Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Παιχνίδια με το Χρόνο

Άλλη μια μέρα που το ρολόι με κοιτάζει χλευαστικά.Τρέχω να προλάβω όσα ποτέ δε θα έπρεπε να κάνω.Αλλοιώνομαι και χάνομαι στον πυρετό μιας ηφαιστειογενούς μέρας.Η ατμόσφαιρα ομιχλώδης, θαρρείς και είναι καμωμένη από πίσσα και σκόνη.Τσιμεντένια πόλη, μια τσιμεντένια διάθεση που με ακολουθεί παντού.Αρπάζει τη μαγεία κάθε ανύποπτης στιγμής που μεταμφιέζεται σε αιώνα.Ένα κυνηγητό γύρω μου για το απροσδιόριστο.Για κάτι που δε θα καταλάβω ποτέ, ακόμα και αν το βρω.
Μάλλον γιατί στο βάθος δεν το έχω ανάγκη.

 
Απορροφημένος στους υπολογισμούς και τα σχέδιά μου, αφήνω τη ζωή να με προσπερνάει.Η ζωή συνεχίζεται λένε, εξακολουθεί ακόμα και αν εσύ προσκολληθείς σε ένα καθηλωτικό σημείο.Τι πιο εφιαλτικό να παρακολουθείς τη ζωή να ακολουθεί μια πορεία εξοντωτικά γρήγορη και εσύ, παράλυτος στο χτες, να μη μπορείς να απομυζήσεις ούτε μια σταγόνα από τη χάρη της.Από τη χαρά της.

Στα όνειρά μου είμαι πάντα πολυμήχανος.Τολμηρός.Είμαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου γιατί εκεί δεν υπάρχουν συνέπειες.Η πραγματικότητα τρέφει τα ελαττώματά μου γιατί χωρίς αυτά δε θα ήταν αποκρουστική.Και είναι καθήκον της πραγματικότητας να απωθεί το ονειρικό, ακόμα και αν στο τέλος πετυχαίνει να συσσωρευτεί ακαταμάχητη έλξη για κάθε τι που στέκεται πέρα από αυτή.Στην πραγματικότητά μου, είμαι απλώς ανυπόφορος.Αδυνατώ ακόμα και εγώ να με αντέξω.Κάπως έτσι έχω κάθε λόγο να γκρινιάζω για όσα δεν έχω τη θέληση να αλλάξω.Πείθομαι πως δεν έχω ούτε τη δύναμη.
 
Αυτό που μου λείπει πιο πολύ από το τότε ήταν πως δεν χρειαζόμασταν παιχνίδια με το χρόνο.Όταν η ζωή σου ξεγλιστράει από τα αυστηρά περιγράμματα του χρόνου, ξέρεις ότι έχεις γευτεί ευτυχία.Εκείνη η διασταύρωση πραγματικότητας- ονείρου που απογείωνε τα συναισθήματα, με τρόπο που να μην μπορείς να ξεδιαλύνεις το ένα από το άλλο.Αυτό το μέστωμα στην ψυχή, αυτή η αίσθηση ότι όλα είναι σωστά, ακόμα και αν δεν είναι ορθόδοξα.Η ανεμελιά των πολύχρωμων σκέψεων.Όποιος αδυνατεί να σκεφτεί αρνητικά είναι υπερευτυχισμένος.
 
Με δηλητηριώδες βλέμμα, ο Χρόνος με επιπλήττει που προσπαθώ να τον νικήσω.Και όπως τρέχω αναστατωμένος να προλάβω προθεσμίες, ξέρω ότι παραμένω υπόδουλός του.Ηττημένος, αφού ακολουθώ αδιαμαρτύρητα τα αυστηρά του προστάγματα.Μαζί με εμένα, ένα αλαφιασμένο σύμπαν νευρωτικών, τρέχει δίχως να υπάρχει αύριο.Υπάρχει αύριο, όταν όλες οι μέρες είναι απαράλλαχτες, ίδιες, σκέτες, στεγνές;Ο Χρόνος και εδώ εξομοιώνει τα πάντα θανατώνοντας την ιδιομορφία τους.

Όμως όσο η μέρα προχωρά προς τη δύση της, μια μνήμη γαργαλάει τον άλλο μου εαυτό.Όσο και να αγωνίζεται ο χρόνος να σκεπάσει την παλιά μου οντότητα με περιβολή λήθης, ένα τραγούδι με οδηγεί ευθέως στο παλιό μου πρόσωπο, στο παλιό μου κορμί, που περιφερόταν χωρίς αξιώσεις στη γιορτή της κάθε μέρας-και πάντα υπήρχε αύριο, σήμερα και χθες.Γιατί κάθε μέρα είχε το δικό της σκοπό, και πήγαινε κάπως έτσι:
 
Αίφνης σταματάω το ανούσιο ποδοβολητό μου, σταματάει και ο Χρόνος μαζί μου να ξαποστάσει.Αντικρύζω ένα σμήνος  τρελών να αγκομαχούν για να διεκπεραιώσουν ασυναρτησίες, όλοι με το ίδιο πέτρινο βλέμμα, αγκυλωμένοι από το Χρόνο, σε ένα ακατανόητο γήρας.Χαμογελάω αυθόρμητα.Ο κόσμος φανερώνει μυστικά μυθικά, ομορφιές πρωτόγνωρες, συγκινήσεις κρυμμένες.Για λίγες στιγμές αναγνωρίζω τον ιδανικό μου εαυτό, εκείνον τον επινοητικό, θαρραλέο τύπο που γεύεται τη ζωή χωρίς αναστολές. Τον εαυτό που ξεπηδάει μόνο στα όνειρα, εκεί που συνέπειες δεν υπάρχουν.Και όμως, οι συνέπειες υπάρχουν, μόνο που φαίνονται πια τόσο αντιμετωπίσιμες!Ο φόβος μου συρρικνώνεται και κάθεται σε μια γωνία, αξιολύπητος.Τα ελαττώματά μου μοιάζουν υπερτροφικά κατασκευάσματα που καταπίνουν την ευτυχία μου.Σαν καρικατούρες στριμώχνονται στο τέλος του δρόμου, ασήμαντα πια και αδύναμα να δράσουν.

Τα παιχνίδια μου με το Χρόνο δεν είναι βέβαια πάντα τόσο διασκεδαστικά.Όταν όμως έστω και για μία στιγμή διασώζω εκείνον τον εαυτό από του χρόνου τα γρανάζια, ξέρω πως αυτή η στιγμή γίνεται η δική μου αιωνιότητα.Και τότε δε με νοιάζει αν είμαι νικητής ή ηττημένος, με νοιάζει πως ό,τι και να είμαι, μπορώ να το ξεπεράσω.
 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Φυγές


Κάπνισες ένα ακόμα τσιγάρο μέσα στο αβάσταχτο φως της μέρας.Οι ηλιαχτίδες υπογράμμιζαν με βαρβαρότητα τη χλωμάδα του προσώπου σου.Εκείνα τα μαβιά μάτια που χωρούσαν την πιο ποθητή μελαγχολία εντός τους.Με αποχαιρέτησες με βραχνή φωνή και ένα βιαστικό φιλί στο μάγουλο.Σε ενοχλούσε η Άνοιξη που πρόωρα ξεσκέπαζε το καταχείμωνο μέσα σου.Σε έκανε να βουλιάζεις σε σιωπές κεντημένες από θλίψη, άδεια βλέμματα, υπεκφυγές.Μια φυγή σε καθοδηγούσε και τη σχεδίαζες σχολαστικά.Διαφορετικά, θα είχες τρελαθεί, δε σε χωρούσε πια ο τόπος.

-Ξέχασες το μπουφάν σου, σου είπα τρέχοντας στην πόρτα.
-Α, ευχαριστώ, απάντησες  ψυχρά.
-Τι έχεις;
-Tίποτα.
-Αφού κάτι έχεις..
-Σου είπα, τίποτα! η φωνή σου εξαγριωμένη, έκλεισες θυμωμένα την πόρτα, το σπίτι κλυδωνίστηκε για λίγα δεύτερα, ξεχύθηκες σαν κυνηγημένη στα σκαλιά.

Τα έρημα φιλιά σου.Σχεδίαζαν με κρυψίνοια μια παράλληλη ζωή σε ένα παράλληλο σύμπαν.Με γύμνωναν τα μάτια σου σα να ήμουν Ξένος, αμήχανα μου φερόσουν, γύρευες μια ανώδυνη μέθοδο εγκατάλειψης.Ήσουν αλλού.Δεν ήθελα να το δεχτώ, από εγωισμό, πίκρα, ανασφάλεια.Ρωγμές στην ψυχή μου από τη δική σου απουσία.Υποκρινόμουν πως δεν το ένιωθα, και ας τρανταζόμουν μέσα μου καθημερινά.Δεν είχα το σθένος να μού χρεώσω άλλη μια αποτυχία.
 
Νύχτωσε εφιαλτικά, το σκοτάδι επιθετικό σκέπασε τη δυνατότητα της μέρας.Κάθε φωτεινή σκέψη κατατροπώθηκε από τη σιγή τη νύχτας.Φως δεν υπήρχε ούτε στο δρόμο, μόνο ένα αδέσποτο σκυλί γάβγιζε ασταμάτητα και σπάνια ακούγονταν διερχόμενα οχήματα.Με τη ματιά καρφωμένη στο άχαρο ρολόι του τοίχου(πάντα μισούσα τα ρολόγια, πώς γίνεται να αγοράζουμε αντικείμενα που μας υπενθυμίζουν τη φθορά;Κάποιες φορές θέλω να παγώσω το χρόνο, άλλοτε να τον γυρίσω πίσω, άλλες φορές να τον ωθήσω σε άλματα προς το μέλλον.Οι δείκτες όμως εκεί, πεισματάρικα ακολουθούν τα στερεότυπα μονοπάτια τους.), άρχισαν να με επισκέπτονται οι πιο παράλογα λυτρωτικές σκέψεις.Αφέθηκα σιγά σιγά στην υπνωτική τους επιρροή, τόσο που αψήφησα τη συμβατική ροή του χρόνου:

Αυτό έκανα μια ζωή.Έχτιζα άνισες σχέσεις.Εξάλλου η αμοιβαιότητα στον έρωτα είναι η μέγιστη ουτοπία.Έστω ότι έπασχα από έναν ιδιότυπο μαζοχισμό, εκείνον του ερωτευμένου.Θεωρούσα πως ο ερωτευμένος έχει όλα τα άλλοθι, με τρόπο που τα ελαττώματά του να είναι ηπιότερα και συγχωρητέα.Επέλεγα γυναίκες φευγάτες, σα να έτρεμα το άνευ όρων δόσιμο.Ανεξάρτητα από όσα μουρμούριζαν στο πάθος ή τον ενθουσιασμό τους, η στάση τους, αναμφίβολα περισσότερο αξιόπιστη από τις λεκτικές αφηνιάσεις, μαρτυρούσε ότι ήταν περαστικές από τη ζωή μου.Η ζυγαριά επομένως έκλινε προς τη δική μου μεριά.Όφειλα να επιδοθώ σε μια υπεράνθρωπη, επιδέξια προσπάθεια να αναζωπυρώνω το ενδιαφέρον, να παρεμποδίσω την τροπή σε φυγή.Μέσα μου γνώριζα ότι η φυγή είναι τετελεσμένη.Δεν ξέρω τι με σαγήνευε σε αυτές τις ιστορίες, προφανώς η εγγύηση ότι η αρχική αίσθηση δεν θα προλάβαινε να ξεθωριάσει.Ξανά και ξανά, το ίδιο λάθος, το ίδιο πάθος, η ίδια αδυναμία.Ένοχη η φοβία μου να κάνω μια συμβατική σχέση, να δεθώ, να χαθώ;Ή μήπως ήμουν ανελέητα ρηχός και έβρισκα τις συμβατικές σχέσεις απίστευτα πληκτικές;

Πάντα με πάθιαζε εκείνο που δεν μπορούσα ολοκληρωτικά να κατακτήσω.Το ενδεχόμενο που θα παραμείνει άγνωστο κλείνει για εμένα τον έρωτα μέσα μου.Ανισόρροπος ή μη, προτιμούσα τις ημιτελείς ιστορίες από τους δολοφονικούς επιλόγους.Δε θα άντεχα να απομυθοποιήσω έναν έρωτα.Προτιμώ το μύθο από την αλήθεια, τη φαντασία από το βίωμα.Αυτά καταμαρτυρούν οι σχέσεις της ζωής μου.Πάντα τις σφράγιζε μια φυγή, ακριβώς πάνω στην ακμή τους.Να μένει η μαγική αίσθηση του ανολοκλήρωτου, να μην προλάβει να εξανεμιστεί.
 
Σαν μεθυσμένος, στεκόμουν στο παράθυρο ακίνητος.Ένα μαρμαρωμένο σώμα με αεικίνητες σκέψεις.Δεν πήρα είδηση τα κλειδιά στην πόρτα, ούτε πόση ώρα με κοίταζες σαστισμένη.

-Είσαι καλά;με ρώτησες όπως θα ρωτούσαν έναν εξωγήινο.

Σε κοίταξα με εμφανή απογοήτευση.Δε μου φαινόσουν καν όμορφη πια, ένα πρόσωπο μέσα σε όλα τα άλλα, ένα κορίτσι ακόμα απλώς.Ούτε μια λέξη δεν κατάφερνα να αρθρώσω.Όταν κυνηγάς τις λέξεις, βρίσκεις τις πλέον ακατάλληλες.Διάλεξα από ένστικτο μια άβολη σιωπή.

-Το ξέρω δεν είμαι σωστή τελευταία...είναι που....

Το έργο γνώριμο πια.Δε θα άντεχα να ακούσω τα ίδια λόγια.Κατέληγε κακόγουστη φάρσα να προσχεδιάζω τη δική μου εγκατάλειψη από πρόσωπα που είχα εξαρχής απορρίψει.Όλα αυτά επειδή δεν άντεχα τη μοναξιά αυτά τα θεοσκότεινα βράδια.Εκείνο το βράδυ όμως, από την ώρα που μπήκες στο σπίτι, η μοναξιά γινόταν ανήμερο θεριό.Πήγες να μου δώσεις ένα φιλί στραγγισμένο πάλι, σαν κακότεχνη προσπάθεια εξιλέωσης.Αποτραβήχτηκα μεμιάς.

Ήθελα πάλι πίσω τη δική μου μοναξιά, σκέψεις αλήτικες και αληθινές να φωτίζουν το απειλητικό έρεβος, χρόνο να γνωρίσω τον εαυτό μου αντί να τον σκορπίζω σε σχέσεις με ημερομηνία λήξης εκ των προτέρων γνωστή.Ήθελα να ξοδέψω τον εαυτό μου σε μία σχέση όπου η φυγή θα μοιάζει με μικρό θάνατο-και για τους δυο.Που θα σημαίνει ότι όσα ζήσαμε άξιζαν κάτι και δεν κουκούλωναν την ανημπόρια μας.Ήθελα την αμοιβαιότητα στον έρωτα, και ας είναι μια αφελής αρμονία, αδύνατο να απαντηθεί στην πράξη.Ήθελα απόσταση από το θρασύδειλο εαυτό μου.Την έκσταση, τη μαγεία, τα χαμογελαστά βλέμματα.Τις θαυματουργικές σιωπές.
 
Σου τα είπα με δυο λόγια, απλά και ξάστερα.Αντέδρασες με δυσθυμία, φώναξες κάτι άκομψο επειδή σε πρόλαβα και έφυγα πρώτος, έμεινες στήλη άλατος, χωρίς να προλάβεις να πεις τις ατάκες σου.Μέσα μου γελούσα, άκουγα την πόρτα να τραντάζει το σπίτι, να σείεται συθέμελα από την ψεύτικη οργή σου, και έμενα να απολαμβάνω το σκοτάδι, λιγότερο μόνος πια.Οι σκηνοθετημένες φυγές ήταν πλέον παρελθόν.

 

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Ελπίδα

Οι άνθρωποι τριγύρω βιάζονται για την Άνοιξη.Με την πρώτη ημερολογιακή στροφή, με την πρώτη γενναία λιακάδα, βιάζονται να αποτινάξουν το άχθος ενός χειμώνα παγερού και αλληγορικά.Σα να ευθύνεται για όλα ο μουντός καιρός, σα να εγγυάται η αλλαγή του γενικότερη άνθιση σε ένα τοπίο μαραμένο χρόνια.Έτσι ένιωθε και εκείνος αυτό το ηλιόλουστο πρωινό.Εναρκτήριο Μαρτίου, του πιο διφορούμενου μήνα.Κι όμως, ο αιθέρας ηλιόδωρος, ανέφελος, σα να αποκάλυπτε όνειρα κρυμμένα πίσω από θεόρατα σύννεφα.Η ατμόσφαιρα πλημμύρισε χρώματα, φωνές, χαμόγελα, λουλουδιαστές ευωδιές, μια άρρητη υπόσχεση ότι όλα θα πάνε καλύτερα.Η ελπίδα ξαπόσταινε πίσω από λέξεις και βλέμματα και βήματα.Μετά από αδυσώπητη διάψευση, ήταν ακόμα εκεί.Εκείνος που επιμένει να  επικαλείται την ελπίδα ακόμα και στην πιο τρανή συμφορά, είναι άξιος για την πιο υπερκόσμια ευλογία.Όχι όμως χωρίς θυσίες.Χρειάζονται θυσίες πρόσκαιρων , επιδερμικών απολαύσεων, φιλήδονων ψευδαισθήσεων, λύτρωση από την αχόρταγη ανασφάλεια.Γιατί μόνο όταν η ζωή γίνεται τραχιά μαθητεία επιτρέπει σε κάποιον να καρπωθεί τις βαθιές, αληθινές της απολαύσεις.
Ζωή χωρίς υπομονή είναι ένα αυτοδημιούργητο βάσανο, μία εγγενής προσκόλληση στο ανικανοποίητο.

Εκείνος έχει θυσιάσει πολλά από αυτά που κατά το μέσο όρο προσκομίζουν την ευτυχία,την αναγνώριση και την αποδοχή.Αποτραβηγμένος σε ένα κόσμο αυτάρκη, όπου η επιβεβαίωση των θεατών ήταν αχρείαστη και οχληρή, δεν συμβιβαζόταν με κάτι για να μην τεθεί στο περιθώριο.Κατοικούσε στην περιθωριακή του γωνιά φρονώντας ότι είναι η πιο περίοπτη θέση.Ότι, ακόμα και αν φαινομενικά ήταν στα παρασκήνια, είχε τη δύναμη να ανατρέψει το σκηνικό.Αγαπούσε τη ζωή, σε όλες της τις εκφάνσεις.Το πόσο απλό είναι να νιώσει κανείς ευτυχής και το πόσο δύσκολο το κάνει η άγνοια του εαυτού. Η αναζήτηση της ευτυχίας έχει κάτι κωμικό γιατί κατευθύνεται στα πιο αλλοπρόσαλλα μέρη ενώ κατοικοεδρεύει εντός μας.
 
Έτσι παρατηρεί αυτή την παράξενη γιορτή της πλάσης και χαμογελάει ασυναίσθητα.Η φύση, το γύρισμα των εποχών, σμήνη από σύμβολα που είναι αδύνατο να αποκρυπτογραφήσει.Αυτόματα όλα έγιναν πιο όμορφα, μια απλόχερη ομορφιά, που τον συνεπαίρνει με την απλότητά της.Τα βήματά του γοργά, ακμαία, μια μελωδία τριβελίζει τα αυτιά του ερεθίζοντας μια παράφορη διάθεση.Θα μπορούσε να περπατάει όλη μέρα, αποτυπώνοντας με απόλυτη καθαρότητα αλλοτινά ασήμαντες λεπτομέρειες.Μια φωτογραφία υψηλής ευκρίνειας η πόλη στο νου του, καρφιτσώθηκαν στη μνήμη του χρωματιστά στιγμιότυπα με έναν πανταχού παρόντα έρωτα να διώχνει την απόγνωση.

Και όμως η ζωή του είναι ένα γιγάντιο ερωτηματικό, δεν λέει να μορφοποιηθεί, όλο αποστασίες κάνει από το κοινώς αποδεκτό, το αξιωματικώς ορθό και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.Μια αιώνια απόκλιση μέσα στο χρόνο κυοφορεί έναν νέο κανόνα.Ανατρεπτικό.

 
Και δεν ξέρει αν έχει αγαπηθεί, ακόμα και αν έχει ανεξάντλητη δύναμη να αγαπήσει.Δεν ξέρει αν σε λίγο καιρό θα είναι σε θέση να επιβιώσει ακόμα, μέσα στην κακόγουστη κοινωνικοπολιτική φάρσα.Νιώθει ότι η πορεία του κόσμου απλώνεται σε ένα απέραντο λάθος και ότι η πρόοδος, αν τελικώς έρθει, θα ανήκει στο απώτατο μέλλον.Παρ' όλα αυτά η δύναμη της προσωρινότητας είναι καταλυτική.Μία στιγμή και μόνο είναι ικανή να αλλάξει τη ματιά απέναντι στον κόσμο.
 
Έτσι μεθάει στη μέρα που απογειώνει το κέφι του και για λίγο μόνο ξεχνάει άχαρες στιγμές του χτες και ζοφερές σκηνές του αύριο.Το σήμερα τον καλεί με ορμή και θέρμη και είναι και το μόνο που μπορεί να αισθανθεί.Όσο απροσδιόριστη είναι η ζωή του , τόσο απροσδιόριστη και η ελπίδα του.

Άλλωστε η Eλπίδα αποθεώνεται με την έλλειψη αποδείξεων, πανηγυρίζει όταν τίποτα δεν τη στηρίζει. Παράλογη Eλπίδα, από τη φύση της.Περιφρονεί τα δήθεν πραγματικά περιστατικά και σκαρώνει τα δικά της αισιόδοξα σενάρια.Βρίσκει υπερκτιμημένη τη σύνεση και χαράζει έναν αντισυμβατικό δρόμο.Όποιος όμως έχει τη δύναμη να αψηφήσει την επιφάνεια και να ελπίζει όταν τίποτα δεν εμπνέει Eλπίδα, ανταμώνει με το θαύμα.Η Eλπίδα δεν εμπνέεται, είναι η ίδια Έμπνευση.Δεν πηγάζει από κάπου, είναι η ίδια πηγή θαυμάτων.

Να ελπίζεις σε εποχή απόλυτης απελπισίας, ιδού το Απόλυτο Θαύμα.
Ο Μάρτης του θα είναι ο μήνας της παράλογης Eλπίδας.


 

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Παρατηρητής


Η ζωή της περνάει παρατηρώντας. Ακούει ιστορίες για θλιμμένες αγάπες και θλιβερά όνειρα, χαρμόσυνες παρενθέσεις και αμείλικτες τελείες.Υψώνεται στον ουρανό της μέρας η ελπίδα σε εναγκαλισμό με τη μελαγχολία.Πότε αντιμάχονται, πότε συμφιλιώνονται, πότε διχάζεται η μία από την άλλη.Παρακολουθεί σιωπές που κάνουν κρότο.Μόνο όταν τής ζητηθεί μία γνώμη για τα τεκταινόμενα, μόνο τότε δίνει το προσωπικό της στοιχείο.Κλειδώνεται σε δώματα φοβίας, αρπάζει μια γενναία άμυνα και, δειλά, αποσύρεται στο μικρόκοσμό της.Έναν κόσμο αποχής από όλα.Καθαρής αποστασιοποίησης.Παρατηρεί κάθε πρωί στην απελπιστικά συνηθισμένη διαδρομή με το λεωφορείο, τον κόσμο να κάθεται κοιμώμενος στα βρώμικα καθίσματα, να κοιτάζει στο κενό ενώ πασχίζει να κρατηθεί από τη χειρολαβή, να αποφεύγει τρεμάμενος την οπτική επαφή.Εύχεται το τιμόνι να φέρει αντιρρήσεις και το όχημα να αλλάξει τροχιά.Μια φορά έστω.Όχι όμως, όλα είναι ίδια.Τα παρατεταγμένα κλειστά καταστήματα, η ηλικιωμένη κυρία που στέκεται στην πόρτα του οπωροπωλείου, ο κατάμεστος φούρνος, οι αγενείς κόρνες και οι βλασφημίες των οδηγών.Μόνο ο αιθέρας είναι κάθε μέρα αλλιώτικος.Πότε νεφελώδης, πότε πεντακάθαρος, πότε μελαγχολικός, πότε σε αλλόκοτα κέφια.Μόνο ο ουρανός σκεπάζει με ευμετάβολες βουλές την παρακμιακή επανάληψη.

Πιάνει τον εαυτό της να ονειροβατεί, να πλάθει ιστορίες με βάση τα ερεθίσματα που συνθέτουν την καθημερινότητά της.Προσηλωμένη στη στιγμή διεκδικεί την απόλυτη μαγεία.Την αίσθηση απελευθέρωσης-η ελευθερία είναι η σωτηρία που γυρεύει καιρό τώρα.Ο κόσμος συντίθεται από αντιφατικές λεπτομέρειες.Αυτές δίνουν χάρη και στο πιο άνοστο σενάριο, αυτές χρωματίζουν ακόμα και το πιο μουντό τοπίο.Ακόμα και αν απειλούν την ομορφιά, οι λεπτομέρειες προσδίδουν καθαρότητα στη ματιά και το αληθινό πάντα είναι πιο όμορφο, ακόμα και αν δεν είναι αρμονικό.
 
Μια ζωή στην αναμονή.Πότε η προσδοκία γαργαλιστική την κάνει να υφαίνει στιγμές εκλεκτές και να ονειροπολεί χωρίς ενοχές.Πότε την εξαγριώνει ως υπενθύμιση της απουσίας του χειροπιαστού.Οι επιθυμίες της, πάντα υπό αίρεση, την παρακολουθούν σκεβρωμένες.Σχεδόν αδυνατεί να τις αναγνωρίσει, μερικές στιγμές μοιάζουν επονείδιστες, αδύναμες, γερασμένα σώματα που παλεύουν να ορθοποδήσουν.Έτσι πασχίζει να τις καταλάβει με τη ματιά άγρυπνη στον έξω κόσμο.Επιφυλάσσει κάθε μέρα γενναίες δόσεις μιζέριας, την αποπροσανατολίζει.Αλλά πέρα από τη γκρίνια, την αχόρταγη αχαριστία και την καταστροφολαγνεία του κόσμου που εξειδικεύεται στην αποθέωση του μικρόκοσμου μέσα από το μεγεθυντικό φακό, εισπράττει ανέλπιστα στιγμές παράφορης ελπίδας και συγκίνησης.Είναι σε κάτι σπάνια σταυροδρόμια με το διαφορετικό, τότε που κατανοεί ότι η ανομοιογένεια είναι το παν.Ότι πάντα υπάρχει μια γλαφυρή παρένθεση σε ένα ανιαρό κείμενο.Πάντα θα υπάρχει μια αισιόδοξη οπτική τη στιγμή της κατάρρευσης.Και ότι ακόμα και στην εποχή της υπέρτατης απανθρωποποίησης, διασώζονται ψήγματα ανθρωπιάς.
 
Είναι που ο κόσμος πολλές φορές μοιάζει με εξαιρετικά κακόγουστο αστείο και χρειάζεται γνήσιο χιούμορ για να αντικρουσθεί.Παρατηρεί, επιβάτης σε τρένο ξέφρενο, τον κόσμο να αλαλάζει.Ρουφάει κάθε του γλυκόπικρη λεπτομέρεια.Την ξενίζει και την απελευθερώνει.Και όταν πια θα είναι σε θέση να οικειοποιείται όσα την περιβάλλουν, τότε δε θα την τρομοκρατούν οι λεπτομέρειες του δικού της κόσμου.

Η αυτοπαρατήρηση προϋποθέτει άφοβη ετεροπαρατήρηση, όχι επιλεκτική.Ακόμα και τα συντρίμμια κουβαλάνε ομορφιά ανεξερεύνητη, ακριβώς επειδή είναι αθέατη.Έτσι και μέσα της, τα αφανέρωτα κρύβουν τη μαγεία.Μόνο που για να τα δει, πρέπει να αντέξει ασυνάρτητες φανερώσεις πρώτα.Και να μην αδημονεί για το τέρμα: η ανυπομονησία για το τέρμα σημαίνει υποτίμηση της διαδρομής, και κάθε αλήθινά μαγευτική διαδρομή είναι ατελείωτη.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

''Aπίστευτη ''Ζωή

Ορκιζόταν ότι έλεγε την αλήθεια.Γονυπετής, απελπισμένος, με μια μιζέρια που έτρεφε τον οίκτο της.
''Δεν το πιστεύω ότι μπορείς να πιστεύεις όλους τους άλλους εκτός από εμένα"τής είπε εκείνο το βράδυ για να εξαγριώσει τις ενοχές της έναντι του θυμού της που μαινόταν.

Το έγκλημα ήταν εξακριβωμένο, είχαν συγκεντρωθεί αδιάσειστες αποδείξεις που το πιστοποιούσαν.Ο επί πέντε χρόνια σύντροφός ήταν ήταν κατά συρροή ψεύτης, κακόβουλος ή απλώς μυθομανής, ούτε που την ένοιαζε να το ταυτοποιήσει.
 
Ήταν μια πανέξυπνη γυναίκα, σπίρτο αναμμένο.Πάντα είχε τα μάτια της ανοιχτά ώστε να σφυγμομετράει ανθρώπους και καταστάσεις.Πάντα διέθετε το σύνδρομο της καχυποψίας και δύσκολα θα μπορούσε να εξαπατηθεί.Όμως ο πλέον δικός της άνθρωπος, τής έλεγε απανωτά ψέματα για φαινομενικά ασήμαντα θέματα:για τις υπερωρίες στη δουλειά, το αν έφαγε έξω το μεσημέρι, για εκείνη τη συνάδελφο στο γραφείο που εν τέλει ουδέποτε είχε απολυθεί, όπως τής είχε πει πριν έξι μήνες.Κι ενώ δε μπορούσε να αποκωδικοποιήσει τα ψέματα, να οδηγηθεί στην αιτία ή τη συνέπειά τους, αισθανόταν τέτοια απέχθεια που δεν ήθελε να ακούσει ούτε μισή εξήγηση.Άρχισε να μαζεύει σκόρπια της πράγματα και να πετάει τα ρούχα της σε μια βαλίτσα με εκείνον να σέρνεται πίσω της και να εκλιπαρεί να τον πιστέψει.

''Μα τι όφελος έχω να σου πω ότι έφαγα έξω;Σκέψου λογικά σε παρακαλώ..''
''Δε θα το συζητήσουμε'' τον έκοψε και προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να συγκρατήσει το υβρεολόγιο-χείμαρρο που σκαρφάλωνε στις άκρες των χειλιών της.

Η αντίδρασή του, τής φάνταζε ακόμα πιο φθηνή.Επιβεβαιωτική της ενοχής του.Η υπερβολική προσπάθεια άμυνας και υπεράσπισης στερείται πειθούς.Υποκρύπτει υπαιτιότητα και το ένστικτό της φωνάζει σαν αδέκαστος δικαστής την ετυμηγορία':'Ένοχος''!
 
Κωμικοτραγικός, με τα ανακατεμένα μαλλιά του, το ωχρό του δέρμα και τα πρησμένα του μάτια, εκατομμύρια συσπάσεις του προσώπου καταφατικές της ενοχής του, ένα συνοφρύωμα να του δίνει μια υποκριτική πινελιά έκπληξης, ο δραματικός τόνος  στα λόγια του.Ένας εξευτελισμός εμετικός.
Έκλεισε την πόρτα με βρόντο, σχεδόν βίαια την τραβούσε μέσα, δε σταματούσε να μιλάει, η χροιά της φωνής του ένας βέβηλος φαρισαϊσμός.

Κι έπειτα άρχισαν οι εξ αποστάσεως εκκλήσεις.Μέσα από το δαιμόνιο της τεχνολογίας και το απρόσωπο των μηνυμάτων, την έβγαζε παράλογη, υπερβολική, σκάρτη.Μέχρι ότι έψαχνε αφορμή να τερματίσει τη σχέση τους τής είπε, προκειμένου να την εξαναγκάσει να απαντήσει, δυναμιτίζοντας το κλίμα.

Βρέθηκε μόνη της , στο πατρικό της, με όνειρα ορφανά και σχέδια ξεγελασμένα.Κλείστηκε στο παιδικό της δωμάτιο που αποδείχθηκε ανέλπιστο καταφύγιο.Αμίλητη για μέρες, με κόπο πήγαινε στη δουλειά, με εσώτερη πίεση.Μπουκιά δεν έβαζε στο στόμα της, ξεσπούσε σε κλάμα ξαφνικά, δεν απαντούσε σε κανένα τηλεφώνημα.Δεν την ενδιέφερε να μάθει την αλήθεια γιατί μέσα της ήδη τη γνώριζε.Τι σημασία έχει αν τα σωρηδόν ψέματα είχαν ειπωθεί εξαιτίας απιστίας,απόρρητων πληροφοριών ή εγγενούς αδυναμίας;Δε σκόπευε να γίνει ψυχαναλυτής κανενός, ούτε επαίτης μιας σουλουπωμένης εκδοχής της πραγματικότητας.Αδιάφορο τής ήταν αν είχε μπλέξει οπουδήποτε ή δεν είχε κακή πρόθεση όντως.Αυτό που τη νοιάζει είναι ότι επέστρεφε σπίτι με απίστευτη φυσικότητα, μιλούσε εύγλωττα για τη μέρα του αραδιάζοντας ένα σωρό ψευδή γεγονότα, την αγκάλιαζε και σχεδίαζαν μαζί το μέλλον τους καμωμένο από φρούδες ελπίδες.Κι εκείνη βιάστηκε να του δείξει τυφλή εμπιστοσύνη, δεν είχε φυτρώσει μέσα της η αμφιβολία στιγμή-ζούσαν σε παράλληλα σύμπαντα και νόμιζαν πως αυτά έβρισκαν σημείο τομής.Είχε σχέση με έναν άγνωστο, θυμάται το βλέμμα του να γδύνει την αλήθεια της και θέλει να το ξεριζώσει από πάνω της-το νιώθει χυδαίο, να καίει τα μάτια της, να πυρπολεί το μυαλό της, να αποτεφρώνει την καρδιά της.Την άδειασε.

Άδειασε η ψυχή της από εικόνες και ελπίδα-γέμισε από ψέματα μεθυσμένα, από αλλοπρόσαλλες αλήθειες που τη χαστουκίζουν με δύναμη, από ετερόφωτα δρομάκια που τη διχάζουν.Μέσα στη σκόνη η ζωή της-ένας κονιορτός από πλάνη, υποσχέσεις και ελιγμοί και ψεύτικα χαμόγελα.Η απόλυτη παρωδία.
 
Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης είναι η μέγιστη προδοσία.Επαίσχυντη προδοσία και ικεσία για συνθηκολόγηση, για να επανακάμψει σε μια αρρωστημένη ζωή όπου θα είναι ευτυχής να εθελοτυφλεί-να μάθει να μη ρωτάει-να είναι ολιγαρκής-να καταπίνει αμάσητη την κάθε ''αλήθεια'' του.
 
Με μισόκλειστα μάτια, τυλιγμένη σε μια παλιά, κόκκινη κουβέρτα, γυρεύει τη λήθη.Το μόνο της γιατρικό.Ονειρεύεται τη μέρα που θα ανοίξει την πόρτα και θα δει λίγο φως.Που θα τολμήσει να πιστέψει στους ανθρώπους ξανά.Ως τότε, η απίστευτη ζωή, με τα αδιανόητα, ξέφρενα ενδεχόμενά της, θα τη βοηθήσει να πετύχει το πιο υποτιμημένο,να πιστεύει στον εαυτό της.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Ανεξερεύνητο

Ξόδεψα πολύ χρόνο να σκέφτομαι τι έφταιξε.Σα να παίρνω παραισθησιογόνα, κάθε μέρα, περιπλανήσεις ψυχεδελικές, ο αποστειρωμένος κόσμος γύρω μου, η μορφή σου αποτυπωμένη παντού.Νόμιζα πως σε έβλεπα παντού, και πάντα με κοίταζες με βλέμμα αλλοιωμένο από μίσος και ειρωνία.Ανεπαρκής στο δικό σου τέλειο σύμπαν.
 
Δε μού μιλάς ενώ η ύπαρξή μου ικετεύει για μια σου λέξη.Χάσαμε την επαφή και έμειναν οι αναμνήσεις.Συγκεχυμένες, με τη δική τους, μοναδική αλητεία, ερεθίζουν το θυμό μου.
Λιγοστές στιγμές σαν ερωτηματικά, ποτέ δεν χόρτασα στιγμές μαζί σου, και η φαντασία πάντα γιγαντώνει τον πόνο.Χωρίς κορεσμό  πώς να έρθει η απομυθοποίηση;
 
Ρωτούσα νέα σου δεξιά αριστερά, για να ακούσω μόνο μισόλογα, αοριστίες και διπλωματικές υπεκφυγές.Σε κυνηγούσα στα όνειρά μου σε απέραντες εκτάσεις και, ενώ ήσουν μπροστά μου, πάντα μου ξέφευγες.Ξυπνούσα κάθιδρος και αναστατωμένος και η πραγματικότητα με τάραζε παραπάνω.
Έφτασα στο σημείο να χορταίνω με αυταπάτες.Είναι τόσο πιο εύκολο να ερωτευτείς αυτό που δεν ξέρεις!

Το αίνιγμά σου με συγκλόνιζε.Η εξαφάνισή σου πυροδοτούσε τον έρωτά μου γιατί με εμπόδιζε να τον εξερευνήσω.Ο νεογέννητος έρωτας έχει παράλογες αξιώσεις για να αντέξει τη λογική του θανάτου.Η φυγή είναι αδιανόητη, εγκατάλειψη και αντίο χωρίς μια εξήγηση, σαν προδοσία αφόρητη.
Ποτέ δεν υπήρξαν λεκτικές υποσχέσεις, ποτέ δεν πλησιάσαμε καν στο συμβατικό μοτίβο μιας κανονικής σχέσης, ποτέ δεν ομολογήσαμε αυτά τα ανείπωτα που κουβαλούσαν υπέρμετρη αλήθεια, πολύ περισσότερη από τις λεκτικές διατυπώσεις.Ίσως να μην ταιριάζαμε  αρκετά, να μην ήμασταν ποτέ φυσιολογικοί, να μην αντέχαμε ο ένας την λόξα του άλλου.Τα λέω συχνά πυκνά στον εαυτό μου για να αποστασιοποιείται από συναισθηματισμούς.Χρονοβόροι οι συναισθηματισμοί!Βούλιαξα στην αδράνεια γυρεύοντας εκλεπτυσμένες απαντήσεις στα βάσανά μου.
 
Μέχρι που σε είδα ένα απόγευμα Κυριακής, και αυτή τη φορά δεν ήταν παραίσθηση.Κουρασμένη, βιαστική, μελαγχολικά πανέμορφη.Μπήκες τρέχοντας σε ένα μικροσκοπικό καφέ και σε έχασα στο πλήθος.Ανέλπιστο ταρακούνημα.Ανακουφίστηκα που δε με πρόσεξες καν αλλά η ταχυπαλμία μου, πρόδιδε το πόσο ταραγμένος ήμουν.Έκανα καιρό να το ξεχάσω, μπορεί και να μην ήθελα κιόλας.
 
Σφηνωμένοι εντός μας οι ανεξερεύνητοι έρωτες. Τίποτα δεν περιέχει περισσότερη πίκρα από έναν έρωτα που δεν εξερευνάς.Ανθεί μέσα σου, σε κυριεύει, διαιωνίζεται.Είναι δυνατό να σε στοιχειώνει κάτι που δεν πρόλαβε καν να ξεκινήσει;Οι θνησιγενείς έρωτες είναι αιώνιοι γιατί ξεγλιστρούν από την αδηφαγία της φθοράς.Και μια άφθαρτη ανάμνηση είναι ικανή να σπείρει  αιώνια φθορά.Πάντα θα σου θυμίζει χαμένες συγκινήσεις και όνειρα παραδομένα στη λήθη.
 
Δεν τις ξεγελάω τις αναμνήσεις μου.Πάντα επικρατούν στα σημεία.Όσο και να προσπαθώ να εντοπίσω σε αυτές πηγές δυστυχίας, εκείνες μου ψιθυρίζουν ότι η δειλία μου αρνήθηκε τη μετουσίωσή τους σε πραγματικότητα.Δεν μπορώ με ζαβολιές να τις εξαπατήσω και να τις υποβιβάσω.
 
Πέρα από το χρόνο, πέρα από αγάπες πραγματικές και ολοζώντανες, πέρα από τον κόσμο όλο, θα είσαι Εσύ.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Απόδραση


Ξανά τα ίδια.Ξημέρωμα γεμάτο αδιέξοδα,ημίφως, ερωτηματικά.Η πόλη βυθισμένη σε έναν ύπνο όλο ανήσυχα όνειρα.Η μόνη ώρα που οι φόβοι της μοιάζουν να ξαποσταίνουν.Κανείς δε θα την αναζητήσει, κανείς δε θα κατασπαράξει άλλο ένα κομμάτι της.Μόνη, γαλήνια, με ματιά διαυγή.Όλα όμως φαντάζουν ανυπέρβλητα.
 
Αμέτρητες οι φορές που αναρωτιέται τι κάνει λάθος.Ανεξαρτήτως της περιρρέουσας πραγματικότητας, εκείνη η δυσάρεστη, οχληρή αίσθηση, ανάμεσα σε δυσφορία και οξεία μελαγχολία, την πολιορκεί ασταμάτητα.

Όμως δεν τής φταίνε οι άλλοι, και ας αποδίδει με ευκολία σε αυτούς την υπαιτιότητα.Η δυστυχία είναι γέννημα δικό της.Το μυαλό της εργάζεται υπερωριακά λεηλατώντας το κάθε βίωμα μέσα από μία φρικτή υπερανάλυση.Σκαρφίζεται τα πιο καταστροφικά σενάρια για να τα δει αργότερα χειροπιαστή πραγματικότητα.Αισθάνεται ανήμπορη να προχωρήσει στην επόμενη γωνιά και έτσι φυλακίζεται στο ίδιο μουντό τοπίο.Δεν ξέρει από πού να ξεκινήσει, τι είναι αυτό που τής διαφεύγει και καταλήγει πάντα πίσω.Στάσιμη, σε θέση αναμονής, στείρου οραματισμού του μέλλοντος.Κορεσμός από θεωρητικολογία, από καταχρηστικώς δρώσα φαντασία, από την εξιδανίκευση αυτού που δεν έχει ζήσει, από την αποθέωση της εικασίας, από την κυριαρχία της Aπουσίας.Η κραταιά Aπουσία.Τής θυμίζει πως όσα λείπουν την κάνουν να μοιάζει με ασθενική φιγούρα, άψυχη και άσκοπα περιπλανώμενη.Ζει καιρό τώρα την έλλειψη σκοπού, σωριάζεται όπου βρεθεί γεμάτη ανικανοποίητα, οι αισθήσεις της σε νάρκη.Ανηδονία.

Πάντα ενοχοποιεί αυτό που της λείπει.Κάποιος τής λήστεψε το νόημα.Το μυστικό για να χαμογελάει και να ελπίζει.Βίαια, τής αφαίρεσε την πίστη στα θαύματα,μαζί με μια θρασύβουλη αθωότητα.Συνήθειες παλιομοδίτικες και μια αγαθή καρδιά, ικανή να τη βάζει σε άλυτους μπελάδες.

Ποτέ δε σκέφτηκε ότι υπονομεύει  η ίδια την ευτυχία της.Πλανάται πως έχει ολοκληρωμένη εικόνα για αυτή, μόνο που αυτή η εικόνα δομείται μέσα από την Απουσία.Θαρρεί πως η ευτυχία διέρχεται μέσα από συναντήσεις με τους Άλλους.Έτσι, είτε επειδή αυτές κωλυσιεργούν, είτε επειδή αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η Ευτυχία παραμένει ανέγγιχτο Ιδανικό.

Αν δε συναντηθεί με τον εαυτό της, μια ζωή θα προσπερνάει, θα παραγκωνίζεται.
Δε θα μπορεί να δει, δε θα τη βλέπουν, δε θα ακούει, δε θα την αφουγκράζονται.
Με τον αυθεντικό εαυτό της, όχι με εκείνον που μπορεί να αντέξει.

Όσο και να θέλει να φύγει από αυτή την πόλη, όσο και να αλλάζει πεζοδρόμιο για να αποφύγει όσα εντείνουν την αίσθηση πνιγμού , κάτι πάντα θα την καταδιώκει, κάτι πάντα θα είναι μέσα της και θα στραγγίζει όλα τα υπόλοιπα από τη δυναμική τους.Θα την αφήνει παράλυτη, να ικετεύει για ξένες πολιτείες όπου δεν έχει ζήσει τίποτα και την πυροδοτεί η ηδονική φύση των άγραφων δεδομένων.

Ανακωχή με τον εαυτό της-πόσο δύσκολη είναι;Η ζωή δεν είναι μαραθώνιος αποδείξεων.Δεν αποτιμάται με επιτεύγματα.Γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όπου προκύπτουν λάθη.Γιατί δεν ξέρουμε καν αν είναι όντως λάθη.Αν μπορούσαμε να διακρίνουμε τα λάθη από τα σωστά, θα ήμασταν σοφοί.

Ψάχνει σε λάθος μέρη.Σε πιθανά μέρη.Απορρίπτει τα απίθανα.Την τρομάζουν.Αποφεύγει το μέσα της, αν το ανταμώσει θα τής βάλει δύσκολα και εκείνη θέλει μόνο μια λύση.Μια Απόδραση.

Η μεγάλη Απόδραση, είναι η Απόδραση από τον εαυτό μας.Από τον εχθρικό εαυτό μας που μεταμφιέζεται σε πρόθυμο φίλο.Μας απομυζά όλη την ενέργεια και μας βομβαρδίζει με ενοχικά σύνδρομα.Υποχθόνια όμως, με επιδέξια τεχνική.Προβάλλει εμπόδια και ανακόπτει τα θαύματα.Τα ακυρώνει η λιποψυχία του.Κρίνει με αμείλικτη αυστηρότητα, απάνθρωπα σχεδόν.Απαξιώνει το κάθε τι και το μηδενίζει.Ωθεί έπειτα χωρίς αντίσταση στο συμβιβασμό πείθοντάς μας ότι είναι η Σωτηρία.Δαιμονικός εαυτός!

Και όλο τον κόσμο να γυρίσεις, αν δεν έχεις αποδράσει από αυτόν, θα είσαι ισόβια φυλακισμένος.Όμηρος της ίδιας και απαράλλαχτης νοοτροπίας, κρατούμενος σε ένα μοτίβο ζωής όπου η αλλαγή δε θα έχει θέση γιατί δε θα μπορείς να την αντιληφθείς.Όλα ίδια και άνοστα θα είναι, ανέλπιδα και αδιάφορα.

Διεκδικεί την ευτυχία σα να είναι θεόσταλτη εύνοια.Η ευτυχία απαιτεί γερούς λύτες.Δεν φυτρώνει εκεί που τα προβλήματα εξανεμίζονται ως δια μαγείας.Αναφύεται εκεί όπου τα προβλήματα γίνονται δυσεπίλυτα και αφήνουν μια αίσθηση προκλητικής αφύπνισης.Γεννούν το πείσμα, τη θέληση να τα παραμερίσεις.Να κάνεις τη δική σου αποστασία από όλες τις αυταπάτες σου.Να απογαλακτιστείς.
 
Η πολιτεία ξυπνά, πάλι οι οικείοι θόρυβοι, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, κουβέντες, ματιές, παραλείψεις.Σταλαγματιές βροχής πέφτουν στο τζάμι, ήρεμα στην αρχή, ορμητικά στη συνέχεια.
 
Πρέπει να κλείσει την πόρτα στον εχθρικό εαυτό της.Να κοιτάξει μέσα της και ας βλέπει μόνο περίπλοκες εξισώσεις.Να καταλάβει τα προβλήματα για να γίνει γερός λύτης.Να γίνει καταλύτης.Να δραπετεύσει.