Η μορφή σου, επισκίαση της φωτεινής μέρας, περιπλανιέται με γκρίνια φυτεμένη στην Ψυχή. Αναλογίζεται, μετράει, σταθμίζει, σκάει. Πνιγηρό κάνεις και το πιο ανοιξιάτικο τοπίο. Ο ολάνθιστος κήπος ενοχλεί τα νεύρα σου, ο ήλιος σε κάνει νοσταλγό της νεφέλης. Και αντί να τολμάς να αποφυλακιστείς, επιβάλλεις η ίδια στον εαυτό σου την πιο αδυσώπητη ποινή. Για λόγους σωφρονισμού, αυτό το γνωστό σου αυτομαστίγωμα που σε χρίζει και θύτη και θύμα.

Μου το τόνιζες αυστηρά πως άκρη μαζί σου δε θα έβρισκα. Από πείσμα δεν ήθελα να το πιστέψω, ήθελα να καμώνομαι ικανός να ανατρέψω τα στεγανά σου, νόμιζα ότι ο δειλός κόσμος σου θα κατέρρεε σαν πυργίσκος, σαν μια αγκαλιά από ερείπια. Φαίνεται όμως πως είσαι παράλογα πιστή στις άλογες αντιλήψεις σου. Σε καλεί η αναγκαιότητα της εξέλιξης και γατζώνεσαι από ένα νοσταλγικό τραίνο.

Δεν υπάρχει πιο αυτοκαταστροφικός μηχανισμός από τα άλλοθι. Αποτρόπαιες κατασκευές δίχως πειθώ, δείκτες κάτισχνης ειλικρίνειας. Στην αναζήτηση της Αλήθειας, το ψέμα το αυτοσχέδιο, εκείνο που κατασκευάζεται από τον ίδιο που προσπαθεί να πείσει, είναι η μεγαλύτερη τροχοπέδη. Το χειρότερο είναι ότι κάπως έτσι γεννιέται η ανοσία στα ψέματα. Όταν φτάνεις σε σημείο να αντέχεις το ίδιο σου το ψέμα, πολύ περισσότερο να το ανάγεις σε μασκαρεμένη αλήθεια.

Ο καιρός περνάει και με αφήνει μόνο. Με εικονική συντροφιά που με ωθεί στην αναπόληση της μοναχικότητας. Στη συμφιλίωση με την κυριολεκτική μοναξιά, που ενίοτε είναι αναγκαία για να πολεμήσω τα δικά μου άλλοθι.

Δε θέλω άλλα άλλοθι. Ούτε δήθεν περίτεχνες δικαιολογίες, τεχνάσματα που αποθεώνουν την καρτερικότητα και τη μακροθυμία. Θέλω Αλήθεια μόνο, κάτι να με κρατήσει ζωντανό σε αυτόν τον κόσμο που όλα τρέχουν και με αφήνουν πίσω, σα να μου ξεφεύγει πάντα κάτι.
Εκεί όπου επικρατεί ο φόβος, τα άλλοθι πανηγυρίζουν. Στους πανηγυρισμούς της Αλήθειας μόνο η γενναιότητα κρατεί.
Όχι άλλα άλλοθι, ενοχικά κατάλοιπα και κατηγορώ, μομφή και πικρία.
Αυτά που αποφεύγουμε είναι συνήθως εκείνα που αν κοιτάζαμε κατάματα θα μας φανέρωναν τη σωτήρια λύση. Τίποτα πιο υποχθόνιο από τις παρακαμπτήριες οδούς...


Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Μνήμες

H μνήμη είναι δειλή, θυμάμαι που μονολογούσες ένα καυτό απριλιάτικο μεσημέρι, χρόνια πριν, σε μια ανάμνηση παράξενα διαυγή. Διαλέγει εκείνη από τι εικόνες θα αγκιστρωθεί και ποιες θα απαγκριστρώσει. Ξέρει να εξοστρακίζει κάθε τι που δεν τη βολεύει, κάθε τι που διασαλεύει την απόλυτη τάξη. Η ανάμνηση είναι  δικό μας παράγωγο, ρητόρευες με στόμφο. Σπάνια αυτό που ανακαλούμε είναι αυτό που όντως έλαβε πραγματικά χώρα κάποτε. Παρεισφρύει στα γενόμενα η ζαβολιάρικη πινελιά μας και τα αλλοιώνει μεμιάς. Η ανάμνηση είναι απενοχοποιημένη αυταπάτη.

Χρόνια μετά, με κατηγορείς ότι σε ξέχασα. Ότι η ανάμνησή σου μού είναι ανυπόφορη και έτσι την εξόντωσα ανάλγητα. Μάταια πάσχιζα να σου εξηγήσω ότι ο χρόνος δουλεύει ερήμην μας, σε αγαστή σύμπνοια με τη Λήθη. Κάποιες φορές, ό,τι και αν κάνουμε, η Λήθη είναι αναπόδραστη. Όσα συνέβησαν ανασημασιοδοτούνται-αλλά πλέον καμία ανασημασιοδότηση δεν έχει σημασία. Όταν δρομολογούνται οι ζωές, οι αναμνήσεις χάνονται. Μόνο ονειροπόλες φύσεις, ποιητικές υπάρξεις και ρομαντικές ψυχές φυλάνε χρόνο για αναμνήσεις. Δεν είμαι έτσι εγώ , σου τόνιζα.

Έμενες να με κοιτάζεις με αφύσικη σιγουριά. Σα να ήξερες κάτι παραπάνω, κάτι βαθύτερο. Σα να γινόσουν νικητής ακόμα και μέσα από την ήττα σου. Κάποτε ήμουν έτσι, αντιτείνεις. Γιατί να ερωτοτροπείς με φαντάσματα όταν η πραγματικότητα είναι σπαρταριστή γύρω σου; Γιατί επιμένεις να καταποντίζεσαι στη δική σου αυταπάτη; Κρατώντας μια εικόνα δική μου παλιωμένη, αυτή που σε συμφέρει, αυτή που θέλεις να διασώσεις.

Τίποτα δεν επιβιώνει μέσα μας αν δεν το εξωραϊσουμε εμείς. Από τον ωκεανό του παρελθόντος κρατάμε σταγόνες - καταλύτες, προσδίδοντάς τους στο διάβα του Χρόνου το δικό μας άρωμα, τη δική μας διάνθιση και σφραγίδα. Ο αναχρονισμός είναι  για τους ονειροπόλους πόλος έλξης γιατί δε δέχονται τη φθορά που σκορπίζει το πέρασμα του χρόνου. Θέλουν να ζουν στο χθες, να το αναβιώνουν ξανά και ξανά-ή να οραματίζονται το αύριο. Κάποια στιγμή αποφάσισα να μετατοπιστώ στο παρόν και ήταν πιο σαγηνευρικό από όσο πίστευα.

Οι μνήμες μου είναι ατροφικές γιατί οι μνήμες με διαλύουν. Είναι ακροβασίες που δεν με  εξιτάρουν πια, διεγέρσεις συναισθημάτων που συνειδητά έχω απορρίψει.
Τι είναι η μνήμη πέρα από θάνατος του Τώρα;

Με κοιτάς σαστισμένος, όλα αυτά σου φαίνονται ανεξήγητα. Παράλογα και ξένα. Η μνήμη είναι κομμάτι του Τώρα, μου λες και ο τόνος της φωνής σου ανεξέλεκτος, υπογραμμίζει την οργή σου. Δε γίνεται να ξεχνάς από πού ξεκίνησες, πώς εφτασες ως εδώ.

Μα δε με νοιάζει από πού ήρθα και τι ήμουν, με νοιάζει τι είμαι, τι γίνομαι, πού πηγαίνω. Λείπω από την εποχή που ζεις εσύ, έκανα ανταρσία. Δεν άντεχα να τρέφομαι από το τέλμα. Η απελευθέρωση από τις μνήμες είναι η μέγιστη λύτρωση. Η ελευθερία απαιτεί αποχαιρετισμό στις εξαρτήσεις, αυτό είναι το κοστος της. Τη σκλαβιά την εθελούσια στις θύμησες δεν την αντέχω άλλο πια.

Απομακρύνεσαι πικραμένος, η φιγούρα σου φαγωμένη, ελλειπτική. Δεν ξέχασα εσένα, ξεχνάω την επιθυμία σου να παραμένεις στάσιμος. Αν ξεδιπλώσεις νηφάλια τις μνήμες σου, ίσως διακρίνεις μέσα σε αυτές τις πιο καθηλωτικές σου αυταπάτες..

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Aν-ασφάλεια

Το φως άπλετο στο μικροσκοπικό δωμάτιο, σα να ήθελε να τονίσει τις κατάφωρες ατέλειές της. Αυτή την όψη τη θαμπή, την κουρασμένη, την άτονη που αποπνέει θλίψη και παραίτηση μαζί, θέλει να τη θρυμματίσει. Όπως και τον καθρέφτη που αφιλόξενος στεγάζει τις αποκρουστικές της λεπτομέρειες. Να τον δει να κόβεται σε άπειρα κομμάτια, να μην την αφήνει πια να δει τίποτα που δε μπορεί να αντέξει. Ούτε την όψη, ούτε την ψυχή που αυτή ξεσκεπάζει.

Κάπου φυλάει ένα παμπάλαιο ημερολόγιο. Εκείνο αντανακλά έναν εαυτό που ακόμα και τώρα δε μπορεί να πιστέψει ότι υπήρξε. Δυναμικό, λαμπερό, χαρούμενο. Ατρόμητο. Κάθε φορά που ανασκαλεύει τα παλιά ή πέφτει στα χέρια της μια παλιά σημείωση ή φωτογραφία, ανταμώνει στη στιγμή τον ασφαλή εαυτό της. Εκείνον που δεν κλονιζόταν ακόμα και όταν το σύμπαν ολόκερο κατέρρεε. Η στιγμή αποκτά αίγλη, ντύνεται με συγκίνηση λησμονημένη, ανασταίνεται το χθες.
Ο εαυτός που όντως ήταν παιδί, σε έναν κόσμο όπου το αναπάντεχο γιόρταζε αδιάκοπα. Είναι εκεί και τα λόγια, οι στιχομυθίες, τα άγαρμπα σκιρτήματα, τα πείσματα και οι ανωριμότητες, τα γέλια και τα αστεία, οι συνομωσίες, οι ατελείωτες μουσικές. Όλα εκείνα που την κρατούσαν αυθεντική, που έκαναν την κάθε μέρα αυτεξούσια και τη χρωμάτιζαν με πινελιές αναρχικής χαράς. Εκείνοι οι Φίλοι που καταδέχτηκαν να μοιραστούν μαζί της την τρέλα τους και έτσι η λόξα μετατράπηκε σε ηδονική διαφορετικότητα.

Τώρα όμως κάτι έχει χαθεί. Όσο και να επιθυμεί να το ανακτήσει, εκείνο αναπτερώθηκε με την σατανική συνδρομή του Χρόνου. Έτσι αντικρύζει το πρόσωπό της με απορία και λύπη :πού πήγε άραγε εκείνο το φως που την καθοδηγούσε; Τότε που δεν την ένοιαζε αν θα προσκρούσει σε αδιέξοδο γιατί τα βήματά της ήταν απολαυστικά. Γιατί, απλούστατα, δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς.

Καταιγίδα ανοιξιάτικη, τριγύρω η γνωστή αναστάτωση των ημερών, η ελεγεία που συνοδεύει το πένθος από τον τερματισμό μιας εποχής. Η επόμενη διστάζει να έρθει στην επιφάνεια και έτσι μένουμε να παρακολουθούμε παρατεταμένα τον εκφυλισμό μιας χρονικής περιόδου. Άοπλοι και ανυπεράσπιστοι, αλλά αυτό είναι το νόημα. Η άγνοια που πλέον είναι γεγονός μαλακώνει την προπέτεια της αλλοτινής μας αλαζονείας. Και εκείνη πρέπει να βουλιάξει στην ανασφάλεια για να επιδιώξει τη δική της θαλπωρή. Να νιώσει την απειλή σε απόσταση αναπνοής, να πάψει να επικοινωνεί με φαντάσματα και να αφήνεται σε έναν ύπνο νοσταλγικό που την παραμυθιάζει. Να σταματήσει να νιώθει τραυματισμένη από την πραγματικότητα που ρέει ασυναίσθητα και τής φιμώνει το θάρρος για να κάνει αυτό το πρώτο βήμα.

Στο τέλμα νιώθεις την ασφάλεια της καθήλωσης. Η ασφάλεια είναι θάνατος μασκαρεμένος, η απουσία κινδύνου αλλόκοτος βραχνάς. Ό,τι γεννάται, γεννάται με ρίσκο και πόνο, ζωή χωρίς απρόοπτα είναι αυτοκτονία. Βλέπει το πρόσωπό της στον καθρέφτη και μια ανεξιχνίαστη δύναμη την κάνει να το ατενίζει με κάποια συμπάθεια. Οι γραμμές και οι γωνίες του δεν έχουν εκείνη την αφοπλιστική αγριάδα, μια δειλή γλυκύτητα τής θυμίζει αχνά μια παλιά, ευτυχισμένη μορφή. Πρέπει να είναι ανασφαλής για να γίνει γενναία. Όποιος επιδιώκει την ασφάλεια είναι ορκισμένος δειλός.
Φοβάται γιατί οδεύει σε επικίνδυνο σημείο. Οσμίζεται τον κίνδυνο, την κυριεύει η επιθυμία να τον πολεμήσει. Και όπως τρέμει για το Θάνατο του παιδικού κομματιού της, σε μια έξαρση ανασφάλειας, έτσι μπορεί να ελπίζει και στην Ανάσταση αυτού.
Άλλωστε το πιο μαγικό κομμάτι της απώλειας είναι ότι - ακόμα και αυτή, όπως όλα, όπως τα πάντα στη ζωή- είναι παροδική.

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Πάθη

Έβλεπε πως κυλούσαν οι μέρες βασανιστικά. Εβδομάδα των Παθών και βασανιζόταν από άρρητα πάθη.
Δέσμιος επιλογών δειλών, φοβισμένο ανθρωπάκι. Τα παπούτσια του βουτηγμένα στις λάσπες, ταλαιπωρημένα από τη μανιασμένη ανοιξιάτικη μπόρα. Κάθε ορμητική σταγόνα τον ραπίζει, όπως και ο ανομολόγητος έρως του. Ανοίγει ένα τετράδιο, μυρίζει ακόμα το χώμα μετά τη βροχή, νιώθει τη θαλπωρή του ανθρώπου που μόλις επέστρεψε στο γνώριμο καταφύγιό του.
Κάθε τι ανοίκειο του προκαλούσε τέτοιο πανικό, που απλώς δεν το αντιμετώπιζε. Του κρυβόταν πεισματικά. Με έκσταση θα την παρακολουθήσει και σήμερα, πίσω από τη μωβ κουρτίνα να ανασυγκροτεί τις σκέψεις της μετά από μια χαώδη μέρα. Είναι ωχρή και προβληματισμένη, η κόκκινη μπλούζα τονίζει το διάφανο δέρμα της, η υπεροχή ενσαρκωμένη..

Θα προτιμούσε να αφανιστεί από το να τής μιλήσει και να λάμψει εκτυφλωτικά η ανεπάρκειά του. Θα τρέμει η φωνή του, το όνομά του θα ξεχάσει και θα αναλωθεί σε κραυγαλέες τυπικότητες. Εξαλλου, άμα τον έβλεπε, σίγουρα θα πλημμύριζε οίκτο. Παραήταν άχαρος για την υπέρκομψη μορφή της που διάνθιζε ακόμα και την πιο μουντή εικόνα.

Πάντα έτσι, κρυβόταν, πίσω από τοίχους, λέξεις, προφάσεις, κινήσεις επίφασης σκέτης. Τα πλατωνικά συναισθήματα του ταίριαζαν γάντι γιατί δε θα τα κλυδώνιζε ποτέ η απουσία ανταπόκρισης. Θα μπορούσε να τα καλλιεργεί κατά βούληση, χωρίς να ταρακουνάει το μικρόκοσμό του. Όταν τρέμει κανείς την απόρριψη δε διεκδικεί και την αποδοχή.

Το σπίτι του ερημώνει καθώς η νύχτα αναρριχάται στης μέρας τη δύση. Το σκοτάδι του ψελλίζει κάτι άνοστα λόγια, σχεδόν με βία τον ωθεί στα αστέρια που στήνουν χορό στον εξαντλημένο αιθέρα. Κάνει πως δεν τα βλέπει, η Ιδέα του έχει κινήσει για άγνωστους δρόμους αυτό το παράξενα όμορφο βράδυ και δεν ξέρει πού την οδηγούν τα βήματά της. Δε δικαιούται να ζηλέψει το νοερό του αντικείμενο λατρείας, χάνεται σε έναν ωκεανό από νοσηρές αισθήσεις και φαντασιακά στιγμιότυπα.

Νιώθει πως αν τής έλεγε τι πραγματικά αισθάνεται, θα είχε ταπεινώσει τη μαγεία των συναισθημάτων του. Άλλωστε τα πάθη δεν είναι αυτοσχέδια βάσανα; Δε χρειάζεται συναυτουργό σε μια καθαρά προσωπική εγκληματική πράξη, πάντα τα κατάφερνε άψογα στην αυτοκαταστροφή.
Και ενώ οι άνθρωποι γύρω του γεύονται τη γλύκα και την πικρία των ερωτικών συναντήσεων, εκείνος ανταμώνει με τη δειλή του φύση, με εικασίες που του τριβελίζουν το μυαλό και τη λάμψη από τα αστέρια να παρεμποδίζει το γαλήνιο ύπνο του.Με πάθη που καμαρώνει επειδή έμειναν ανεκπλήρωτα και που γελούν εκκωφαντικά μέσα στην απόλυτη σιωπή.

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Απρο-σχεδια-στα

Μια ζωή γεμάτη δυσκολίες. Αντίθεση αέναη σε σχέδια αιώνια φιλόδοξα.
Ξέχνα τα σχέδια, είναι αφελή. Πάντα λησμονούν να λάβουν υπ' όψη το πιο σπουδαίο, πάντα διαψεύδονται.
Κουβαλούν το ρίσκο της κεκτημένης ταχύτητας, το μεγαλείο του εξορθολογισμού που συνήθως είναι πλάνη. Η Λογική είναι υπερεκτιμημένη αρετή, και ως τέτοια μετουσιώνεται σε κακία. Παράγει μηχανές, ρομπότ, μορφές άμορφες. Ναι, από εκείνες τις αδιανόητα αποκρουστικές, τις αλλεργικές στις αισθήσεις.

Μακάρι να μπορούσες να αγαπήσεις τις δυσκολίες. Αυτές φανερώνουν την ανθρώπινη υπόστασή σου, αυτή την τόσο υποτιμημένη. Αλλά και μια άλλη υπόστασή σου μπορεί να ξεσκεπάσει, κοιμώμενη, δύσβατη. Εκείνη που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, τις διαβολικές συνομωσίες και τις εχθρικές δυσκολίες που αναποδογυρίζουν τα σχέδια. Την ηρωική σου υπόσταση, που νωχελική περιδιαβαίνει στη σφαίρα της ουτοπίας, κρύβεται πίσω από την πάχνη βολικών κινήσεων και απενοχοποιημένων παραλείψεων.

Να τις ευγνωμονείς τις δυσκολίες. Αφυπνίσεις αθέλητες είναι που σε σπρώχνουν λυτρωτικά στις αυθεντικές σου επιθυμίες. Γιατί τι σου λέει πως η ζωή που έχεις νοερά καταστρώσει είναι αυτή που πραγματικά επιθυμείς; Αυτή που θα σου δωρίσει έστω και λίγες στιγμές ευτυχίας;

Στον κόσμο αυτό με τους ανάλγητους καταλύτες και τις πάσης φύσεως δολοφονίες, οι δυσκολίες μας κάνουν απάνθρωπους , ενώ θα έπρεπε να μας εξανθρωπίζουν. Να κοιτάμε ψηλά, ερωτοτροπώντας με αγέννητες πολιτείες, όχι να περπατάμε σκυφτά επειδή έτσι προστάζει αυτή η διαλυμένη πολιτεία που μας ληστεύει μέρα με τη μέρα όλα τα ανεκτίμητα. Να εξέλθουμε από την εγωκεντρική τροχιά των προσωπικών μας σχεδίων και να ανακαλύψουμε τι μας επιφυλάσσει αυτή η τόσο απροσδόκητη και τρομερή ανατροπή τους.

Και να γίνουμε Άνθρωποι επιτέλους, με όλη τη σημασία της λέξεως. Η ανθρώπινη Ψυχή είναι η μόνη που νομιμοποιείται να αξιώσει συναντήσεις με την ηρωική της πλευρά. Και αυτός ο Κόσμος θα αναγεννηθεί μέσα από ταπεινόφρονες, αφανείς ήρωες.
Απροσχεδίαστα.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Αυτο-αναφορά

Πόσο επικίνδυνη είναι η προσκολληση στην αυτοαναφορά όταν το σύμπαν είναι απέραντο;
Και όμως, εκείνη φρονούσε πως όλοι οι συμπαντικοί μηχανισμοί εκαναν περιφορά γύρω από τη δική της πολιτεία, καμωμένη από θεριά, στοιχειά, αδιεξοδα και κάθε λογής δαιμόνια. Τι κι αν ο κόσμος κατεδαφιζόταν μέσα από αξιακές καταρρεύσεις και πνευματικές ατροφίες ασύλληπτες, αν η παρακμάζουσα κοινωνία κατηφόριζε με διεστραμμένη υπερηφάνεια και αν οι κλισεδιάρικες ατάκες ξεστομίζονταν με ρηχή ευκολία;
Για εκείνη το μόνο που είχε νόημα και υπόσταση ήταν τα δικά της δράματα, το πόσο άδικα τής φέρθηκαν και πόσο αλλόκοτα έρχονταν όλα ! Μα το μόνο γοητευτικό που έχουν τα σχέδια είναι ότι είναι ανατρέψιμα.Αλλά εκείνη επιμένει να τα συνθέτει όλο πάθος, να πιστεύει σε αυτά με ιερή μανία, να βουλιάζει παράφορα στη δική της ύπαρξη, αγνοώντας τον κόσμο που τραβάει άλλη διαδρομή.

Περπατάει αναπαράγοντας όλα τα συμβάντα και όλες τις εικασίες της. Διογκωμένα τέρατα του νου την πνίγουν, φόβοι μανιασμένοι και ατιθάσευτoi. Οχυρό της το Εγώ αλλά και Φυλακή της. Να ξαποστάσει γυρεύει και εν τέλει φυλακίζεται. Πώς να καταλάβει ότι για να αντιμετωπίσεις τη ζωή πρέπει να είσαι συναισθηματικά αμέτοχος; Να παρακολουθεις τα βάσανα και τις συμφορές σου σα να ανήκουν σε άλλον, σαν την ταινία που με χαλαρότητα παρακολουθείς από το σπίτι σου και έχεις και κρίση αμερόληπτη για αυτή; Γιατί η ακριβοδίκαιη κρίση είναι απότοκος της αποστασιοποίησης. Ο,τιδήποτε το κοιτάμε από κοντά, το θέτουμε στο επίκεντρο, διαστρεβλώνεται η όρασή μας.

Όσες μέρες και να περάσουν, εκείνη θα ανταμώνει πιστά τους τρομερούς της φόβους. Σε μια θάλασσα αυτοαναφορικών συλλογισμών,  ανήμπορη να αφουγκρασθεί έναν τρίτο, να κοιτάξει κάτι άλλο χωρίς να την παραπέμψει συνειρμικά στη δική της κόλαση.

Ο γλιτωμός από την δική της Κόλαση θα ήταν η δική της σωτηρία. Δεν το συναισθάνεται, ωστόσο.
Αγαθή και ανυποψιαστη, θα συνεχίζει να βυθίζεται στο δικό της λαβύρινθο- και ακόμα και αν ο κόσμος ανέλπιστα σωθεί, εκείνη δε θα έχει μάτια να το δει.